Φαντάσου έναν αντεστραμμένο κόσμο
όπου η πραγματικότητα είναι σχεδιασμένη
ως μια ατμώδης ροή δόνησης και αντήχησης,
όπου οι λέξεις διαλύονται σε ηχώ που τρεμοπαίζει,
η σωματικότητα γίνεται διάχυτη,
σχεδόν χάνεται σε μια ονειρική κατάσταση ακουστικότητας.
— David Toop, Resonant Frequency

Στο “Sonic Dances” τρεις χορεύτριες συναντιούνται μεταξύ φωνής και κίνησης, συνθέτοντας ένα πολυεπίπεδο ηχοσωματικό τοπίο. Το έργο πραγματεύεται την κίνηση και τον ήχο με ίσους όρους. Αμφισβητεί την κυριαρχία του οπτικού στην αναπαράσταση του χορού, διαμορφώνοντας μια πολυαισθητηριακή εμπειρία με διαφορετικά σημεία πρόσβασης. Αναζητά τα άυλα όρια της χορογραφίας μέσω του ρυθμού, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα έναν ηχητικό χορό και έναν χορευτικό ήχο. Μέσω των σωμάτων και των φωνών τους, οι χορεύτριες δημιουργούν μία ρυθμική σύνθεση που ισορροπεί μεταξύ του συγχρονισμού και της πολυρυθμίας. Το έργο αναπτύσσεται παράλληλα μέσω της κίνησης, της φωνής, της μουσικής και της γραφής, που συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται. Μία πρόταση διασπάται σε λέξεις, γράμματα και συλλαβές· γίνεται η αφορμή για τον σχηματισμό ρυθμικών μοτίβων που πάλλονται, μετακινούνται, διασκορπίζονται και ηχούν. Οι χορεύτριες δημιουργούν μία συνθήκη όπου παρακολουθούν η μία τον ρυθμό της άλλης, ως μια πρακτική διευρυμένης παρουσίας. Σταδιακά παραδίδονται στα πολυρυθμικά τοπία που οι ίδιες δημιουργούν. Μια αίσθηση μνήμης υπονοείται, όπου αυτό που έχει ήδη ειπωθεί ή γίνει προδιαγράφει αυτό που ακολουθεί. Το Sonic Dances κινείται ανάμεσα στην όραση και την ακοή, με τη μία αίσθηση να προσκαλεί τη φαντασία της άλλης.

Το Sonic Dances έρχεται ως συνέχεια των προηγούμενων έργων μου που αναπτύχθηκαν με ιδιαίτερη έμφαση στις αισθητικές προεκτάσεις της προσβασιμότητας στις παραστατικές τέχνες. Το 2020, δημιούργησα το ντουέτο Re-call, το οποίο έκανε πρεμιέρα στη Στέγη, στο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων #8, σε συνεργασία με δύο χορεύτριες με κινητική αναπηρία, εστιάζοντας στις καθημερινές τους κινήσεις. Στη διάρκεια των προβών μας βρέθηκα σε μία διάλεξη στη Στέγη του Dr. Joel Snyder για την Ακουστική Περιγραφή στον κινηματογράφο, η οποία με ενέπνευσε πάρα πολύ. Πρόκειται για μία μορφή προφορικής αφήγησης όπου περιγράφονται τα οπτικά στοιχεία ενός έργου διευκολύνοντας την κατανόησή του από άτομα με οπτική αναπηρία. Ήδη από τις σπουδές μου στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης με ενδιέφερε η σχέση γλώσσας και κίνησης, μορφής και περιεχομένου. Μετά την διάλεξη, μαθαίνοντας για την υπηρεσία της ακουστικής περιγραφής θέλησα να εξερευνήσω κι άλλο αυτή τη σχέση γλώσσας και κίνησης, πλέον με έναν επιπλέον στόχο, αυτόν της προσβασιμότητας στις παραστατικές τέχνες. Έτσι, στο τελικό στάδιο δημιουργίας του Re-call, αφιερώθηκα στη συγγραφή ενός κειμένου, εμπνευσμένου από τη λειτουργία της ακουστικής περιγραφής με στόχο να ξεφεύγει από την αναλυτική περιγραφή όσων συμβαίνουν στη σκηνή. Θέλησα να πειραματιστώ με ένα είδος γραφής η οποία συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν λιγότερα στοιχεία που υπογραμμίζουν την προσωπική μου αντίληψη για αυτό που βλέπω. Ενώ η ακουστική περιγραφή προσφέρεται συνήθως ως ένα επιπρόσθετο κανάλι ήχου, διαθέσιμο σε όσους/ες τη χρειάζονται, μέσω ασύρματων ακουστικών, χωρίς να ακούγεται στον χώρο της παράστασης, το κείμενο που έγραψα για την περιγραφή του Re-call ενσωματώθηκε στη μουσική σύνθεση του έργου, σε συνεργασία με την Θάλεια Ιωαννίδου που έγραψε τη μουσική, ώστε να ακούγεται από τα ηχεία του χώρου. Για μένα ήταν μία ακόμα καλλιτεχνική επιλογή που προστέθηκε στο σύνολο του έργου και στην οποία ήθελα να έχει πρόσβαση όλο το κοινό.

