Ένας συγγραφέας ετοιμάζεται να γράψει ένα βιβλίο για έναν νέο που αγωνιά, ερωτεύεται, απελπίζεται, αυτοκτονεί και τελικά ανασταίνεται. Το πεζογράφημα Ο πεθαμένος και η ανάσταση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη καταπιάνεται με τον έρωτα, την απογοήτευση, τη θρησκευτικότητα, την αναζήτηση του εαυτού, καθώς και την πορεία προς την καλλιτεχνική δημιουργία, μέσα από τη σχέση του παλιού με το νέο. Το κείμενο διαπνέεται από τη βαθιά θρησκευτικότητα και τη μυστικιστική ματιά του Πεντζίκη, που συνδυάζει την ορθόδοξη πίστη με την καθημερινότητα και την προσωπική εμπειρία. Ένα ιδιαίτερο πεζογράφημα που ανήκει στο προσωπικό και ιδιόμορφο ύφος του συγγραφέα, όπου η αφήγηση ρέει σαν ένα ποτάμι σκέψεων, εικόνων και αναφορών.
Ο διακεκριμένος συνθέτης Νικόλας Τζώρτζης, ζωντανεύει επί σκηνής το συνειρμικό, αινιγματικό και νεωτερικό σύμπαν του λογοτέχνη και εικαστικού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη σε μια νέα φιλόδοξη παραγωγή στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε σκηνοθεσία της Αναστασίας Κουμίδου. Μια δίνη από λέξεις, ήχους, αφηγήσεις, εκρηκτικά ηχητικά τοπία και αδιόρατες μελωδίες υφαίνουν τον καμβά της όπερας Ο πεθαμένος και η ανάσταση, ξεδιπλώνοντας την αφήγησή της μέσα από δώδεκα σκηνές.
Λίγο πριν την πρεμιέρα της νέας όπερας μιλήσαμε με την Αναστασία Κουμίδου για αυτή την πρώτη της αναμέτρηση με το σύγχρονο οπερατικό έργο, τις προκλήσεις αλλά και την εξέλιξη της σύγχρονης όπερας σε σχέση με το σύγχρονο θέατρο και την πειραματική σκηνή.

Μιλήστε μας για αυτή την ενδιαφέρουσα συνεργασία. Πώς προέκυψε; Ήταν η πρώτη σας γνωριμία με το έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη;
Μία μακριά αλυσίδα γεγονότων έρχεται στο μυαλό μου καθώς προσπαθώ να τα βάλω σε τάξη για να ανατρέξω στις πρώτες μου σκέψεις. Ένας στροβιλισμός του χρόνου εμπεριέχει την πρώτη μου γνωριμία με το έργο του Ν. Γ. Πεντζίκη, την πρώτη μου συνάντηση με τον συνθέτη Νικόλα Τζώρτζη και τα πρώτα μου σκίτσα για τη σκηνοθετική μακέτα της όπερας «Ο πεθαμένος και η ανάσταση». Ήμουν 19 χρονών, περίπου, όταν ο κινηματογραφικός σκηνοθέτης και εικαστικός Χρίστος Κεχαγιόγλου, μου πρότεινε να πρωταγωνιστήσω στην ταινία «Θεσσαλονίκη-Αρχείο», το σενάριο της οποίας βασίστηκε στο Αρχείο του Πεντζίκη. Η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μερικές δεκαετίες και πολλά θεατρικά χιλιόμετρα αργότερα, ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, υπεύθυνος προγραμματισμού της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, μου αναθέτει τη σκηνοθεσία της όπερας του Νικόλα Τζώρτη, που βασίζεται πάνω στο ομότιτλο πεζογράφημα. Από το σινεμά στην όπερα, πάντα παραμένει οικείο το έργο, η ενέργεια, ο παλμός, το βλέμμα του Πεντζίκη.
