Το έργο του Κυριάκου Μορταράκου συνιστά ένα ενιαίο, συνεκτικό εικαστικό σύμπαν, όπου η ζωγραφική λειτουργεί πέρα από μία αποτύπωση, ως τρόπος σκέψης, μνήμης και αυτοπαρατήρησης. Από τα πρώτα πορτρέτα των οικείων του προσώπων μέχρι τις μεγάλες θεματικές ενότητες της ώριμης περιόδου, Κύβοι, Κιβωτοί, Εργοστάσια, Διαδρομές, Τραπέζια και κυρίως τα Δωμάτια, ο Μορταράκος δεν ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη, αλλά επιστρέφει σε θέματα, μορφές και υλικά, επανεξετάζοντάς τα κάθε φορά με άλλο βλέμμα: ora empros, ora piso/δες μπροστά, δες πίσω.

Γνώρισα πρόσφατα εκτενώς το πολυπληθές και πολυπαραγωγικό του έργο μετά την επίσκεψη στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων στο Μεταξουργείο, όπου παρουσιάζεται η αναδρομική έκθεση του Κυριάκου Μορταράκου, σε επιμέλεια της Κατερίνας Κοσκινά (Δρ. Ιστορίας της Τέχνης, μουσειολόγος). Η έκθεση απλώνεται και στα δύο κτίρια της Πινακοθήκης, από τις 27 Νοεμβρίου 2025 έως τις 25 Ιανουαρίου 2026, και περιλαμβάνει πάνω από 150 έργα, οργανωμένα σε θεματικές ενότητες που διατρέχουν ολόκληρη την πορεία του καλλιτέχνη, από τα πρώτα χρόνια της φοίτησής του στην ΑΣΚΤ έως την ώριμη, πολύτροπη εικαστική παραγωγή του.

Μπαίνοντας στην έκθεση, το πρώτο που σε κατακλύζει είναι το πλήθος των έργων και η πυκνότητα του βλέμματος που απαιτούν∙ κάθε τοίχος και ένα σύμπαν, κάθε σύνθεση ένα σημείο εισόδου στο μυαλό και στη μνήμη του Κυριάκου Μορταράκου. Η επιμελήτρια, Κατερίνα Κοσκινά, με ξεναγεί σχεδόν αφηγηματικά. Οι ενότητες δεν είναι χρονολογικές, έχουν συναίσθημα, εικόνα, πρόσωπα. «Είναι σαν να συνομιλούν μεταξύ τους», τονίζει η Κατερίνα Κοσκινά.

Στο σύνολό του, το έργο μοιάζει με ένα προσωπικό ημερολόγιο: όχι με την έννοια της εξομολόγησης, αλλά ως λειτουργία καταγραφής, παρατήρησης και συνέχειας. Κανένα λάθος δεν σβήνεται. Η ζωγραφική του στηρίζεται σε έναν προσωπικό κώδικα: στις ημερομηνίες που λειτουργούν ως σημεία χρόνου, στις κειμενικές εγγραφές που ανοίγουν συναισθηματικούς ή βιωματικούς συσχετισμούς, και στη συχνή ενσωμάτωση παλαιότερων έργων μέσα στα νεότερα. Τίποτα δεν αποκαλύπτεται πλήρως. Πρόθεσή του να αφήσει χώρο για υπόνοια, για «ίχνη», όπως σημειώνει η επιμελήτρια. Ο θεατής δεν καλείται να ερμηνεύσει, αλλά να συμπληρώσει. Να γίνει συμμέτοχος σε ένα δημιουργικό παζλ πολλαπλών αφηγημάτων.