 

photo: Giorgos Athanasiou

 

Αυτή η πρώτη απόπειρα δημιουργίας ακουστικής περιγραφής για χορό ήταν το έναυσμα δημιουργίας του επόμενου έργου, του σόλο Phrases, το οποίο αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του 8μηνου προγράμματος φιλοξενίας καλλιτεχνών (residency) στο K3– Zentrum für Choreographie | Tanzplan του Αμβούργου και παρουσιάστηκε στο Kampnagel (2022). Στο Phrases πειραματίστηκα με τη διασταύρωση της ακουστικής περιγραφής με τη σύγχρονη όπερα, και με τις χορογραφικές δυνατότητες του υποτιτλισμού για κωφά και βαρήκοα άτομα. Αναθεωρώντας την καθιερωμένη τεχνική της ακουστικής περιγραφής και αναζητώντας τρόπους να δημιουργήσω μία κοινή εμπειρία για όλα τα μέλη του κοινού, στο Phrases έγραψα μία μορφή ακουστικής περιγραφής που εστίασε στα μη οπτικά στοιχεία του έργου. Για παράδειγμα, περιέγραψα τις κινήσεις του επί σκηνής σώματος μέσα από τη λειτουργία των μυών, των αρθρώσεων και των οργάνων, δίνοντας έμφαση σε όσα παραμένουν αόρατα στο βλέμμα. Επιπλέον, αντί να περιγράψω τον χώρο όπως τον βλέπω, αναφέρθηκα στα υλικά κατασκευής του, καθώς και στην ιστορία του.

Μετά την ολοκλήρωση του Phrases ακολούθησε μία περίοδος εκτεταμένης έρευνας στο πλαίσιο διεθνών προγραμμάτων φιλοξενίας καλλιτεχνών και υποτροφιών. Τον Νοέμβριο του 2022 κατά την παραμονή μου στο χορογραφικό κέντρο NAVE Centro de Creación y Residencia στο Σαντιάγο της Χιλής εμβάθυνα στην ιδέα της ακουστικής περιγραφής ως κειμένου που δίνει πρόσβαση στα αθέατα στοιχεία ενός χορού, εστιάζοντας αυτή τη φορά στην ιστορία. Ως αντικείμενο μελέτης επέλεξα τους χορούς Cueca και Cueca Sola της Χιλής. Εργάστηκα πάνω στη συγγραφή ενός πρωτότυπου κειμένου που επικεντρώθηκε στο κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο των χορών. Από τα τεχνικά στοιχεία του χορού επέλεξα να κρατήσω τον ρυθμό του, τον οποίο χρησιμοποίησα τόσο στην κίνηση όσο και στην ανάγνωση του κειμένου που έγραψα, καταλήγοντας στην παρουσίαση του έργου Stories hidden behind rhythms and dances.

 

photo: Giorgos Athanasiou

 

Μετά το ταξίδι μου στη Χιλή, το ενδιαφέρον μου στράφηκε προς τον ρυθμό. Αναζήτησα τρόπους να χρησιμοποιήσω τον ρυθμό ώστε να εξελίξω την ιδέα της καλλιτεχνικής ενσωμάτωσης των υπηρεσιών προσβασιμότητας στη δουλειά μου. Έτσι, το 2023 με υποτροφία από τον φορέα Dis-Tanz-Solo Des Dachverband Tanz Deutschland επικεντρώθηκα στη μελέτη της πολυρυθμίας, της συνύπαρξης, δηλαδή, δύο ή περισσότερων ρυθμών. Την ίδια χρονιά στο διεθνές πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών στο Seoul Dance Centre στη Ν. Κορέα ανέπτυξα την έρευνα με τίτλο Accessible choreographic approaches of polyrhythmic structures, όπου πειραματίστηκα με ποικίλους τρόπους ερμηνείας μιας ακουστικής περιγραφής χρησιμοποιώντας πολυρυθμικές σχέσεις σε συνεργασία με τέσσερις χορεύτριες από τη Σεούλ.

