Η Ιόλη Ανδρεάδη επιστρέφει στην κεντρική σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, σκηνοθετώντας αυτή τη φορά τη θρυλική ιστορία της Μάργκαρετ Μίτσελ, «Όσα παίρνει ο άνεμος». Έξι χρόνια μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία της θεατρικής μεταφοράς του Πόλεμος και Ειρήνη του Λ. Τολστόι, η σκηνοθέτις αναλαμβάνει ένα ακόμη κορυφαίο αντιπολεμικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αυτή τη φορά με φόντο τον Αμερικανικό Εμφύλιο και την πτώση της κοινωνικής τάξης του Νότου. Το έργο, που κυκλοφόρησε το 1936 και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, παρουσιάζει μια ερωτική ιστορία γεμάτη πάθος, επιβίωση και ηθικά διλήμματα, καθώς οι ήρωες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην επιβίωση και τη διατήρηση των αξιών τους.

Στην παράσταση που παρουσιάζεται φέτος, η Ιόλη Ανδρεάδη φέρνει στη ζωή τους έντονους χαρακτήρες της Μίτσελ και την ατμόσφαιρα του αμερικανικού νότου, επαναφέροντας την παγκόσμια κλασική ταινία του κινηματογράφου στο θέατρο, αλλά με τη δική της σκηνοθετική ματιά. Μιλήσαμε μαζί της για τις προκλήσεις αυτής της νέας παράστασης αλλά και για τις συναισθηματικές και πολιτικές διαστάσεις του έργου.

Πώς διαχειριστήκατε σκηνοθετικά την ισορροπία ανάμεσα στην επική διάσταση της ιστορίας και την εσωτερική διαδρομή των χαρακτήρων;

Η επική διάσταση της ιστορίας είναι ιδιαίτερα εμπνευστική και σου χαρίζει μια μεγάλη ελευθερία επιλογών σκηνοθετικά. Με τους συνεργάτες μου, τον Νίκο Χαρλαύτη στα κοστούμια, τη Στέλλα Κάλτσου στα φώτα, τον Γιώργο Παλαμιώτη στη μουσική και τη Μικαέλα Λιακατά στη συνεργασία μας στο σκηνικό της παράστασης, εργαστήκαμε πάνω σε αυτή την απόδοση του «επικού» στο θέατρο με σύγχρονους αισθητικούς όρους. Ταυτόχρονα, η εσωτερική διαδρομή των χαρακτήρων είναι η πεμπτουσία της απόφασης ενός τέτοιου ανεβάσματος, γιατί αυτό που δουλέψαμε τόσο στη διασκευή του έργου με τον Άρη Ασπρούλη, όσο και με τους ηθοποιούς στις πρόβες, είναι η ρωγμή που συνοδεύει κάθε επικό ήρωα, η αλήθεια, δηλαδή, που τον καθιστά αντι-ήρωα, πίσω από τα φώτα και τη μεγαλοπρέπεια.

 

 

Ο αμερικανικός Νότος της εποχής του εμφυλίου πολέμου έχει μια πολύ ιδιαίτερη αισθητική και μουσική. Πώς έχετε επιλέξει να «μπει» αυτή η ατμόσφαιρα στη θεατρική σκηνή;

Υπήρξε μια συνειδητή απόφαση να μιλήσουμε για την αληθινή ιστορία του Νότου. Αυτή που καταγράφεται μέσα από τα λαϊκά αμερικάνικα τραγούδια, τα γκόσπελ, τα μπλούζ, τα τραγούδια των εργατών, των πολεμιστών, των αγροτών, των μαύρων σκλάβων. Ο Γιώργος Παλαμιώτης διασκεύασε με σαγηνευτικό τρόπο τα 15 τραγούδια εποχής που του ζήτησα, τα περισσότερα παρμένα μέσα από το μυθιστόρημα, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα μαγικό ζωντανό ηχοτοπίο. Το στοιχείο αυτό της μουσικής, όπως και τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη, αλλά και οι οπτικές ατμόσφαιρες της Στέλλας Κάλτσου, θεωρώ ότι φέρνουν στη σκηνή αυτή την ατμόσφαιρα στην οποία αναφέρεστε, με έναν τρόπο νοσταλγικό, μεταφυσικό και πολύ σύγχρονο ταυτόχρονα.

Θεωρείτε ότι ο έρωτας της Σκάρλετ και του Ρετ είναι μια ιστορία αγάπης ή κάτι πολύ πιο περίπλοκο; Ποιο στοιχείο αυτής της σχέσης επιλέξατε να φωτίσετε περισσότερο;

Είναι μια ιστορία αγάπης, άρα είναι κάτι ήδη πολύ περίπλοκο. Αυτό που επιθυμούμε να φωτίζουμε περισσότερο στην παράσταση είναι το ότι πρόκειται για μια συνάντηση «γραμμένη» από τη μοίρα. Δυο άνθρωποι που προσπαθούν να μην είναι μαζί, αλλά δεν τα καταφέρνουν. Και έχει μεγάλη σημασία, το ότι η συνειδητοποίηση της μοιραίας τους αγάπης, έρχεται πολύ αργά, σαν μέσα σε όνειρο.