Πλάι στα έργα, εκτίθεται και πλούσιο αρχειακό υλικό: έντυπο, ψηφιακό και αναλογικό, καθώς και εγκαταστάσεις και εικαστικά περιβάλλοντα που φωτίζουν τον πολυεπίπεδο τρόπο με τον οποίο ο Μορταράκος αντιλαμβάνεται τη ζωγραφική και τον χώρο. Μετά την Αθήνα, η έκθεση θα ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη, όπου προγραμματίζεται να παρουσιαστεί στη Δημοτική Πινακοθήκη (Casa Bianca) το καλοκαίρι του 2026.

Ένα εικαστικό σύμπαν σε διαρκή κίνηση

Η αναδρομική έκθεση του Κυριάκου Μορταράκου οργανώνεται δίχως αυστηρή χρονολογική σειρά, βασίζεται κυρίως σε μια λογική εσωτερικών συνομιλιών. Η Κατερίνα Κοσκινά, επιμελήτρια της έκθεσης επιλέγει να ξεκινήσει την περιήγηση από τα πρώιμα έργα του, πριν ακόμη τη φοίτησή του στην ΑΣΚΤ – μια περίοδο που τοποθετείται περίπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Στους πρώτους τοίχους βλέπουμε τις ρίζες: πορτρέτα οικείων προσώπων, τη μητέρα του καλλιτέχνη και τη Σπυριδούλα Πολίτη, επίσης καλλιτέχνη που γνώρισε πολύ νέα και μετέπειτα γυναίκα του. Ένας αρχικός πυρήνας του δημιουργικού κόσμου που διαμορφώνεται μέσα από τη μνήμη και την οικειότητα.

Χαρακτηριστική είναι η επιλογή της Κοσκινά να τοποθετήσει εντός της ίδιας ενότητας και ένα πολύ μεταγενέστερο έργο του 2013, το οποίο ο Μορταράκος δημιούργησε μετά τον θάνατο της αδελφής του, από μνήμης. «13 Ιανουαρίου 2016. Θυμήθηκα τη Βασιλική» σημειώνει στο έργο του. Μια εννοιολογική επιμελητική απόφαση. Συμπληρώνει την επιθυμία καταγραφής αυτού που χάνεται. «Έχασε την αδερφή του, που αγαπούσε πολύ. Τη βρήκε ξανά στον ύπνο του και το πρωί ζωγράφισε το πρόσωπό της από μνήμης. Το έβαλα εδώ, γιατί αυτή η ενότητα είναι η πιο εσωτερική, η πιο ιδιωτική. Η ρίζα της ζωγραφικής του» αναφέρει στην ξενάγησή μας η Κατερίνα Κοσκινά. λέει. Έτσι, η πρώτη ενότητα της έκθεσης δείχνει όχι μόνο πώς γεννήθηκε ένας ζωγράφος, αλλά και πώς τελικά η μνήμη εισχωρεί συνεχώς στο έργο του, λειτουργώντας άλλοτε ως πρώτη ύλη κι άλλοτε ως μηχανισμός ανάκλησης.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά διακρίνεται μια σαφής μετάβαση. Η δουλειά του αποκτά δομή, επανάληψη μοτίβων και θεματικές «εμμονές» που θα ακολουθήσουν τον καλλιτέχνη στα επόμενα χρόνια. «Οι κιθάρες, τα κολάζ, οι αναφορές στον Μπρακ και στον Πικάσο – δείγματα μιας περιόδου όπου ο Μορταράκος εξελίσσει το εικαστικό του λεξιλόγιο, δοκιμάζει υλικό, την επιφάνεια, την κοπή, και σταδιακά διαμορφώνει το προσωπικό του ιδίωμα», όπως περιγράφει η Κατερίνα Κοσκινά.