Προσβασιμότητα

Προσεγγίζω την έννοια της προσβασιμότητας και τις αισθητικές προεκτάσεις αυτής στον τομέα του χορού ως μία πρακτική αποκέντρωσης του οπτικού ως του κυρίαρχου μέσου αναπαράστασης του χορού. Αναζητώ και δημιουργώ πολυαισθητηριακές εμπειρίες που προσφέρουν πολλαπλά σημεία πρόσβασης σε ένα χορογραφικό έργο. Ο θεωρητικός του χορού André Lepecki στο βιβλίο του “Singularities: Dance in the age of performance”, αναφέρει στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο Ιn the Dark: «Απομακρυνόμενοι στιγμιαία από το πεδίο του φωτός ως το κυρίαρχο και υπερβατικό στοιχείο της αναπαράστασης και της οπτικής αντίληψης, και πιο συγκεκριμένα απομακρυνόμενοι από την κυριαρχία του φωτός πάνω στην αυτο-παρουσίαση του χορού ως τέχνη αναπαράστασης κινούμενων, ή και μη κινούμενων, αλλά σίγουρα πάντα ορατών, πάντα (ανα)προβαλλόμενων σωμάτων, νιώθουμε πως απομακρυνόμαστε αμέσως από τον κόσμο των δυνατοτήτων. Ωστόσο, είναι πιθανόν οι χορογραφικές προσεγγίσεις του μη ορατού να επιτρέψουν στον θεατή να δει, να ακούσει ή να αισθανθεί κάτι άλλο που απελευθερώνει τον χορό από τα δεσμά μιας τέχνης που ανήκει στο φως, τα φώτα και στη σφαίρα της οπτικής εικόνας».

Επαναδιατυπώνοντας, και εστιάζοντας στο θέμα της δημιουργίας καθολικά προσβάσιμων έργων, πιστεύω πως η αναζήτηση διαφορετικών χορογραφικών μέσων που εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό έχει την δυνατότητα να ξεκλειδώσει άλλες πτυχές του χορού και να αρθρώσει ερωτήματα σχετικά με το πως προσλαμβάνουμε, πως αναλύουμε και πως αντιλαμβανόμαστε το σώμα, την κίνηση, τον χορό και την χορογραφία εν γένη.

Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζω την προσβασιμότητα έχει επηρεαστεί καταλυτικά από το έργο του Joseph Kosuth, One and three chairs (1965). Αναπαριστά μία καρέκλα με τρεις τρόπους: μία καρέκλα, μία φωτογραφία της ίδιας καρέκλας και έναν ορισμό της καρέκλας από το λεξικό. Η εγκατάσταση αποτελείται, δηλαδή, από ένα αντικείμενο, μία εικόνα και ένα κείμενο. Ο Kosuth με το έργο αυτό θέτει το ερώτημα: Ποια αναπαράσταση της καρέκλας είναι πιο κοντά στην ιδέα της καρέκλας; Μετατρέπει μια απλή ξύλινη καρέκλα σε αντικείμενο συζήτησης και αναζήτησης νοημάτων. Οι τρεις εναλλακτικές αναπαραστάσεις δίνουν διαφορετικές οπτικές, οι οποίες για μένα προσφέρουν τρία πιθανά σημεία πρόσβασης στην ιδέα της καρέκλας. Στόχος των έργων μου είναι να δώσω πολλαπλά σημεία πρόσβασης και θέασης του χορού εξερευνώντας τον συνδυασμό διαφορετικών μέσων.

Επαναπροσδιορίζω τη διαδικασία δημιουργίας των έργων μου και αναπτύσσω μεθοδολογίες που τα καθιστούν προσβάσιμα a priori, αντί να τα διαμορφώνω εκ των υστέρων με τα σχετικά, εξειδικευμένα, τεχνικά μέσα (π.χ. ακουστικά). Η σημασία και η απόλυτη αναγκαιότητα μετατροπής παραστάσεων σε προσβάσιμες μετά την ολοκλήρωση της δημιουργικής διαδικασίας, είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, με ενδιαφέρει να δουλεύω πέρα από την παροχή προσβάσιμων υπηρεσιών, οι οποίες προστίθενται εκ των υστέρων στα έργα, προς την αναζήτηση αισθητικών και καλλιτεχνικών μέσων για τη δημιουργία καθολικά προσβάσιμων έργων.

