Όταν το μακάβριο αριστούργημα της Σίρλεϊ Τζάκσον δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό New Yorker προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις από οποιοδήποτε άλλο διήγημα στην ιστορία του περιοδικού. Επιστολές από αναγνώστες άρχισαν να συρρέουν στα γραφεία του περιοδικού, επιστολές τόσο θαυμασμού όσο και έντονης διαμαρτυρίας και αγανάκτησης. Δημοσιογράφοι πολιόρκησαν την Τζάκσον προκειμένου να αντλήσουν μια δήλωση ή ερμηνεία, όμως εκείνη απέφευγε τις συνεντεύξεις. Όπως κι αν έχει, «Η Λοταρία» επιβάλλεται να συμπεριλαμβάνεται σε οποιαδήποτε ανθολογία διηγημάτων και μια προσεκτική ανάγνωση εύκολα θα δείξει γιατί έχει επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά μεταπολεμικών Αμερικανών συγγραφέων, αλλά και γιατί έχει παραμείνει ένα αγαπημένο κείμενο για παλιούς και νέους αναγνώστες.

Το διήγημα θυμίζει σε κάποιο βαθμό τα διηγήματα – παραβολές του Ναθάνιελ Χόθορν. Εκτυλίσσεται σε ένα μικρό αμερικάνικο χωριό, το οποίο η ίδια η συγγραφέας τοποθετεί στη Νέα Αγγλία (την ευρύτερη περιοχή των βορειοανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών των πρώτων πουριτανών αποίκων όπου έζησε και ο Χόθορν). Μια καλοκαιρινή και ηλιόλουστη μέρα, όλο το χωριό μαζεύεται στην κεντρική πλατεία. Ο λόγος της σύναξης είναι η κλήρωση της λοταρίας στην οποία συμμετέχει ολόκληρο το χωριό, γύρω στα τριακόσια άτομα. Η Τζάκσον παίζει το πανέξυπνο τρικ στον αναγνώστη να παρουσιάσει τα πάντα ειδυλλιακά, με περίσσιο ρεαλισμό στους διαλόγους των απλών χωρικών, σκιαγραφώντας έτσι μια πολύ ανθρώπινη εικόνα καθημερινότητας. Αυτή όμως η εικόνα σύντομα αποδεικνύεται μια ψευδαίσθηση και ο αναγνώστης με φρίκη σταδιακά συνειδητοποιεί ότι το βραβείο της λοταρίας δεν είναι κάτι θετικό – χρήματα ή κάποιο έπαθλο – αλλά κάτι αρνητικό. Γι’ αυτό και όσοι δεν έχουν επιλεγεί ξεφυσάνε ανακουφισμένοι.

Στο τέλος η Τζάκσον αποκαλύπτει την αληθινή φύση του βραβείου στον αναγνώστη: λιθοβολισμός από ολόκληρο το χωριό. Η ειδυλλιακή σκηνή της αρχής εξελίσσεται με μαεστρία σε τρομακτικό εφιάλτη, με αποτέλεσμα την απορία και το σοκ για όλους τους αναγνώστες που διαβάζουν με αγωνία τις τελευταίες προτάσεις του διηγήματος. Αφού ξεπεράσουμε αυτό τον αιφνιδιασμό, αναρωτιόμαστε γιατί; Γιατί το χωριό κάθε χρόνο διατηρεί αυτή την απάνθρωπη παράδοση; Γιατί επιμένει να επιλέγει έναν αθώο άνθρωπο μέσα από τη διαδικασία της τύχης για μια σύγχρονη ανθρωποθυσία; Αν όντως αποτελεί θυσία, τότε σε ποιον είναι αφιερωμένη και γιατί οι πάντες δέχονται αυτό τον θεσμό;

Οι απαντήσεις είναι ποικίλες, πολυεπίπεδες και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Ο νοηματικός άξονας του διηγήματος δείχνει να αγγίζει τρεις πτυχές: τη μεταφυσική, την πολιτική και τη σχέση των δύο φύλων. Αρχικά, σε ένα άρθρο της η Τζάκσον είχε κάνει γενικές νύξεις μόνο για την πρώτη. Είχε αναφέρει ότι η ιστορία της θίγει την ανεξήγητη σκληρότητα της ανθρώπινης φύσης και αποτελεί μια μεταφορά για την ανούσια βία που λαμβάνει χώρα παντού στον κόσμο.

Θα μπορούσαμε όμως να το πάμε ένα βήμα παραπάνω και να συσχετίσουμε το διήγημά της με τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες, όπου η τραγικότητα οφείλεται καταρχάς στην έλλειψη εξήγησης, την απουσία λογικής ή νοήματος, όπως φαινομενικά τουλάχιστον συμβαίνει και στην περίπτωση της «λοταρίας». Η επιλογή και ο λιθοβολισμός της γυναίκας είναι εντελώς τυχαία, και άρα ακατανόητα. Αυτό αποτελεί και μια υπαρξιστική σχεδόν αλληγορία για την ανθρώπινη ύπαρξη γενικότερα, και την απουσία αιτιολογίας ή νοήματος σε αυτήν. Σε αυτό όμως το μεταφυσικό επίπεδο το νόημα του διηγήματος της Τζάκσον αναγκαστικά είναι αφηρημένο, ασαφές και γενικό. Στα υπόλοιπα δύο νοηματικά επίπεδα όμως δείχνει να σχηματοποιείται πιο συγκεκριμένα.

