Πριν από δυο-τρία χρόνια οι εκδόσεις Διόπτρα είχαν εκδώσει την εξαίρετη νουβέλα του Τζ. Μ. Κουτσί Ο Πολωνός. Όμως το βιβλίο που είχε γράψει ο Νοτιοαφρικανός συγγραφέας κανονικά λεγόταν Ο Πολωνός και άλλες ιστορίες. Η Διόπτρα επέλεξε να κυκλοφορήσει την κεντρική νουβέλα αυτόνομα και τώρα εκδίδει τα διηγήματα που συνόδευαν την κεντρική νουβέλα σαν ξεχωριστή έκδοση με τίτλο «Η ελπίδα και άλλες ιστορίες» (παίρνοντας τον τίτλο ενός από αυτά από τα διηγήματα).
Εκ πρώτης όψεως μπορεί κάποιος να αντιληφθεί τη λογική πίσω από αυτή την απόφαση, αφού με αυτό τον τρόπο μπορείς να βγάλεις δύο βιβλία ενός μεγάλου συγγραφέα αντί για ένα, και δεν έχω αντίρρηση με αυτό. Όμως το πρόβλημα είναι ότι ο Κουτσί δεν είχε διαλέξει τα διηγήματα που θα συνόδευαν τον Πολωνό τυχαία, δηλαδή δεν είναι ότι ήθελε απλά να εμπλουτίσει την έκδοση και έριξε σε αυτήν όσα διηγήματα του είχαν μείνει ακυκλοφόρητα. Αντιθέτως, τα διηγήματα συνδέονταν αρμονικά με την κεντρική νουβέλα διότι εντάσσονταν στην ίδια βασική θεματική ενότητα και την εξερεύνησή της από τον Κουτσί υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες: την έννοια των γηρατειών, της θνητότητας, της παρακαταθήκης. Έτσι, τα διηγήματα της αρχικής έκδοσης περιφέρονταν γύρω από την κεντρική νουβέλα σαν πλανήτες γύρω από έναν ήλιο, δημιουργώντας μία ευρύτερη ενότητα που αναγκαστικά πλέον χάνεται εφόσον το αρχικό βιβλίο χωρίστηκε σε δύο.

Από την άλλη όμως, τα υπόλοιπα διηγήματα που αποτελούν το «Η ελπίδα και άλλες ιστορίες» αν μη τι άλλο μοιράζονται την ίδια βασική θεματική και τη διάθεση του συγγραφέα να την προσεγγίσει από διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ δομούνται με βάση μια δική τους ιδιαίτερη εσωτερική λογική. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό είναι ότι στον πυρήνα της εν λόγω συλλογής βρίσκεται ένας μυθοπλαστικός χαρακτήρας του Κουτσί τον οποίο έχουμε συναντήσει σε παλαιότερα μυθιστορήματα και βιβλία του, την Ελίζαμπεθ Κοστέλο (την έχουμε συναντήσει στο ομώνυμο Ελίζαμπεθ Κοστέλο, στο Ένας αργός άνθρωπος και στο Οι ζωές των ζώων). Η Ελίζαμπεθ μοιράζεται αρκετά χαρακτηριστικά με τον ίδιο τον Κουτσί, είναι μια Αυστραλή συγγραφέας, (Ο Κουτσί έχει περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στην Αυστραλία διδάσκοντας σε εκεί πανεπιστήμιο) η οποία συμμετέχει σε διάφορα συνέδρια δίνοντας διαλέξεις, ενώ έρχεται σταδιακά αντιμέτωπη με τα γηρατειά και την πιθανότητα ότι το μυαλό της θα την προδώσει. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της συλλογής σχετίζονται με την Ελίζαμπεθ και τη δύσκολη σχέση της με τα δύο της παιδιά, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της προχωρημένης πλέον της ηλικίας. Η Ελίζαμπεθ επιλέγει να ζει μόνη της, με τους δικούς της όρους, μακριά από τα παιδιά της, ενώ οι προκλήσεις της καθημερινότητας αυξάνονται όσο τα χρόνια περνούν. Τα παιδιά της, αντίστοιχα, και ιδιαίτερα ο γιος της Τζον, επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις επιθυμίες της μητέρας τους και στην ανάγκη εύρεσης μίας πρακτικής λύσης εφόσον η Ελίζαμπεθ αρνείται να μετακομίσει κοντά τους και να γίνει βάρος. Κάθε κείμενο της συλλογής επισκέπτεται αυτή τη φορτισμένη δυναμική σχέσεων σε διαφορετική χρονική περίοδο και καταγράφει πώς αυτή κυμαίνεται στο πέρασμα των ετών.
Όμως ο Κουτσί επιλέγει διαφορετικές γωνίες εστίασης: την επιθυμία για παράδειγμα, η οποία, όπως και στην περίπτωση του Πολωνού αρνείται πεισματικά να σβήσει απλά και μόνο επειδή τα χρόνια περνούν. Ή την αναλογία με τα ζώα, ένα μοτίβο το οποίο ο Κουτσί έχει επιστρατεύσει και σε άλλα βιβλία του στο παρελθόν. Στο «Γυάλινο σφαγείο» για παράδειγμα, η Ελίζαμπεθ σκέφτεται πώς θα ήταν να υπήρχε ένα μπουτίκ σφαγείο στο κέντρο της πόλης όπου όλοι οι περαστικοί θα γίνονταν μάρτυρες του πώς σφάζονται τα ζώα που οι ίδιοι καταναλώνουν σαν τροφή. Ο στόχος της είναι να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για τα δικαιώματα των ζώων και τον αχρείαστο πόνο, αλλά παράλληλα στήνει και έναν παραλληλισμό με τους ανθρώπους, μία αναλογία που ο Κουτσί διατηρεί στο μυαλό του αναγνώστη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κείμενο της συλλογής.
Δεν μπορώ να πω ότι μου μίλησαν όλα τα διηγήματα το ίδιο, όπως δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι όλα τα κείμενα αποτελούν και διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις για παράδειγμα η θεωρητικολογία περί ηθικής φιλοσοφίας στερεί το κείμενο από δραματική ένταση και το κάνει να φλερτάρει με τη δοκιμιακή γραφή. Όμως ο συνδετικός κρίκος της Ελίζαμπεθ Κοστέλο και της σχέσης της με τα παιδιά της διαμορφώνει ένα σπονδυλωτό δημιούργημα με εκπληκτικές στιγμές φόρτισης και συγκίνησης, χωρίς μάλιστα αυτές να αποτελούν προϊόν συναισθηματικού εκβιασμού.
Το αποτέλεσμα συνεπώς είναι για άλλη μια φορά συναρπαστικό, με τον Κουτσί ακόμα και στη λιγότερο φιλόδοξη εκδοχή του, να εξακολουθεί να επιδεικνύει τις αρετές του ως συγγραφέα και την άσβηστη φλόγα του διεισδυτικού του μυαλού.
