Το Her Private Hell σηματοδοτεί την επιστροφή του NWR (Nicolas Winding Refn) στη μεγάλη οθόνη έπειτα από μια δεκαετή απουσία – την οποία εγώ ομολογώ πως ένιωσα. Όταν λοιπόν ο σκηνοθέτης καταπληκτικών ταινιών όπως, της τριλογίας Pusher, του Bronson, του Neon Demon, ή φυσικά του υπέρτατου Drive, επιστρέφει με νέα ταινία, και σε αυτή την ταινία πρωταγωνιστεί η ανερχόμενη και ταλαντούχα Sophie Thatcher, τότε αυτόματα είναι η ταινία που ανυπομονώ να δω περισσότερο το 2026. Όμως, το Her Private Hell δεν έχει σχέση ούτε με το Bronson, ούτε με τα Pusher. Δανείζεται τα νέον φώτα του Neon Demon, αλλά ο ρυθμός και η αισθητική του μου έφερναν συχνά στον νου μια άλλη ταινία του NWR, το Only God Forgives, στην οποία προσπαθούσε να υπνωτίσει τον θεατή με παρόμοιες τακτικές, ώστε η εμπειρία να μοιάζει περισσότερο με ένα όνειρο από το οποίο ξεχνάς όταν ξυπνάς.
Αξίζει να αναφέρουμε πως διαφορετικές ταινίες έχουν διαφορετικούς σκοπούς, κάτι που εύκολα ξεχνιέται στον υπερκαταναλωτικό κόσμο που ζούμε, όπου όλοι ψάχνουν να κροπάρουν μια σκηνή αντίστοιχη του φινάλε του Avengers Endgame και να δείξουν τον πανικό που γίνεται μέσα σε ένα σινεμά. Το Her Private Hell δεν είναι τέτοια ταινία και έπειτα από μέρες καταλήγω στο συμπέρασμα πως ούτε ο NWR, ούτε οι ηθοποιοί του, είναι εκατό τοις εκατό σε θέση να μας πουν τι ταινία γύρισαν. Η προσωπική μου θεωρία (συνωμοσίας) είναι πως ο NWR ήταν πάντα αυτός που είναι και όταν άρχισε να κάνει περισσότερη παρέα με τον Hideo Kojima – έχουν ανεβάσει εκατοντάδες σέλφι μαζί – τότε κατάφερε και έφτασε στην τελική μορφή του. Βάζω στοίχημα κιόλας πως σε κάποια φάση είπε, «ούτε και ο ίδιος ο Kojima και όλοι του οι ηθοποιοί του ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι είναι το Death Stranding» ξεχνώντας βέβαια πως το Death Stranding είναι βιντεοπαιχνίδι σαράντα ωρών που οι επιλογές του παίκτη έχουν μεγάλη σημασία στον τρόπο που βιώνει την ιστορία, και όχι ένα έργο δύο ωρών.

Αν και πιστεύω ότι ο NWR μπορεί να μην ξέρει τι ταινία γύρισε ακριβώς, ταυτόχρονα δεν πιστεύω ότι είδα κάτι άσκοπο ή άστοχο, κάτι που δεν έχει καλλιτεχνική διεύθυνση ή έναν μαέστρο να διευθύνει την ορχήστρα. Το να σε αφήσει να ζήσεις ένα όνειρο που μετατρέπεται σε εφιάλτη και ύστερα να πρέπει να βρεις μόνος σου την διέξοδο, είναι κομμάτι του ταξιδιού. Όμως, υπάρχουν αναφορές ότι ο NWR ξανάγραφε το σενάριο κάθε μέρα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και άλλαξε κιόλας το τέλος της ταινίας χωρίς να ενημερώσει τους ηθοποιούς και το συνεργείο. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως θέλει να είναι ο μόνος που γνωρίζει πώς τελειώνει το έργο, ώστε να διατηρήσει μια αίσθηση περιέργειας και έκπληξης. Όταν διαβάζω κάτι τέτοια, μόνο προβλήματα βλέπω και δεν καταλαβαίνω πώς βοηθάει ένα έργο όταν όσοι είναι ανακατεμένοι με αυτό δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. Αν και δεν είναι πρωτάκουστο κάτι τέτοιο. Είναι πασίγνωστες οι κόντρες του Τομ Χάρντι και του Τζορτζ Μίλερ στα γυρίσματα του Fury Road, επειδή ο πρώτος δεν καταλάβαινε τι έκανε, αλλά όταν είδε το τελικό αποτέλεσμα απολογήθηκε δημόσια για τη συμπεριφορά του. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση του Mad Max, τουλάχιστον όσοι δούλευαν εκεί, ήξεραν ότι γυρίζουν το επόμενο Mad Max, υπήρχαν άλλες τρεις προηγούμενες ταινίες, εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Εδώ έχουμε μια κατάσταση στην οποία οι χρήστες του IMDb και του Letterboxd συμφωνούν πως η ταινία δεν καταφέρνει να επικοινωνήσει καλά με το κοινό – κάτι που δεν συμβαίνει πάντα καθώς το IMDb είναι πιο mainstream και κάποιες ταινίες έχουν διαφορετικές βαθμολογίες απ’ ό,τι στο Letterboxd.