«Με αυτά τα έργα του αποκαλύπτεται η συνεκτικότητα του έργου στο σύνολό του, ενώ ταυτόχρονα «προστατεύεται» η ιδιωτικότητα της προσωπικής ανάμνησης, αφού πότε δεν αποκαλύπτεται πλήρως. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για Ίχνη. Για ερμηνευτικά «κλειδιά», με εξιχνιαστικές δυνατότητες. Υπό αυτήν την έννοια, μετατρέπονται σε εργαλεία εσωτερικών αναζητήσεων και φορείς νοημάτων και συναισθημάτων, όχι μόνο για υποθετική ανάγνωση της ιδιοσυγκρασίας, του ψυχισμού ή γεγονότων της ζωής του καλλιτέχνη, αλλά και ως αφορμή αναστοχασμού για τους θεατές των έργων του», συνεχίζει στην κουβέντα μας η Κατερίνα Κοσκινά ανάμεσα στα έργα της έκθεσης.  

Μετά τα πρώτα χρόνια, η έκθεση περνά στη μεγάλη ενότητα των Τραπεζιών, ένα σημείο όπου σύμφωνα με την Κατερίνα Κοσκινά, η ζωγραφική του Μορταράκου αποκτά πραγματικό φιλοσοφικό βάθος. Αφορμή φαίνεται να υπήρξε κάτι που στην αρχή μοιάζει ασήμαντο: τα χρηστικά, τα απλά αντικείμενα της καθημερινότητας, τα «επιφανειακά» όπως τα ονομάζει η ίδια. Αυτά τα αντικείμενα, αδιάφορα εκ πρώτης όψεως, ο καλλιτέχνης τα μετατρέπει σε φορείς νοήματος, τα μελετά φορμαλιστικά, εννοιολογικά, υπαρξιακά. Από το «τι είναι αυτό που βλέπω» περνά στο «τι είναι ζωγραφική» και κυρίως «γιατί χρειαζόμαστε τη ζωγραφική;».

Εδώ, σε αυτή την ενότητα όπου συναντιούνται οι κιθάρες με τα πρώτα τραπέζια, η Κατερίνα Κοσκινά επιλέγει να τοποθετήσει μια αυτοπροσωπογραφία του: «Μία αυτοπροσωπογραφία μεθύστερη», μου εξηγεί. «Την έβαλα όμως σε αυτό το σημείο για να είναι ξεκάθαρο, ακόμη και σε κάποιον που δεν γνωρίζει το έργο του Μορταράκου, ποιος είναι αυτός που συναντά. Το κόκκινο, το Χ, η ημερομηνία γέννησης∙ κι ακόμη πιο σημαντικό, το ΑΦΜ». Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα προσωπικά στοιχεία που στη διάρκεια της ζωής μας αλλάζουν, ο αριθμός αυτός, παραμένει σταθερός, αμετακίνητος, σε αντίθεση λειτουργεί εδώ ως βασική σφραγίδα ταυτότητας.  Επιλέγει αυτό το έργο ως δήλωση παρουσίας: όποιος μπαίνει στην έκθεση, να συναντά πρώτα τον άνθρωπο, έπειτα τον ζωγράφο, και στη συνέχεια τα έργα που εκτείνονται γύρω του σαν αφήγημα.

Ακολουθεί η εκτεταμένη σειρά «Τραπέζια», έργα πολλά, στα οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται έντονα η μουτζούρα ως ισότιμη μορφή γραφής. Η Κατερίνα Κοσκινά εξηγεί: από εδώ και πέρα η «διαγραφή» και η «ζωγραφική» λειτουργούν σαν δύο ισοδύναμες μονάδες έκφρασης. Το σβήσιμο δεν αναιρεί, δηλώνει. Η μουτζούρα γίνεται δομικό και αισθητικό στοιχείο, μέρος του δικού του προσωπικού κώδικα, εφάμιλλο με το χρώμα και τη μορφή.

Ολόκληρη η σειρά των Τραπεζιών λειτουργεί έτσι σαν συνεχής καταγραφή: ημέρες, μήνες, πρόσωπα, υλικό, λάθη, πάστες, στρώματα. Η ζωγραφική γίνεται ένα είδος καθημερινής σημείωσης. Και όπως σε ένα ημερολόγιο, τίποτα δεν διαγράφεται. Τα λάθη μένουν. Οι δοκιμές δεν αφαιρούνται. «Από εδώ και πέρα η δημιουργία του αρχίζει να μοιάζει με ημερολόγιο. Συνειδητά ημερολόγιο», αναφέρει η Κατερίνα Κοσκινά.