Καλλιτεχνικές αναφορές:

Kim Beom

Ένας καλλιτέχνης που έχει επηρεάσει το έργο μου είναι ο Kim Beom, την ατομική έκθεση του οποίου παρακολούθησα στη Σεούλ το 2023. Αυτό που με εντυπωσίασε στα έργα του εικαστικού είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την γλώσσα και την γραφή προκειμένου να ενεργοποιήσει το πεδίο της φαντασίας. Ο ίδιος, αναφερόμενος στα έργα του λέει πως «αυτό που βλέπεις δεν είναι όλο αυτό που βλέπεις». Η σκέψη αυτή με εμπνέει στην αναζήτηση τρόπων να μιλήσω για τα πράγματα που βλέπω μέσα από το πρίσμα του μη ορατού. Συχνά επιστρέφω στα έργα του ως αναφορές που διευρύνουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την προσβασιμότητα μέσα από τη σχέση κίνησης, γλώσσας και ήχου.

 

 

Kameelah Janan Rasheed

Κατά τη διάρκεια της έρευνας για το Sonic Dances αναρωτήθηκα ποια θα μπορούσε να είναι μία καλλιτεχνική προσέγγιση του υποτιτλισμού για κωφά και βαρήκοα άτομα. Εκείνη την περίοδο βρέθηκα στο Βερολίνο στην έκθεση της Kameelah Janan Rasheed. Η Rasheed εστιάζει το έργο της στην υλικότητα του κειμένου, της γραφής και της γλώσσας, καθώς και στις δυνατότητες της μετάφρασης. Θεωρεί τα γράμματα ως χαρακτήρες με ιστορία, επιθυμίες και εσωτερικότητα και τα ενσωματώνει στα γραπτά της, τα σχολιάζει, τα μοντάρει και τα κολλάει σε τοίχους. Ήδη στο προηγούμενο έργο μου Phrases θέλησα να χρησιμοποιήσω τον υποτιτλισμό ως μέσο δημιουργίας μίας συνθήκης συλλογικής ανάγνωσης εντός του χώρου του θεάτρου. Χορογράφησα γράμματα και λέξεις στη σκηνή προσκαλώντας το κοινό σε μία ενεργητική ανάγνωση που δεν ακολουθούσε τη γραμμικότητα της σελίδας. Στο Sonic Dances συνεργάζομαι με τον εικαστικό Barba Dee με στόχο η προσωπική του χειρονομία να είναι μέρος του υποτιτλισμού του έργου.

 

 

Carolyn Lazard

Η συνήθως συμπληρωματική μορφή των υπότιτλων κυριαρχεί στο έργο της Lazard A Recipe for Disaster και συνοδεύεται από τη δική της φωνή ως ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία, παρέχοντας πληροφορίες για τα οπτικά στοιχεία της εκπομπής μαγειρικής The French Chef με πρωταγωνίστρια την Julia Child. Η καλλιτέχνιδα έχει εμπλουτίσει περαιτέρω το αρχικό υλικό προσθέτοντας ένα κείμενο που μοιάζει με μανιφέστο, το οποίο κυλάει στην οθόνη με κίτρινα κεφαλαία γράμματα, και διαβάζεται ταυτόχρονα από μια δεύτερη φωνή. Μέσω αυτής της διαστρωμάτωσης κειμένου, ήχου και εικόνας, η Lazard τονίζει τη σημασία της προσβασιμότητας των (μέσων), η οποία δεν θα έπρεπε να αποτελεί απλώς ένα συμπλήρωμα, αλλά μια θεμελιώδη αρχή της κοινωνικής μας δομής.

 

 

Alvin Lucier

Από το πεδίο της μουσικής έχω επηρεαστεί από τον συνθέτη Alvin Lucier και το έργο I Am Sitting in a Room. Το κείμενο που διαβάζει περιγράφει αυτό ακριβώς που κάνει «Κάθομαι σε ένα δωμάτιο, το ίδιο που βρίσκεστε κι εσείς τώρα. Ηχογραφώ τον ήχο της φωνής μου που μιλάει». Ο Lucier επαναλαμβάνει την διαδικασία της ηχογράφησης μέχρι η ομιλία, επηρεασμένη από τις συχνότητες του δωματίου, να παραμορφωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτό που απομένει τελικά από τα ίχνη του κειμένου είναι ένα ηχοτοπίο. Η διαρκής αυτή μετατόπιση από το νοηματικό περιεχόμενο της γλώσσας στην ηχητικότητά της μορφής της είναι από τα βασικά στοιχεία που επιδιώκω στο Sonic Dances.

