Μια ομάδα σκύλων-ντετέκτιβ εμφανίζεται στη σκηνή. Έχουν έρθει στα κρυφά από κάθε γωνιά της Γης με μια αποστολή: να διαλευκάνουν τον μυστηριώδη θάνατο ενός σκύλου, του Τουίστ, υπόθεση που πριν λίγο καιρό συγκλόνισε το Πανελλήνιο. Ποια είναι η αλήθεια; Ήταν άνθρωπος ο δολοφόνος, όπως φάνηκε από τις πρώτες καταγγελίες; Ή μήπως το συμπαθές ζώο έπεσε θύμα αγέλης άγριων σκύλων, όπως ανακοίνωσε το επίσημο πόρισμα των αρχών; Σε αυτό το θολό τοπίο, όπου η αλήθεια μπερδεύεται με την προπαγάνδα και η δικαιοσύνη με την ανάγκη για εξιλαστήρια θύματα, οι σκύλοι-ντετέκτιβ παλεύουν με νύχια και με δόντια για να βρουν τι συνέβη στ’ αλήθεια.
Με αφετηρία μια αληθινή ιστορία από το αστυνομικό δελτίο, με όχημα τη μέθοδο του θεάτρου ντοκιμαντέρ και με αναφορές στο φιλμ νουάρ και τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, αναπτύσσεται στη σκηνή μια πολιτική αλληγορία. Μια πολιτική αλληγορία με στοιχεία φιλμ νουάρ και σαρκαστικής κωμωδίας, μια σπαρακτική αλλά και απολαυστικά σουρεαλιστική ιστορία για την αλήθεια, τη μνήμη και τη συλλογική ευθύνη.
Στην παράσταση όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους. Η Έλενα Μαυρίδου ειδικά γίνεται σκύλος αστυνομικός, εργαλείο της εξουσίας, παίζει το γηραιότερο σκυλί στην αγέλη που έρχεται με σοφία να τοποθετηθεί απέναντί στους νέους αλλά και τη Δήμαρχο, και την ιδιοκτήτρια του δολοφονημένου σκυλιού που μοιράζεται την αγωνία της με τους θεατές διηγούμενη το φρικτό γεγονός που έχει συμβεί. Περιγράφει το σκηνικό εγχείρημα ως «ένα γρήγορο μοντάζ», μια σύνθεση από αποσπάσματα και τεκμήρια που δεν στηρίζεται στην κλασική εξέλιξη χαρακτήρων. Κι όμως, όπως σημειώνει, παρ’ όλο που η αφήγηση προχωρά με ταχύτητα και σταθερό δραματουργικό άξονα, το έργο δεν στερείται ψυχής. «Δεν χάνεται το πνεύμα των ανθρώπων που ερμηνεύουμε», λέει χαρακτηριστικά. «Δεν αλλάζουμε κοστούμια, η εικόνα δηλαδή του ερμηνευτή δεν γίνεται οπτικά αλλά επιτυγχάνεται μέσα από το σώμα, τις εναλλαγές στο ρυθμό και τη χωροταξία.»
Η παρουσία των σκύλων-ντετέκτιβ στη σκηνή δεν επιχειρεί να μιμηθεί ρεαλιστικά τη ζωική φύση, ούτε να καταφύγει σε μανιέρα ή καρικατούρα. Το αντίθετο: η ομάδα δούλεψε εντατικά πάνω στη σωματικότητα, στη μετάβαση, στο πώς ένας άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί σε σκύλο μπροστά στα μάτια του κοινού χωρίς τεχνάσματα.
«Όταν έχεις να δουλέψεις με ζωόμορφα πράγματα, υπάρχει πάντα αυτός ο κίνδυνος», μου αναφέρει. «Γι’ αυτό και δουλέψαμε πολύ τη φόρμα — πώς κινείται ένας σκύλος, αλλά και πώς συμβαίνει η μετάβαση από άνθρωπο σε σκύλο. Αυτή η μεταμόρφωση δεν ακολουθεί μια αυστηρή “φόρμουλα”, συμβαίνει σχεδόν οργανικά, με τη συμμετοχή του κοινού. Όλα γίνονται μπροστά στα μάτια τους, με μια λεπτή, υπόγεια σύνδεση.»
Εκεί ακριβώς εδράζεται και η δύναμη της παράστασης: στο ότι δεν «φορά» τους ρόλους, αλλά τους μεταμορφώνει. Δεν προσποιείται τα σκυλιά – γίνεται ένα μαζί τους, μέσα από μια ευφυή φόρμα που αποφεύγει την κυριολεξία και ακουμπά τη μεταφορά.
Δεν ήταν το κείμενο που την κέρδισε πρώτα σε αυτή τη συνεργασία – ήταν η εμπιστοσύνη. Η Έλενα Μαυρίδου δεν χρειάζεται εγγυήσεις για να πει το «ναι» σε μια συνεργασία· αρκεί η ομάδα. «Εκτιμώ πολύ τον Ανέστη Αζά, επομένως ενθουσιάστηκα με την πρόταση να συνεργαστούμε. Ήταν για μένα εγγύηση το αποτέλεσμα. Μου αρκούσε η ομάδα. Μια ομάδα με όραμα. Όταν συμφώνησα, δεν είχα δει ακόμη το κείμενο. Ξέρω όμως πως υπάρχει πάντα μια ροή στα έργα τους — τα εξελίσσουν, τα μετακινούν κατά τη διάρκεια της πρόβας. Είναι ένας τρόπος εργασίας πολύ δελεαστικός. Ενέχει πάντα ρίσκο, αλλά είναι γοητευτικός.».