Η ενότητα ολοκληρώνεται με ένα από τα πρώτα έργα όπου ο Μορταράκος περνά στην τρίτη διάσταση: η απεικόνιση των πρωτόπλαστων, Αδάμ και Εύα, δυνατή, σχεδόν άγρια, με μεγάλη έμφαση στην ύλη. Η σχέση, το ζευγάρι, το σώμα, όλα εμφανίζονται για πρώτη φορά ως κεντρικό θέμα. Η Κοσκινά υποθέτει ότι ίσως συμπίπτει με τη γνωριμία της Σπυριδούλας, αλλά επιμένει: «Το θέμα δεν είναι η βιογραφία, αλλά η διαδικασία. Η ύλη προηγείται της εικόνας. Η ζωγραφική προηγείται της ιστορίας».

Η ενότητα των Δωματίων είναι από τις σημαντικότερες στην έκθεση. Η Κατερίνα Κοσκινά σταματά μπροστά της με έμφαση μοιράζοντας: «Τα δωμάτια είναι ο μικρόκοσμος του καθενός. Ο Μορταράκος τα χρησιμοποιεί για να τον χτίσει, να τον αποδομήσει, να τον περιγράψει και να τον ξαναφτιάξει». Εσωτερικοί χώροι, κρεβάτια, τοίχοι, πατώματα από χώμα, όλα μετατρέπονται σε υλικό.

Το δωμάτιο δεν παρουσιάζεται ποτέ ως χώρος κατοίκησης· παρουσιάζεται ως πεδίο νοήματος. Συχνά βλέπουμε το κρεβάτι, «το ανθρώπινο μέτρο», όπως λέει η Κατερίνα Κοσκινά. Κρεβάτι–γέννα, κρεβάτι–θάνατος. Σημείο αρχής και πέρας. Και πάντα χωρίς ανθρώπινη φιγούρα. Ο άνθρωπος είναι παρών επειδή λείπει.

Ένα παράθυρο μπορεί να είναι πραγματικό ή υπόθεση. Ένα στοιχείο που μοιάζει με τοίχο μπορεί να είναι στρώμα. «Ένα άνοιγμα μπορεί να λειτουργεί σα καθρέφτης. Οι διέξοδοι απο τα δωμάτια σπανίζουν. Συχνά δημιουργείται μια αίσθηση εγκλεισμού. Πιθανόν, να πρόκειται για μια ποιητική αναφορά στον ανθρώπινο εγκέαφαλο. Ο Μορταράκος προσφέρει στοιχεία και ο θεατής καλείται να συμπληρώσει. Το τελευταίο στάδιο των Δωματίων φτάνει στην απόλυτη αφαίρεση. Πλέον δεν αναγνωρίζουμε το παράθυρο, αλλά την αίσθηση του αδιεξόδου. Η μόνη διαφυγή μοιάζει να είναι αυτό που υπενθμίζει το κείμενο. Δεν μας δίνεται εικόνα, μας δίνεται η δυνατότητα να την χτίσουμε. Το έργο δεν ολοκληρώνεται στον τοίχο, αλλά στο βλέμμα που το προσλαμβάνει και στη φαντασία του θεατή».

