Ο Γαλανόσκυλος του Απόστολου Δοξιάδη είναι ένα από τα πιο ψυχαγωγικά μυθιστορήματα που θα διαβάσετε τη φετινή χρονιά, αλλά με δύο προϋποθέσεις: η πρώτη είναι να σας ενδιαφέρει ο ευρύτερος χώρος της ελληνικής διανόησης και ιδιαίτερα της λογοτεχνίας, καθώς το βιβλίο αποτελεί μια σαρδόνια σάτιρα της κουλτουριάρικης ελίτ της Αθήνας. Και δεύτερη προϋπόθεση, να έχετε έστω και λίγες μνήμες από τη δεκαετία του ’90 ή έστω τις αρχές του 2000, γιατί το βιβλίο αποτελεί ταυτόχρονα σάτιρα και των ηθών της άπληστης ελληνικής κοινωνίας της περιόδου. Και χωρίς αυτές τις δύο αναφορές μπορείτε κάλλιστα να απολαύσετε την κωμωδία του Δοξιάδη, αλλά αν τις έχετε, τότε θα εντρυφήσετε βαθύτερα στην αναγνωστική απόλαυση που μπορεί να σας προσφέρει.
Γιατί το μυθιστόρημα είναι μια πληθωρική σάτιρα με μπόλικο πασπάλισμα από γκροτέσκο και σκηνές φαρσοκωμωδίας, στο ύφος αρκετών κατά βάση Βρετανών (αλλά και Αμερικάνων) συγγραφέων όπως του Κίνγκσλεϊ και του Μάρτιν Έιμις, του Ντέιβιντ Λοτζ, του Μάλκολμ Μπράντμπερι και τόσων άλλων.
Πρωταγωνιστής είναι ο Δώρης Καλούσης, ο οποίος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του, αν και ο ίδιος, αθεράπευτα ματαιόδοξος και αλαζόνας, θεωρεί τον εαυτό του τον σημαντικότερο Έλληνα πεζογράφο του 20ού αιώνα. Βολεμένος και συνηθισμένος στο να τον καλοπιάνουνε, πηγαινοέρχεται σε εκδηλώσεις και σουαρέ φίλων ψαρεύοντας κομπλιμέντα και εποφθαλμιώντας μια θέση στην Ακαδημία Αθηνών που φημολογείται ότι θα αδειάσει σύντομα. Όμως έχει βρεθεί σε κατάσταση οκνηρίας, αφού έχει να εκδώσει καινούριο βιβλίο σχεδόν μια δεκαετία. Όταν τον ρωτάνε απαντάει, «το καλό πράγμα αργεί να γίνει» και δηλώνει ότι βρίσκεται διαρκώς στη διαδικασία εξαντλητικής έρευνας προκειμένου να αρχίσει σύντομα τη συγγραφή. Όμως στον Καλούση αρχίζουν και συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα, καθώς ο Δοξιάδης με εμφανή την ανελέητα περιπαικτική του διάθεση προς τον πρωταγωνιστή του, τον οδηγεί από το ένα ταπεινωτικό επεισόδιο στο άλλο, κλονίζοντας την αυτοπεποίθησή του και θέτοντας τις συγγραφικές του αρχές αλλά και την ίδια του τη λογική σε αμφισβήτηση.
Κατά τύχη μια μέρα κάποιος δίνει στον Καλούση ένα ογκώδες μυθιστόρημα ενός άγνωστου συγγραφέα με τη μορφή αυτοέκδοσης, το οποίο βεβαίως ο Καλούσης σκοπεύει να πετάξει, αλλά λόγω μιας σειράς συμπτώσεων τελικά το διαβάζει. Ο συγγραφέας, ονόματι Αυγερινός, είναι ένας υπαλληλίσκος με λόξα τη λογοτεχνία, ανάξιος κατά τον Καλούση έστω και για δευτερόλεπτο της προσοχής του. Όμως η ανάγνωση του βιβλίου του λειτουργεί παράξενα στον Καλούση, ο οποίος το διαβάζει απνευστί και κατόπιν, διαβάζει και ένα δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Γαλανόσκυλος», το οποίο του αφήνει βαθιά εντύπωση. Μέσα από εγκιβωτισμένες αφηγήσεις ο Δοξιάδης αφιερώνει μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος στο να μας αφηγηθεί, έστω και εν συντομία, την πλοκή των βιβλίων του Αυγερινού, έτσι ώστε ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μίνι μυθιστορήματα εντός του βασικού πλαισίου του μυθιστορήματος, σε μία άσκηση μετα-μυθοπλασίας.