Μια «αγέλη» θεάτρου επιστρέφει στη σκηνή με νέα ένταση, αφοπλιστική επικαιρότητα και ηχηρή φωνή
Μετά την τεράστια επιτυχία της απολαυστικά αιχμηρής Δημοκρατίας του Μπακλαβά, που ταξίδεψε σε Ελλάδα και εξωτερικό, ο Ανέστης Αζάς και η ταλαντούχα δημιουργική του ομάδα επιστρέφουν με Τα Σκυλιά που έκαναν πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2024 και ανεβαίνουν από τις 25 Απριλίου και για δέκα μόνο παραστάσεις στο Θέατρο Κιβωτός.
Όταν ένα έργο επιστρέφει στη σκηνή, δεν επανέρχεται ποτέ ουδέτερα. Φέρει μαζί του τις σιωπές του κοινού, τις δικές του μνήμες και, κάποιες φορές, τη βαθιά επιθυμία των συντελεστών να «προχωρήσουν». Στην περίπτωση της παράστασης Τα Σκυλιά, η περσινή παρουσίασή της στο Φεστιβάλ Αθηνών δεν άφησε απλώς θετικές εντυπώσεις· άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στη σύγχρονη θεατρική μνήμη. Σε μία από τις τρεις παραστάσεις, το ρεύμα κόπηκε ξαφνικά. Αυτό που θα μπορούσε να ήταν μια τεχνική δυσλειτουργία, μετατράπηκε σε μια σχεδόν τελετουργική στιγμή. Η Έλενα Μαυρίδου, πάνω στον μονόλογό της – έναν μονόλογο φορτισμένο με όσα κουβαλά η σιωπή, η αδικία, η αγωνία απέναντι στο ανείπωτο – βρέθηκε ξαφνικά να ερμηνεύει χωρίς φώτα, χωρίς τεχνητή ενίσχυση. Μόνο με τη φωνή της.
«Ήταν μια ιδιαίτερη και συγκινητική στιγμή», θυμάται. «Μέσα σε εκείνο το σκοτάδι, με όλο αυτό το συναισθηματικό φορτίο για τις αδικίες γύρω μας, για όλα όσα συγκαλύπτονται δίπλα μας, συνέβη ένα black out. Κλήθηκα να λειτουργήσω οργανικά, άμεσα – εδώ και τώρα – με μόνο εργαλείο τη φωνή μου. Και κάτι μαγικό συνέβη. Οι θεατές σήκωσαν τα κινητά τους και μας φώτισαν. Δημιουργήθηκε μια ατμόσφαιρα κοινής τελετουργίας, μια σιωπηλή, αλλά τόσο ηχηρή συνάντηση.»


Μια πράξη που φωτίζει – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια στιγμιαία συλλογική χειρονομία που προσέδωσε ακόμη περισσότερο βάθος στα λόγια της σκηνής. Γιατί όταν το θέατρο απογυμνώνεται από τα τεχνικά του μέσα, απομένει μόνο ο άνθρωπος. Και η αλήθεια του.
Στην καρδιά της παράστασης, ένας μονόλογος λειτουργεί σαν ηχηρή κραυγή απέναντι στη συλλογική αδράνεια. «Ένας άνθρωπος σαν και εμένα δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ένα ολόκληρο χωριό δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Χώρα ολόκληρη δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Σήμερα είναι ο σκύλος, αλλά αύριο μπορεί να είμαι εγώ», λέει επί σκηνής η Έλενα Μαυρίδου — μια φράση που δεν χάνεται στη ροή της παράστασης, αλλά καρφώνεται στη μνήμη.
Έναν χρόνο μετά, ο μονόλογος αυτός δεν είναι ο ίδιος. Έχει μεταμορφωθεί, όπως και η επικαιρότητα που τον τροφοδοτεί. «Μετά από όλα όσα έχουν συμβεί φέτος, ο μονόλογός μου έχει μπολιαστεί ποικιλοτρόπως», λέει η ίδια. «Στην πραγματικότητα, μιλάω για πολύ περισσότερα πράγματα από ό,τι πέρυσι. Η φράση “σήμερα είναι ο σκύλος αλλά αύριο μπορεί να είμαι εγώ” παίρνει άλλη βαρύτητα πια. Σαν να μεγαλώνει μέσα μου όσο την επαναλαμβάνω.»