Στην επόμενη ενότητα, Εργοστάσια, η Κατερίνα Κοσκινά επισημαίνει πως μπαίνουμε πλέον σε ένα άλλο πεδίο: πιο κοινωνικό, πιο συλλογικό, ενίοτε πολιτικό. «Εδώ ανοίγονται άλλα ζητήματα. Κοινωνικά, πολιτικά και επαναστατικά», μου λέει. Τα εργοστάσια εμφανίζονται σχηματικά, συχνά με τον ρυθμό και το μοτίβο που συναντήσαμε στα τραπέζια σαν να κρατούν ακόμη την ίδια καταγωγή, την ίδια βάση, αλλά σε άλλο πλαίσιο. Το εργοστάσιο δεν είναι μόνο κτίριο· είναι μηχανισμός. Είναι κοινωνικο σχόλιο. Είναι κριτική. Δεν πρόκειται για εργοστάσια αποκλειστικά ελληνικά, ούτε οι μορφές τους καθορίζονται από συγκεκριμένες τοποθεσίες. Η Κατερίνα Κοσκινά θεωρεί πως θα μπορούσαν να βρίσκονται οπουδήποτε στην υφήλιο, στην Ελλάδα, στη Μάνη, στον Αμαζόνιο, σε ένα ορυχείο, σε μια βιομηχανική πόλη ή σε έναν ψυχικό μηχανισμό. «Υπάρχουν εργοστάσια δουλειάς, εργοστάσια ψυχής, εργοστάσια δημιουργικά», όπως αναφέρει, συνοψίζοντας την πολλαπλότητα της έννοιας.

Όπως και σε προηγούμενες ενότητες, έτσι κι εδώ οι ημερομηνίες εμφανίζονται εμφατικά. Το 1948 – η γέννησή του. Το 1973 – πιθανή αρχή της σχέσης με τη Σπυριδούλα; 17 Μαΐου 1996 – γεγονός άγνωστο, αλλά φορτισμένο για τον ίδιο· τόσο σημαντικό, ώστε να παραμένει ανεξήγητο και γι’ αυτό ενεργό. Οι ημερομηνίες αφήνονται ως κώδικας. Σε ορισμένα έργα, εισέρχεται και ένα θρησκευτικό στοιχείο, χωρίς να μετατρέπεται το καλλιτέχνημα σε θρησκευτική ζωγραφική. Μια πνευματικότητα χωρίς δόγμα.

«Είναι καταπληκτικός καλλιτέχνης, όχι επειδή δεν έχει φύγει από ένα δωμάτιο, αλλά επειδή έχει ταξιδέψει μέσα από αυτό», μοιράζεται η Κατερίνα Κοσκινά.

Η αναφορά στον Καβάφη έρχεται σχεδόν αυθόρμητα, μάλλον γιατί και οι δύο δημιουργοί απέδειξαν ότι η γεωγραφία δεν περιορίζεται στο σώμα, αλλά μπορεί να μετακινηθεί με το πνεύμα και το βλέμμα. «Μου δίνεται η εντύπωση ότι ήταν ένας άνθρωπος που σαν να είχε κλεισμένη τη ζωή κάπου, αλλά ταυτόχρονα διάβαζε, έβλεπε, απορροφούσε. Δεν ταξίδεψε ιδιαίτερα, κι όμως έχει εμπειρίες που είναι σαν να έχουν κάνει τον γύρο του πλανήτη» Και συμπληρώνει η Κατερίνα Κοσκινά: «Έχει παράγει ένα έργο πραγματικά που έχει μια τρομερή αφήγηση. Ξεκινάει κάπου και πηγαίνει κάπου αλλού. Δεν το ήξερε όταν ξεκίνησε, αλλά πήγε».

Εδώ συμπυκνώνεται η διαδρομή του: η ζωγραφική ως πορεία χωρίς προκαθορισμένο τέλος. Ως γραφή που χαράζεται μπροστά του ενώ προχωρά. Ως ταξίδι ora empros, ora piso. Σε μία από τις αίθουσες, ολόκληρος ένας τοίχος είναι προϊόν επιμέλειας του ίδιου του Μορταράκου. Λέξεις, φράσεις και μικρά ζωγραφικά θραύσματα σχηματίζουν κάτι ανάμεσα σε ημερολόγιο και χάρτη διαδρομών. Μπροστά μου εναλλάσσονται:

Ξαπλωμένη φιγούρα
Κόκκινο τετράγωνο
Θαλασσογραφία
Εσωτερικό δωματίου

Κι έπειτα, δύο φράσεις που αναπόφευκτα ξεχωρίζουν:

«Εδώ ήταν το σήμα της 21ης Απριλίου 1967.»
«Εδώ ήταν η φωτογραφία του Γεώργιου Παπαδόπουλου.»