Το έργο τοποθετείται σε μια εποχή μεγάλων κοινωνικών και ηθικών ρήξεων. Σας ενδιέφερε η σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική και την επιβίωση ως βασική δραματουργική γραμμή;

Σίγουρα βασική δραματουργική γραμμή αποτελεί η ενηλικίωση, το ξεπέρασμα των ψευδαισθήσεων για τη συνάντηση με την αλήθεια. Σε αυτό το πλαίσιο οι ιδέες και τα πιστεύω συγκρούονται σθεναρά με την ηθική, όταν στο προσκήνιο έρχεται το επιτακτικό «πρέπει να βρω τρόπο να μην πεθάνω». Αυτή η σύγκρουση είναι ο δραματουργικός μας άξονας, όπως και η μελαγχολία που προκαλεί η επίπονη και σιωπηρή διαδικασία της απόφασης που κανείς θα πάρει μπροστά σε αυτό το δίλημμα.

 

 

Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς για να αποδώσετε χαρακτήρες που κουβαλούν τόσο δυνατή κινηματογραφική μνήμη, χωρίς να πέσετε στην παγίδα της μίμησης;

Αυτό ξεκινάει από το κείμενο της παράστασης που αποτελεί ένα νέο θεατρικό έργο, το οποίο δεν αποτελεί μίμηση αλλά δημιουργική επαναπροσέγγιση του αρχικού μνημειώδους υλικού. Έτσι είχαμε με τους ηθοποιούς έναν αυθεντικό θεατρικό άξονα να κινηθούμε, τον άξονα του νέου θεατρικού αυτού κειμένου. Ταυτόχρονα, με τη μέθοδο που εργάζομαι ως σκηνοθέτιδα, δουλέψαμε βασιζόμενοι σε εκτενές προσωπικό υλικό του καθενός, που οδήγησε στη δημιουργία καινούριων θεατρικών χαρακτήρων.

Υπάρχει κάτι από τη σημερινή κοινωνία που πιστεύετε πως καθρεφτίζεται στην ιστορία της Μίτσελ;

Κατά τη γνώμη μου καθρεφτίζονται πολλά σημερινά στοιχεία. Προτιμώ κάποιος να το δει και να κάνει τους δικούς του συνειρμούς. Οι ταξικές και φυλετικές διακρίσεις, οι πραγματικοί λόγοι πίσω από τους πολέμους, οι ατομικές και συλλογικές ψευδαισθήσεις και η κατάρρευσή τους, είναι μερικά μόνο από αυτά.

Τι σημαίνει για εσάς η ηρωίδα Σκάρλετ Ο’Χάρα σήμερα; Μια γυναίκα πεισματάρα, αμφιλεγόμενη, ανεξάρτητη — είναι τελικά τραγική ή λυτρωτική φιγούρα;

Και πάλι προτιμώ κάποιος να τη δει και να σκεφτεί τα δικά του πράγματα. Για μένα συνδυάζονται η τραγικότητά της και η δυνατότητα για λύτρωση, για κάθαρση. Το ότι μπορούμε να χαρακτηρίζουμε μια γυναικεία φιγούρα ως «αμφιλεγόμενη» απλώς και μόνον επειδή ήταν χειραφετημένη, δείχνει πόσο σύγχρονο είναι το αίτημα που κουβαλά.

 

 

Πώς νιώθετε που το έργο παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, έναν τόσο εμβληματικό χώρο; Σας επηρεάζει η «σκηνή» ως χώρος στις σκηνοθετικές σας επιλογές;

Νιώθω ευγνωμοσύνη απέναντι στον Καλλιτεχνικό Διευθυντή Νίκο Διαμαντή που με προσκάλεσε και μου ανέθεσε αυτό το εγχείρημα, μέσα σε αυτόν τον πράγματι ιδιαίτερα εμβληματικό χώρο. Είναι τέτοια η δυναμική του συγκεκριμένου θεάτρου, που από την αρχή επηρέασε και τον τρόπο που γράφτηκε το νέο θεατρικό έργο, αλλά και τον τρόπο που δουλέψαμε με τους συνεργάτες μου για τη δημιουργία της παράστασης. Η απόφαση μου να στηθεί ένα δεύτερο θέατρο εν θεάτρω μέσα στην υπάρχουσα σκηνή ώστε να αποκαλυφθούν οι σκοτεινές διαστάσεις των λαμπερών ηρώων, προκλήθηκε ως σκηνοθετική προσέγγιση από τη «συνομιλία» του έργου με τον ίδιο τον χώρο.

 

 

 

Λίγα λόγια για την Ιόλη Ανδρεάδη

Η Ιόλη Ανδρεάδη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, σκηνοθέτις θεάτρου και θεατρική συγγραφέας. Έχει σκηνοθετήσει περισσότερες από 40 παραστάσεις σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Ρώμη, Σόφια, Φιλιππούπολη και Αθήνα. Με τον Άρη Ασπρούλη έχουν συνυπογράψει 16 θεατρικά έργα την τελευταία δεκαετία. Τον προσεχή Ιούνιο θα σκηνοθετήσει για έκτη συνεχόμενη χρονιά στη Νέα Υόρκη. Αυτή τη φορά, την «Ελένη» του Ευριπίδη, στο φημισμένο THE TANK THEATRE του Μανχάταν, με τη χορηγία του Κοινωφελούς Ιδρύματος Γεωργίου και Βικτωρίας Καρέλια και με την υποστήριξη της Carnegie Hospitality Group.