Ευαισθητοποιημένη απέναντι στην αδικία — τόσο μέσα από τον ρόλο της ιδιοκτήτριας του σκύλου που δολοφονείται βάναυσα, όσο και σε προσωπικό επίπεδο — η Έλενα Μαυρίδου μιλά με καθαρότητα και συγκίνηση για το αίσθημα αδυναμίας απέναντι στη βία της εξουσίας και της συγκάλυψης. «Κάθε χαμένο παιχνίδι που έχουμε με την εξουσία είναι σημαντικό για να συνεχίζουμε», τονίζει. «Η φωνή μπορεί αρχικά να μη φτάνει πουθενά, αλλά έχει αξία να επιμένουμε. Είναι σκληρός ο κόσμος που ζούμε και έχει σημασία να προσπαθούμε.»
Η συζήτησή μας δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τα γεγονότα που σημάδεψαν το τελευταίο διάστημα την ελληνική κοινωνία. Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη και η έκρηξη διαμαρτυρίας που ακολούθησε φέρνουν το προσωπικό στο δημόσιο πεδίο. Η ίδια, μαζί με την κόρη της, βρέθηκε στους δρόμους με ένα χειρόγραφο μήνυμα – μία ήσυχη αλλά σταθερή φωνή. «Μου έδωσε μεγάλη ελπίδα η παρουσία όλου αυτού του κόσμου στους δρόμους. Όσο είμαστε αφυπνισμένοι προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης, τόσο τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν. Και αυτό είναι το μόνο που μας κρατά όρθιους.»


Η απουσία του Cem Yiğit Üzümoğlu από την επανάληψη των Σκυλιών — εξαιτίας της απαγόρευσης εξόδου από την Τουρκία — δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική απώλεια. Ήταν μια σιωπηλή, βαριά πολιτική δήλωση. Μια δήλωση που, παρά τη σιωπή της, έκανε πολύ θόρυβο. Για την Έλενα Μαυρίδου, που βρέθηκε πλάι του στη σκηνή, η απουσία αυτή δεν ήταν απλώς συναισθηματική — ήταν και συμβολική. Πώς βίωσε ως συνοδοιπόρος του στη σκηνή, αυτή την αναγκαστική απουσία; Τη ρωτάω.
«Κατά αρχήν στεκόμαστε δίπλα του υπέρμαχοι του ελεύθερου λόγου και της ελεύθερης έκφρασης. Ήταν σοκαριστικό όταν το μάθαμε αυτό. Μας λείπει πολύ σε όλη την ομάδα. Ο αντικαταστάτης του, ο Μιχάλης Πητίδης είναι ένας εξαίρετος ηθοποιός, ένας εκ των συγγραφέων της ομάδα, και όλοι μαζί προχωράμε μαζί με τον Cem στο μυαλό μας.»
Δεν πρόκειται απλώς για έναν ηθοποιό που απουσιάζει. Πρόκειται για μια παρουσία που — μέσα από την απουσία της — έγινε ακόμη πιο έντονη.
Το επόμενο σκηνοθετικό εγχείρημα της Έλενας Μαυρίδου αντλεί υλικό από τη λαϊκή παράδοση και τη σκοτεινή ποίηση του Κωνσταντίνου Δομηνίκ
Και μετά από όλα αυτά; Τι ακολουθεί όταν τα φώτα σβήνουν και τα σκυλιά παύουν, προς το παρόν, να ερευνούν; Η Έλενα Μαυρίδου δεν σταματά. Το επόμενο της βήμα την φέρνει από τα πολιτικά αποτυπώματα της σύγχρονης κοινωνίας στις αχνές σκιές της λαϊκής φαντασίας και του τρομακτικού. Πρόκειται να σκηνοθετήσει το έργο ΣΑΡΜΑΝΤΖΑ, του Κωνσταντίνου Δομηνίκ — ενός από τους πιο ιδιαίτερους συγγραφείς της νεότερης γενιάς, με καταγωγή από την Πιερία που θα κάνει πρεμιέρα στις 26 Ιουνίου στην Πειραιώς 26 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Το έργο διαδραματίζεται σε έναν τελετουργικό χώρο, όπου το σώμα και η ύλη μετατρέπονται σε φορείς μνήμης και ενσώματης παράδοσης.

Ο Γιάννης, ήρωας του έργου, στέκει πάνω από τον ανοιχτό τάφο της μάνας του, σε μια ερημική άκρη του νεκροταφείου, στο σημείο που οι ντόπιοι αποκαλούν «Σαρμάντζα» — λόγω της ελαφράς κλίσης του εδάφους. Στο ημίφως κρατά ένα μπιμπερό και μια χειροβομβίδα: ζωή και θάνατος ισορροπούν στα χέρια του, σαν δυο ζευγάρια αντίθετες προσευχές. Λήθη ή μνήμη; Συγχώρεση ή εκδίκηση; Φως ή σκοτάδι; Λύτρωση ή καταδίκη;
Ο Γιάννης ταλαντεύεται ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις, μέχρι την έσχατη στιγμή — εκεί όπου οι λέξεις σταματούν και απομένει μόνο το σώμα να αφηγηθεί. Τον Γιάννη υποδύεται ο Γιάννης Τσορτέκης. «Ένα έργο με φοβερό χιούμορ και συγχρόνως μια διαδρομή εξαγνισμού και αποκατάστασης κάποιων πραγμάτων.»