Στο έργο, μια μυστηριώδης ομίχλη πνίγει μια φουτουριστική μητρόπολη και απελευθερώνει μια δολοφονική οντότητα. Εκεί, μια προβληματισμένη νεαρή γυναίκα ψάχνει τον πατέρα της και στην αναζήτησή της πέφτει πάνω σε έναν στρατιώτη που ψάχνει να σώσει την κόρη του από την Κόλαση. Και μετά; Και μετά ο θεατής είναι αυτός που πρέπει να βγάλει συμπεράσματα και να κάνει τις θεωρίες του, δίχως αυτό να σημαίνει ότι αυτό που θα συμπεράνει είναι σωστό ή λάθος. Είναι σίγουρα από εκείνες τις ταινίες που κάνουν κάποιους να αναστενάζουν όταν ακούνε τη λέξη «σινεφίλ», αλλά εγώ προσωπικά εκτίμησα την πρόκληση και τον αργό ρυθμό. Το Her Private Hell είναι τέχνη που δεν ζητά άδεια, δεν απολογείται και δεν νιώθει ενοχές αν κάποιος δεν κατάλαβε κάτι. Η ιστορία του έργου μπλέκεται με έναν τέτοιο τρόπο που σταματά να βγάζει νόημα. Μας δίνει μια αόριστη φουτουριστική τοποθεσία, αλλά το μέρος είναι τόσο σουρεαλιστικό που σε καμία περίπτωση δεν φαντάζει αληθινό. Ποτέ δεν αισθάνθηκα πως ο NWR μοιράζεται κάτι με το κοινό, αλλά απλά δημιουργεί το έργο του σε κοινή θέα και ανέχεται τα περαστικά βλέμματά μας. Οι συμβολισμοί της ταινίας λένε κάτι σε εκείνον και οι υπόλοιποι απλά μαντεύουμε.
Το ύφος της ταινίας σε πολλές στιγμές μου θύμισε ιταλικές ταινίες τρόμου της δεκαετίας του ’70, όπως το Suspiria του Dario Argento, και πρόσεξα πάρα πολλούς παραλληλισμούς με παραμύθια, όπως μια συζήτηση όπου αναφέρονται στη μητριά της πρωταγωνίστριας ως “evil stepmother”, σαν της Σταχτοπούτας, και μια άλλη στιγμή όπου η πρωταγωνίστρια τρυπιέται με μια βελόνα όπως η Ωραία Κοιμωμένη, αλλά ειλικρινά δεν ξέρω αν όλα αυτά τα δημιούργησε το μυαλό μου επειδή δούλευε υπερωρίες για να καλύψει τα κενά ή αν όντως υπάρχουν αυτοί οι συμβολισμοί για να τους παρατηρήσει ο θεατής.
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι από τη στιγμή που και ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται, έτσι κι εγώ δεν μπορώ να διαφωνήσω με κάποιον που δεν του άρεσε η ταινία. Δεν είναι ταινία που τη βλέπεις για να χαλαρώσεις, δεν είναι ταινία που τη βλέπεις για να περάσει η ώρα, δεν είναι ταινία για κάποιον που θέλει τα πάντα να βγάζουν νόημα και η πλοκή να τον πιάσει από το χέρι και να τον κατευθύνει. Είναι απαιτητική και ζητά τέτοια προσοχή από τον θεατή που ίσως τελικά στο τέλος να μην καταφέρει να ανταμείψει. Εγώ βλέποντάς την, πήρα αυτό που ήθελα. Δεν θα πω ότι δεν θέλω ο NWR να επιστρέψει σε μια ταινία αντίστοιχη του Drive ή του Neon Demon, αλλά ταυτόχρονα δεν λέω όχι σε έναν καλλιτέχνη που δεν λογαριάζει τίποτα. Το μόνο που ελπίζω είναι να μην βγάλει ταινία σε δέκα χρόνια πάλι.