Όταν σας έγινε η πρόταση για τη σκηνοθεσία, νιώσατε ότι «ενώθηκε το έρμα» με την προσωπική σας διαδρομή, τον Πεντζίκη και τη γενέτειρά σας. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η σύνδεση; Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία μνήμης που εισχωρούν στη σκηνοθετική σας προσέγγιση;
Τα δύο τελευταία χρόνια, της εξαιρετικής συνεργασίας μου με τον συνθέτη, μελέτησα ξανά το έργο του Ν. Γ. Πεντζίκη, εμπνεύστηκα από τη συνειρμική του γραφή και από το αρχιτεκτονικά δομημένο λόγο του, δύο στοιχεία που αποτυπώνονται στην παρτιτούρα της όπερας μας, έγινα κι εγώ «παίζω-γράφος», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του ο Πεντζίκης, «παίζοντας» με τη σύνθεση της σκηνοθετικής μου μακέτας. Το πεζογράφημα Ο πεθαμένος και η ανάσταση είναι μία εσωτερική διαδρομή στη σκέψη του συγγραφέα, μία διαδρομή αυτοαναίρεσης, αυτοαμφισβήτησης και χιούμορ, ενώ, ταυτόχρονα, διηγείται την ιστορία του αυτόχειρα νέου που αναστήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Η έρευνά μου διευρύνθηκε στις ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου, στα εικαστικά κινήματα της μεταμοντέρνας σχολής της Θεσσαλονίκης και σε παραστάσεις σύγχρονης όπερας συνθετών, όπως ο Γιώργος Απέργης. Ξαναείδα και άντλησα από πειραματικές ταινίες του Jean Cocteau, της Maya Deren, του Bill Viola, της Meredith Monk. Εμπνεύστηκα από βιωματικές εικόνες που μου έχει περιγράψει ο παππούς μου, ο πατέρας μου, τους δρόμους, την ομίχλη, το φως που περπάτησα εγώ, και τις ίδιες τις αντιφάσεις της Θεσσαλονίκης όπως η πνευματικότητα και η εξωστρέφεια, η μελαγχολία και η χαρά, η παραμέληση και η πολυπολιτισμικότητα.



Αναφέρετε ότι δημιουργήθηκε ένα «σκηνοθετικό hypertext», ένας πολυεπίπεδος γεωγραφικός τόπος και χρόνος. Μπορείτε να μας δώσετε παραδείγματα του πώς αυτό αποτυπώνεται στη σκηνή; Υπάρχουν εικαστικές ή κινησιολογικές φόρμες που χρησιμοποιήσατε για να ενισχύσετε αυτό το πολυδιάστατο περιβάλλον;
Το «σκηνοθετικό hypertext» δημιουργήθηκε σταδιακά, καθώς ο συνθέτης μου έστελνε αποσπασματικά τις σκηνές από το λιμπρέτο και τη μουσική. Βυθιζόμουν κάθε φορά στην αφήγηση του Πεντζίκη, διάβαζα για τις εμμονές του, έβλεπα τον ίδιο σε ντοκιμαντέρ να μιλάει για το παραλήρημα της εμπύρετης έμπνευσης του, μελέτησα τη δομή, τα χρώματα, τις υφές των εικαστικών του έργων και το απόσταγμα όλων αυτών μου φανέρωνε στο χαρτί τον σχεδιασμό της εκάστοτε σκηνής. Η διαδικασία αυτή διήρκησε περίπου έναν χρόνο. Σε τεχνικό επίπεδο, οι μη οκταβιακές κλίμακες, ξενακικής φόρμας και λογικής που χρησιμοποιεί ο συνθέτης Νικόλας Τζώρτζης διεύρυναν το σκηνοθετικό όραμα, επέβαλαν τη δημιουργική πειθαρχία ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξαν κόμβους συνάντησης με το μουσικό ιδίωμα.
Η σκηνική οπτική λειτουργεί με δύο τρόπους στην παράστασή μας. Ο ένας είναι μέσα από τις αντανακλάσεις του «ουρανού», κοίλων panels που κρέμονται σαν σύννεφα πάνω από τη σκηνή και αντανακλούν σε μικρογραφία τη δράση, το φως, τα σχήματα. Και ο άλλος είναι μέσα από τις διαθλάσεις που δημιουργούν τα σώματα, τα υλικά, τα χρώματα πάνω στους μεγάλους, διπλής όψης, καθρέφτες που περικλείουν τον εσωτερικό χώρο του διάσημου φαρμακείου του Πεντζίκη, τόπο σύλληψης των έργων του και συνάντησης με άλλους ομότεχνούς του.