 

 

Alma Söderberg

Την περίοδο που έγραφα την αίτηση για το Sonic Dances, συνεργαζόμουν ως χορεύτρια για ένα έργο στη Γερμανία με τον δραματουργό Igor Dobricic, με τον οποίο συζητούσα για τις ιδέες μου και τους στόχους του επόμενου έργου σε σχέση με την πολυρυθμία και τη προσβασιμότητα. Ο Igor μου σύστησε τη δουλειά της Alma Söderberg, χορογράφος και περφόρμερ από τη Σουηδία που δουλεύει με τη μουσική και τον χορό. Χωρίς να έχω δει ποτέ από κοντά τη δουλειά της, αναζήτησα τα έργα της ψηφιακά και διάβασα για τις μεθόδους που αναπτύσσει στη δημιουργική διαδικασία. Η Alma Söderberg ασχολείται με τη σχέση μεταξύ ακοής και όρασης και χρησιμοποιεί τις πολυρυθμίες και την πολυφωνία ως εργαλεία ανάπτυξης μιας πρακτικής “ακρόασης της κίνησης”. Αυτή η ιδέα της πρακτικής ακρόασης της κίνησης με ενδιαφέρε στο Sonic Dances τόσο στη σχέση που αναπτύσσουμε οι χορεύτριες μεταξύ μας, όσο και στη πρόσβαση που δύναται να δωθεί στον ήχο μέσω της κίνησης. Αναζήτησα ποια μπορεί να είναι η φωνή της κίνησης και ποια η κίνηση της φωνής και πως μπορεί το κοινό να φανταστεί ότι ακούει την φωνή βλέποντας την κίνηση, ή να φανταστεί την κίνηση ακούγοντας τη φωνή.

 

 

Mette Edvardsen

Ακόμα μία χορογράφος το έργο της οποίας με εμπνέει είναι η Mette Edvardsen από τη Νορβηγία, η οποία στα έργα της εξερευνά τη σχέση του σώματος με τη γλώσσα, τον λόγο, τα βιβλία και τη γραφή. Με την Mette Edvardsen γνωριστήκαμε όταν έκανα το residency στο Αμβούργο, στο K3, το 2021-22, και ήταν μέντοράς μου κατά τη διάρκεια δημιουργίας του έργου Phrases. Μιλήσαμε αρκετά για τη δύναμη της γλώσσας να δημιουργεί εικόνες και πώς αυτό μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης στις παραστατικές τέχνες μέσω του σώματος. Ήταν μια συνάντηση που με επηρέασε βαθιά, καθώς μου άνοιξε έναν καινούριο τρόπο σκέψης για τον τρόπο που δουλεύω. Η Mette μοιράστηκε γενναιόδωρα μαζί μου καλλιτέχνες και θεωρητικούς που την έχουν επηρεάσει, προτείνοντάς μου να εμβαθύνω στο έργο τους, ενώ μου έδωσε και κείμενα που αφορούν την καλλιτεχνική μου έρευνα, τα οποία λειτούργησαν σαν εργαλεία σκέψης και δημιουργικής επεξεργασίας. Ένα από τα έργα της που με έχει εμπνεύσει ιδιαίτερα είναι το Black, μια σόλο παράσταση στην οποία μέσα από τον προφορικό λόγο και την κίνηση γίνεται ορατός ένας κόσμος αντικειμένων που δεν υπάρχουν στον χώρο. Η Mette Edvardsen χρησιμοποιεί την επανάληψη, η οποία καθιερώνει έναν ρυθμό στο σύνολο του έργου, ώστε να ζωντανέψει εικόνες μέσα από τον λόγο και την κίνηση.

 

 

Info

“Sonic Dances” | ΦΙΑΤ (Φαλήρου 97, Κουκάκι – 117 41)

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, το Behörde für Kultur und Medien – Hamburg, το Ίδρυμα Hamburgische Kulturstiftung, το Ίδρυμα Claussen Simon Stiftung και το Scheherazade Stiftung.

Η παράσταση υποστηρίζεται από το Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου, το Goethe-Institut Athen, το FLUX Laboratory Athens μέσω καλλιτεχνικής φιλοξενίας και την ARTWORKS.