Ποιο το νόημα της σύγκρισης του Αυγερινού με τον Καλούση; Μα βέβαια ότι ο Αυγερινός είναι το ακριβώς αντίθετο του Καλούση. Ενώ ο τελευταίος έχει χτίσει το όνομά του με λιτά, ολιγοσέλιδα βιβλία που είναι στημένα αυστηρά πάνω στη Δομική Θεωρία της Γραφής που ο ίδιος είχε εμπνευστεί, τα μυθιστορήματα του Αυγερινού είναι πληθωρικά, γεμάτα χαρακτήρες και πλοκή, με έντονο το συναίσθημα της μαγικής απόδρασης σε έναν διαφορετικό κόσμο φαντασίας.
Εκτός από τον ίδιο τον Καλούση και την κρίση που βιώνει περί της ουσίας της λογοτεχνίας, και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που τον περιβάλλουν, είναι μεν ενδεχομένως υπερβολικές καρικατούρες (αυτό είναι άλλωστε η κωμωδία), αλλά είναι βασισμένοι σε τύπους που είναι αληθοφανείς μέσα στην υπερβολή τους. Πάρτε για παράδειγμα τον μεγαλοδικηγόρο Κολομπούτη, στενό φίλο του Καλούση, ο οποίος αν και έχει βίλα στη Μύκονο, σαλέ στον Παρνασσό και δύο Φιλιππινέζες, δηλώνει φανατικός κομμουνιστής, αποκαλεί τους πάντες «σύντροφε» και έχει επιλέξει κόκκινο χρώμα στη μερσεντές του για να συμβολίζει το ΚΚΕ! Αυτό ενδεχομένως σε ένα νεανικό κοινό να φαντάζει γκροτέσκο – και είναι – αλλά σε κάποιον που έχει μνήμες από τη δεκαετία του ’90 ανταποκρίνεται ως ένα βαθμό στην πραγματικότητα, αφού όλοι μας είχαμε γνωρίσει τότε κι από έναν Κολομπούτη…
Τώρα, στην καρδιά του βιβλίου κατά τη γνώμη μου νομίζω ότι βρίσκεται η ίδια η λογοτεχνία, και ιδιαίτερα η κοσμοθεωρία ενός συγγραφέα σε σχέση με τη λογοτεχνία. Στο υστερόγραφο στο τέλος του βιβλίου ο Δοξιάδης λέει ότι στον Καλούση έχει δανείσει τις χειρότερες πλευρές του εαυτού του ως συγγραφέα. Παράλληλα, η θεωρία που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στην πλοκή του μυθιστορήματος σε σχέση με την νιτσεϊκή προσέγγιση της τραγωδίας και τον διαχωρισμό μεταξύ Απολλώνιου και Διονυσιακού, βρίσκεται επίσης ως ένα βαθμό στο μυαλό του Δοξιάδη. Λαμβάνοντας και τα δύο υπ’ όψη, στον πυρήνα του έργου πιστεύω ότι βρίσκεται το εσωτερικό ερώτημα που ταλανίζει κάθε συγγραφέα, τι είδους συγγραφέας δηλαδή κατά βάθος είναι; Συγγραφέας που επικεντρώνεται στη φόρμα, στον υφολογικό πειραματισμό, στη λεπτομερή ανάπτυξη των χαρακτήρων, ή συγγραφέας που επιλέγει την πλοκή, την πληθωρικότητα αλλά και έναν πιο βατό, εμπορικό ίσως προσανατολισμό που αγγίζει περισσότερους αναγνώστες;
Μην ξεχνάμε ότι ο Δοξιάδης είναι ο πιο επιτυχημένος εμπορικά Έλληνας συγγραφέας στο εξωτερικό, τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και μετά. Ο Θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ καθώς και το Logicomix, και τα δύο απόρροια της αγάπης του για τα μαθηματικά, είναι τα πιο αναγνωρίσιμα και επιτυχημένα διεθνώς ελληνικά έργα από την εποχή του Καζαντζάκη. Αλλά και ο Γαλανόσκυλος παρά την έκταση και τις αναφορές του, είναι ουσιαστικά μια κωμωδία που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Η σύγκρουση κόσμων μεταξύ Καλούση και Αυγερινού εκφράζει αυτήν ακριβώς τη δημιουργική εσωτερική σύγκρουση κάθε συγγραφέα που αγωνιά για τον ρόλο του. Στον Γαλανόσκυλο πάντως, η ψυχαγωγική διάσταση κλέβει ξεκάθαρα την παράσταση. Φαίνεται ότι τελικά ο Δοξιάδης ανέκαθεν είχε μέσα του την απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