Ο Μορταράκος τα γράφει με σιλικόνη και στη συνέχεια ζωγραφίζει πάνω τους, θέλει το ίχνος της Ιστορίας να μείνει. Η γραφή γίνεται στα χέρια του γεωλογία μνήμης.  

Λίγο πριν φύγω, ρωτώ την Κατερίνα Κοσκινά γιατί επέλεξε να πραγματοποιήσει αυτή την αναδρομική τώρα, και όχι αργότερα. «Γιατί ήθελα να είναι παρών», μου απαντά. «Ήθελα να είναι μαζί μου στο στήσιμο, να δει το έργο του, να το θαυμάσει, να το σχολιάσει».

H επιμελήτρια Κατερίνα Κοσκινά με τον εικαστικό Κυριάκο Μορταράκο, Φωτό: Πέπη Νικολοπούλου

Και εγώ παίρνω μαζί μου τις λέξεις από ένα τρίπτυχο έργο του που με καθήλωσε για ώρα μπροστά του:

Ο ζωγράφος τον ρώτησε μέσα σε έναν παράξενο, μεταφυσικό, κίτρινο χώρο.
— Δε μου λες τώρα που δεν υπάρχεις, πέθανες, τι αισθάνεσαι;
— Τίποτα, αφού δεν υπάρχω.
— Να σε ζωγραφίσω για να πάρεις υπόσταση;
— Όχι, δε θέλω.
— Καλά θα γράψω μόνο τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις.
— Ποιο χρώμα σου αρέσει;
— Το καφέ.

Και τον ξαναρώτησε ο ζωγράφος:
— Aισθάνεσαι ενοχές;
— Όχι.
— Κουβαλάς τίποτα τώρα;
— Τα παράθυρα.
— Τι σκέφτεσαι;
— Το πανηγύρι στην ΚΑΜΑΡΟΥΛΑ, το νερό στα ΠΑΛΙΧΩΡΙΑ, τον Τάκη και τις τσούπες μου.— Τι άλλο;

—Είναι πολύ μπερδεμένα.
— Τώρα που είσαι…
— Πάνω στη συκιά σας κόβω σύκα, και πονάω πολύ. ΚΑΙ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΣΠΛΗΝΑ

— Πώς είναι δυνατόν να πονάς αφού δεν υπάρχεις!

— Δεν ξέρω. Δεν άλλαξα τα παράθυρα.
— Μα τώρα η εικόνα σχηματίστηκε γι’ αυτό  θα σε ζωγραφίσω.

— Όχι σου λέω θα δω πάλι το γιατρό.
— Καλά είναι. Άστα κάτω.

Info έκθεσης:

Κυριάκος Μορταράκος – ΑΝΑΔΡΟΜΗ | 27 Νοεμβρίου 2025 – 25 Ιανουαρίου 2026 | Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων, Μεταξουργείο

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στους χρηγούς (ΕΡΤ, 2ο Πρόγραμμα, 3ο Πρόγραμμα, Αthina 9,84, Athens Voice, Culturenow.gr, Κτήμα ΚυρΓιάννη, Karavias Art Insurance) δανειστές και τους δωρητές που στήριξαν την πραγματοποίηση της έκθεσης: Φλωρίκα Π. Κυριακοπούλου, Θέμης Σπέης και Κυριάκος Τσιφλάκος. Η έκθεση υλοποιείται από την ΑΜΚΕ ΠΟΛΙΤΕΣ με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ).