Η καημένη η Μαρία Κριστίνα, ή αλλιώς «κακομοιρίνα» όπως την αποκαλούν πίσω από την πλάτη της, είναι τελικά το απόλυτο αντικείμενο φθόνου ή το απόλυτο θύμα; Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μάγος για να μαντέψει ότι οι δύο αυτές ιδιότητες αλληλοσυμπληρώνονται αντί να αποκλείουν η μία την άλλη. Η πρωταγωνίστρια του τελευταίου μυθιστορήματος του Νικολό Αμανίτι  «Αθέατος Βίος», είναι ένας χαρακτήρας της εποχής μας – και διαμορφωμένος από αυτήν. Αποτελεί το αναπόφευκτο σημείο εστίασης τόσων εμμονικών εκδηλώσεων της ρηχότητας που χαρακτηρίζουν τα ήθη των δυτικών – και όχι μόνο πλέον – κοινωνιών σήμερα. Κι όμως, ο Αμανίτι καταφέρνει να εξορύξει βάθος από αυτή τη ρηχότητα, να δημιουργήσει ένα πολύπλευρο προφίλ που υπογραμμίζει την ανθρωπιά που αυτή η ρηχότητα απειλεί να διαγράψει. Αλλά προτρέχω και ίσως σας μπερδεύω. Ας πούμε δυο πράγματα για τη Μαρία Κριστίνα και όλα θα γίνουν πιο σαφή.

Η «κακομοιρίνα» λοιπόν είναι το ιερό δισκοπότηρο της εποχής μας: η σαράντα δύο ετών σύζυγος του Ιταλού πρωθυπουργού είναι ένα πρώην μοντέλο με αγαλματένιο σώμα που είχε χαρακτηριστεί πριν από λίγα χρόνια ως η «ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο». Κάθε λεπτομέρεια πάνω της καλλιεργείται με προσοχή και μεράκι, από τις συνεδρίες personal training μέχρι τα ταϋλανδέζικα μασάζ, τα πανάκριβα χτενίσματα και ακόμη ακριβότερα ρούχα, θέλει πολλή δουλειά και άγχος για να ανταποκρίνεται στη φαντασίωση της κοινής γνώμης.

Σε έναν κόσμο που δικαστής και ένορκοι είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Μαρία Κριστίνα βρίσκεται συνεχώς κάτω από το μικροσκόπιο. Για όσους την θεοποιούν άλλοι τόσοι την κακολογούν, ενώ όλοι την παρατηρούν με αδηφάγο βλέμμα. Το προσωνύμιο που της έχουν δώσει οφείλεται σε μια θλιβερή οικογενειακή ιστορία και στο μονίμως θλιμμένο βλέμμα της, το οποίο αποθανατίζεται διαρκώς από τα κουτσομπολίστικα περιοδικά. Η Μαρία Κριστίνα είναι αντικείμενο θαυμασμού και χλεύης, είναι μια μοναχική και θλιμμένη πριγκίπισσα που ατενίζει τον κόσμο από το παράθυρο του κάστρου της (στην προκειμένη περίπτωση ένα ρετιρέ σε ένα από τα πιο αριστοκρατικά κτίρια της κεντρικής Ρώμης).

Όμως η Μαρία Κριστίνα είναι ένα δημιούργημα άλλων, οι κακεντρεχείς θα την χαρακτήριζαν ως ένα αξεσουάρ για ισχυρούς άντρες, ένα ακριβοθώρητο και πανάκριβο διακοσμητικό στοιχείο που τραβάει τα βλέμματα. Συνεπώς, όπως είναι λογικό τίποτα από αυτά δεν της δίνει έστω και μία μικρή γεύση ευτυχίας. Μέχρι που μια μέρα εμφανίζεται ένα ερωτικό βίντεο από τα νιάτα της, το οποίο απειλεί να εκτροχιάσει τη ζωή της, και μαζί το πολιτικό σκηνικό της χώρας της. Μήπως όμως αυτό είναι μια καλή αφορμή για να καταφέρει επιτέλους να ξυπνήσει και να πάρει την τύχη της στα χέρια της; Μήπως είναι ο καταλύτης που θα οδηγήσει στη χειραφέτησή της;

Ο Νικολό Αμανίτι μάς προσφέρει μια σύγχρονη βιτριολική σάτιρα ηθών και συμπεριφορών, που εστιάζει χαιρέκακα στις λεπτομέρειες, παρουσιάζοντας μια έκθεση γκροτέσκων θυμίζοντας τις ταινίες του Πάολο Σορεντίνο. Όμως το κείμενο δεν διαβρώνεται μέσα στο ίδιο του το δηλητήριο, γιατί ο Αμανίτι εν τέλει αναδεικνύει την ανθρωπιά της πρωταγωνίστριάς του, εξηγεί τις ανασφάλειες και τα τραύματα, την πίεση και το χαραγμένο μονοπάτι στο οποίο αναγκάστηκε να πορευτεί, έτσι μας κάνει να κοιτάξουμε πίσω από την επιφανειακότητα και να ατενίσουμε τα κρυμμένα βάθη.

Ένας μόνο είναι ο προβληματισμός μου με ένα τέτοιου είδους έργο: πόσο καλά μπορεί να εισχωρήσει ένας άντρας συγγραφέας σε αυτά τα βάθη ενός γυναικείου χαρακτήρα; Αυτό από μόνο του είναι ένα κλασικό ερώτημα που τίθεται εδώ και αιώνες ακόμα και για κλασικούς συγγραφείς, όμως εδώ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα διότι ο Αμανίτι επιλέγει για πρωταγωνίστρια μία γυναίκα που η ίδια αποτελεί αντικείμενο εστίασης του αντρικού βλέμματος, και άρα ο ίδιος ως άντρας συγγραφέας την ατενίζει και την διαμορφώνει με τη δική του, «αρσενική» ματιά. Υποθέτω συνεπώς ότι οι καλύτεροι κριτές θα είναι οι αναγνώστριες του μυθιστορήματος. Εγώ πάντως το βρήκα απολαυστικό όσο και επίκαιρο.