Παρόμοια λειτουργία μικρόκοσμου και μακρόκοσμου έχουν οι κάμερες, live stream και video projections. Δουλέψαμε με πολλαπλές και αλλεπάλληλες ασύμβατες που συνυπάρχουν μέσα από: τη διάδραση των performers (λυρικών τραγουδιστών και ηθοποιού) με τα πολυμέσα, τη σχέση τους με τις παρτιτούρες και το γραπτό κείμενο ως σκηνικό installation, την καθαρότητα και τη διάθλαση των σωμάτων τους, την polyglot αφήγηση ως live και ηχογραφημένο voice over. Ιδανικοί συνεργάτες στο χτίσιμο και την υλοποίηση του σκηνοθετικού hypertext είναι ο σκηνογράφος και σχεδιαστής βίντεο Γιάννης Κατρανίτσας, ο σχεδιαστής φωτισμών Νίκος Σωτηρόπουλος και οι Θεσσαλονικείς performers: η υψίφωνος Νίκη Λαδά σε πολλαπλές μεταμορφώσεις της Γυναίκας, ο βαρύτονος Νίκος Κύρτσος στον ρόλο του Νέου και ο ηθοποιός Αναστάσης Ροϊλός ως Ν.Γ. Πεντζίκης.


Περιγράφετε τη δημιουργία της παράστασης ως μια διαδικασία «αλληλεπίδρασης και όσμωσης» με τον συνθέτη και τους συνεργάτες σας. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η σχέση στην πράξη; Υπήρξαν συγκεκριμένα σημεία όπου η σκηνοθετική και η μουσική αφήγηση συγκρούστηκαν ή συγχωνεύτηκαν απρόσμενα;
Στο ποίημα του «Ανατομία της Μονοτονίας» ο Wallace Stephens γράφει: Το σώμα προχωρεί γυμνό κάτω από τον ήλιο Και, από τρυφερότητα ή θλίψη, ο ήλιος ανακουφίζει, έτσι ώστε κι άλλα σώματα να έρθουν να αδερφοποιήσουν την φαντασία μας με τα εργαλεία μας. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία «αλληλεπίδρασης και ώσμωσης», μέσα από την έμπνευση και τη μελέτη. Με τον συνθέτη διανύσαμε διαδρομές έρευνας, αναζήτησης, σχεδιασμού λαμβάνοντας υπόψη μας τα δεδομένα, μοιραστήκαμε τα «ευρήματα» και, μέσα από τις ανασκαφές μας, συνδημιουργήσαμε με καθαρότητα, χωρίς να ακολουθήσουμε κάποια πεπατημένη. Επιδιώξαμε τη σύγκρουση, διαφωνήσαμε και ανταλλάξαμε «δώρα» και μέσα από μία δική μας αυτοδημιούργητη μέθοδο οδηγηθήκαμε στην ταύτιση, στις πολλαπλές ηχητικές και σκηνικές διαστρωματώσεις.
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε ως σκηνοθέτρια, όταν συνδυάζετε τη μουσική και την υποκριτική δράση στην όπερα;
Όλη η διαδικασία και η υλοποίηση της είναι μια τεράστια πρόκληση. Για μένα, αυτό που λειτουργεί σαν ένα κορυφαίο μάθημα πειθαρχίας είναι η ακρίβεια του μέτρου της παρτιτούρας, η αμείλικτη παρουσία του χρόνου, σε μία πολύ απαιτητική και ελκυστική ταυτόχρονα συνθήκη, όπως είναι η σύνθεση του Νικόλα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο πρόκλησης, είναι η συνεχής ροή της συγκεκριμένης όπερας, η απουσία ραφών, η ασταθής σταθερότητα, εναλλαγής ρυθμών, και η συγχρονικότητα πολλαπλών αφηγήσεων μαζί με τις άριες. Μου είναι οικεία αυτή η φαινομενικά άναρχη δομή, το είδος αυτό σύγχρονης μουσικής είναι στις αγαπημένες μου playlists και έχω χρησιμοποιήσει, στο παρελθόν, μουσική των Xenakis, Stockhausen, Χρήστου σε σκηνοθετικές μου δουλειές στην Αμερική. Οπότε, εν κατακλείδι, αυτό που φαίνεται σαν πρόκληση είναι ένας καινούργιος δρόμος μαθητείας και είμαι ευγνώμων σε όλες και όλους συνεργάτες, καλλιτέχνες, τεχνικούς, προσωπικό της Λυρικής που είναι δίπλα μου με θετική διάθεση και πίστη σε όλο αυτό.