 

 

Η δεύτερη ερμηνεία του διηγήματος είναι πολιτική: η Τζάκσον ασκεί έντονη κριτική στις δομές και τις ιεραρχίες του καπιταλισμού όπως αυτός κυριαρχεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ηθική του καπιταλισμού είναι βασική για την αμερικάνικη κοινωνία, και έχει τις ρίζες της στους πουριτανούς αποίκους της Νέας Αγγλίας, οι οποίοι είχαν συνδέσει τις συντηρητικές προτεσταντικές τους πεποιθήσεις με τη σκληρή δουλειά και τη συσσώρευση κεφαλαίου. Φαίνεται πως στο χωριό αυτό της Νέας Αγγλίας όπου εκτυλίσσεται το διήγημα επικρατεί μία αντίστοιχη δομή. Οι κάτοικοι του χωριού που λαμβάνουν μέρος στην κλήρωση, δείχνουν να κρίνονται σε σχέση με την παραγωγικότητά τους. Γι’ αυτό και αρχικά οι κάτοικοι αναρωτιούνται ποια οικογένεια θα κληρωθεί, οι Ντάνμπαρ ή οι Ουότσον; Αυτές οι δύο οικογένειες είναι οι λιγότερο παραγωγικές στο χωριό, επειδή ο Ντάνμπαρ έχει σπάσει το πόδι του και δεν μπορεί να εργαστεί ενώ ο Ουότσον έχει πεθάνει. Άρα στο μυαλό των χωρικών υπάρχει ένας άμεσος συσχετισμός μεταξύ του επιλεγμένου θύματος και της παραγωγικότητάς του.

Μέχρι και τα παιδιά που έχουν τελειώσει το σχολείο επειδή είναι καλοκαίρι, νιώθουν άβολα που δεν έχουν τίποτα να κάνουν, κι αυτό επειδή προφανώς έχουν διδαχτεί ότι η τεμπελιά είναι ύποπτη. Άρα για να απαντήσουμε την παραπάνω ερώτηση, η θυσία είναι αφιερωμένη στην οικονομική ευμάρεια του χωριού και στο ήθος της εργασίας. Η λοταρία αποσκοπεί στη διατήρηση της ηθικής της παραγωγικότητας και της ιεραρχίας του χωριού, όπου ο ισχυρότερος άντρας είναι και ο πλουσιότερος. Οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του χωριού είναι και οι πιο σημαντικοί, και άρα εκείνοι που διαχειρίζονται τη λοταρία.

Εδώ βεβαίως προκύπτει ένα ζήτημα που έχει προβληματίσει τους ερμηνευτές του διηγήματος. Η λοταρία είναι μια δημοκρατική διαδικασία, καθώς όλοι συμμετέχουν σε αυτήν (συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρών παραγόντων του χωριού), και η κλήρωση γίνεται ενώπιον όλων των κατοίκων. Άρα δεν είναι στημένη προκειμένου να στιγματίσει συγκεκριμένους ανθρώπους. Η απάντηση είναι ότι αυτός είναι και ο λόγος της ύπαρξής της: να μεταδώσει στους χωρικούς έναν προληπτικό φόβο που θα τους κρατάει εργατικούς, παραγωγικούς και πειθαρχημένους. Γι’ αυτό χρειάζεται να υφίσταται ο δημοκρατικός χαρακτήρας της λοταρίας που βασίζεται στην τύχη. Βεβαίως, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει και μια μεταφορά για τη φύση του ίδιου του καπιταλισμού, ότι δηλαδή η πορεία που θα διαγράψει ένας άνθρωπος εξαρτάται από την οικονομική του κατάσταση και την κοινωνική του θέση. Δηλαδή όποιος γεννιέται πλούσιος έχει περισσότερες ευκαιρίες από όποιον γεννιέται φτωχός, δηλαδή ακριβώς σαν μια λοταρία.

Το τρίτο θέμα που θίγεται είναι η θέση της γυναίκας σε αυτή την κοινωνία. Είναι προφανές από την αρχή ότι η οικογενειακή και άρα κοινωνική δομή του χωριού είναι πατριαρχική. Στην πρώτη φάση της κλήρωσης άλλωστε μόνο οι άντρες – αρχηγοί της κάθε οικογένειας τραβάνε κλήρο. Άρα οι οικογένειες ορίζονται με βάση τον άντρα που θεωρείται η κεφαλή του σπιτιού. Αν δεν υπάρχει σύζυγος, τότε την θέση καταλαμβάνει ο πρεσβύτερος γιος. Στη δεύτερη φάση της κλήρωσης, όλα τα μέλη της οικογένειας εκείνου που έχει τραβήξει τον λαχνό ξανατραβάνε κλήρο για να διαπιστωθεί ποιο μέλος της οικογένειας τελικά θα αποτελέσει το θύμα του λιθοβολισμού.

Το διήγημα της Τζάκσον έχει επηρεάσει πολλούς συγγραφείς, τόσο λόγω του νοηματικού του βάθους που προσκαλεί πολλές και ποικίλες αναγνώσεις, αλλά και λόγω της αφηγηματικής τεχνικής της και της ικανότητάς της στο θρίλερ (πολλοί άλλωστε την εντάσσουν στην ευρεία υποκατηγορία του American gothic, μαζί με την Φλάνερι Ο’ Κόνορ), κατακτώντας επάξια τη θέση ενός από τα κλασικά διηγήματα του 20ου αιώνα. Αφήστε δε που αρχίζει να φαντάζει όλο και πιο επίκαιρο με φόντο την εμφατική νίκη Τραμπ στις αμερικάνικες εκλογές και την επερχόμενη δεύτερη θητεία του, αυτή τη φορά χωρίς κανένα φρένο, χωρίς δισταγμό ή τον παραμικρό σεβασμό σε θεσμούς και κατακτήσεις.