Πιστεύετε ότι η σύγχρονη όπερα μπορεί να αγγίξει ένα ευρύτερο κοινό σήμερα; Πώς βλέπετε την εξέλιξη του συγκεκριμένου είδους σε σχέση με το σύγχρονο θέατρο και την πειραματική σκηνή;
H σύγχρονη όπερα λείπει, καταρχάς, από το performance discourse, από τα παραστατικά θεωρητικά κείμενα και από τις πολιτισμικές σπουδές (cultural studies), όπως επισημαίνει ο καθηγητής Βασίλης Λαμπρόπουλος σε κείμενο στο ιστολόγιό του με τίτλο “Why does opera appear to critique to be so alien and distant?”. Επίσης, είναι ένα ιδιαίτερο στην υλοποίησή του είδος, εξαιρετικά δαπανηρό με υψηλές απαιτήσεις τόσο καλλιτεχνικές όσο και τεχνικές. Απαιτεί ακρίβεια, γνώση, πειθαρχία ταυτόχρονα με την έμπνευση, τους πειραματισμούς και την αδιάρρηκτη επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Τρίτον, η έλλειψη εκπαίδευσης πάνω στη σύγχρονη μουσική λειτουργεί ανασταλτικά και περιορίζει το κοινό της σύγχρονης όπερας στους/στις «μυημένους/μυημένες».
Υπάρχουν πολλαπλοί δρόμοι που η σύγχρονη όπερα μπορεί να έλξει ένα ευρύτερο κοινό και να έχει μεγαλύτερη απήχηση. Κάποιες πρώτες σκέψεις που μπορώ να καταθέσω, μεταξύ πολλών άλλων είναι οι εξής: Η δυναμική και η πολλαπλή σημειωτική του πειραματικού θεάτρου. Οι νέες τεχνολογίες στην υπηρεσία της σύγχρονης όπερας. Έργα με θεματολογία που ακουμπούν σε καίρια ζητήματα και προβληματισμούς. Ανοιχτές συζητήσεις (feedback) με το κοινό και τους συντελεστές. Δημιουργία εργαστηρίων στα οποία θεατρικές/οι σκηνοθέτιδες/ες μαζί με τις/τους μουσικούς να διδάσκουν νέες φόρμες ολιστικής προσέγγισης μέσα από τη σύνθεση, συγγραφή λιμπρέτου, σκηνοθεσίας, υποκριτικής. Διευρυμένες συνεργασίες με μουσικά σχολεία και πανεπιστημιακές σχολές με κύριο άξονα τη σύγχρονη όπερα. Είναι αισιόδοξο το πλάνο της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ τόσο στον εκπαιδευτικό της όσο και στον καλλιτεχνικό της προγραμματισμό.
Τι θέλετε να αποκομίσει το κοινό φεύγοντας από την παράσταση;
Θα ήθελα κάθε θεατής να αποκομίσει μία μοναδική εμπειρία, ένα προσωπικό point of view που θα ευχόμουν να είναι διαφορετικό από του διπλανού του. Θα ήθελα να ενώσει τις εικόνες, τις νότες, τις φωνές, την εικαστικότητα με έναν δικό του τρόπο και να βρει τις συνάψεις του έργου εκεί που δεν υπάρχουν. Θα ήθελα κάθε θεατής να φτιάξει ένα δικό του έργο από την παράσταση που θα δει.

Info παράστασης:
Ο πεθαμένος και η ανάσταση | Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής
