Το βιβλίο Μητροφάγος του Αργεντίνου συγγραφέα Ρόκε Λαρράκι, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2022 από τις εκδόσεις Αντίποδες, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στα χέρια της Ιώς Βουλγαράκη. Το εντόπισε στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου, ο τίτλος την αιφνιδίασε, τη γοήτευσε – και δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο. Το πήρε, το διάβασε, και σύντομα βυθίστηκε σε έναν κόσμο σκοτεινό, σουρεαλιστικό, εκκωφαντικά πολιτικό. Από την πρώτη εκείνη ανάγνωση, το έργο καρφώθηκε μέσα της. Επέστρεφε στο μυαλό της, ζητώντας διέξοδο. Ήταν ξεκάθαρο: αυτή η ιστορία έπρεπε να ζωντανέψει στο θέατρο. Κι έτσι ξεκίνησε ένα σκηνικό ταξίδι που την οδήγησε μέχρι το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

«Με εντυπωσίασε αμέσως το εξώφυλλο. Ύστερα, ο τίτλος — «Μητροφάγος»! Και όσο διάβαζα, συνειδητοποιούσα ότι πρόκειται για ένα σύγχρονο έργο, γραμμένο το 2010, με τη δράση όμως να τοποθετείται στο 1907. Μια ομάδα γιατρών σε ένα σανατόριο έξω από το Μπουένος Άιρες αποφασίζει να πειραματιστεί πάνω σε μια αυθαίρετη θεωρία: ότι το ανθρώπινο κεφάλι, μετά τον αποκεφαλισμό, παραμένει για εννιά δευτερόλεπτα συνειδητό. Θέλουν να εκμεταλλευτούν αυτά τα δευτερόλεπτα για να “μάθουν” κάτι για τη μεταθανάτια εμπειρία. Αποφασίζουν λοιπόν να πειραματιστούν πάνω σε ασθενείς τελικού σταδίου».

 

 

 

 

Μια τοποθέτηση χρονική που δεν μοιάζει ιστορική αλλά λειτουργεί περισσότερο δυστοπικά. Σουρεαλιστικό, μα και πολιτικό, με πολύ ιδιαίτερο χιούμορ, όπως μοιράζεται η Ιώ Βουλγαράκη:

«Θα ήταν αβάσταχτο αν δεν υπήρχε αυτό το χιούμορ. Ο συγγραφέας έχει τρομερό αυτοσαρκασμό και διαλύει ό,τι μπορεί να καταλήξει σοβαροφανές. Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο σπαρταριστά κωμικό. Αν και η υπόθεσή του μοιάζει βαρύτατη, η συγγραφική ματιά είναι γεμάτη χιούμορ και αυτοσαρκασμό – ιδίως σε ό,τι αφορά την έννοια της αρρενωπότητας. Εμένα με εντυπωσίασε πόσο ακομπλεξάριστα γράφει για την ανδρική εξουσία, για τη “λύσσα” του άντρα να κυριαρχήσει, να αποδείξει, να επιβεβαιώσει τη δύναμή του. Και το κάνει με απίστευτη ευφυΐα και κωμική ευστοχία. Ο Λαρράκι γράφει χωρίς συμπλέγματα για το φύλο του, διαλύει τις εξουσιαστικές φαντασιώσεις με σπαρταριστές σκηνές. Όλοι οι γιατροί είναι άνδρες – με τρομερή ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, με διαρκείς επιδείξεις ευφυΐας και τεστοστερόνης, ενώ η γυναικεία παρουσία είτε φετιχοποιείται είτε θυσιάζεται».

Μέσα σε ένα σύμπαν δομημένο σχεδόν εξ ολοκλήρου γύρω από αντρικές φιγούρες – γιατρούς, επιστήμονες, αρσενικά «εγώ» που ανταγωνίζονται για εξουσία και κύρος – η γυναικεία παρουσία μοιάζει απούσα. Είναι άραγε ή απλώς έχει τοποθετηθεί στο περιθώριο;

«Υπάρχει, αλλά ελάχιστη — κι αυτό είναι απολύτως συνειδητό. Η μία γυναίκα είναι αντικείμενο πόθου, ένα πρόσωπο γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλες οι εξουσιαστικές χειρονομίες. Η άλλη είναι η πρώτη “ασθενής” του πειράματος. Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας σχολιάζει πολύ εύστοχα την τοξική αρρενωπότητα, χωρίς όμως να την καταγγέλλει άμεσα. Την γελοιοποιεί».

Μια στοχευμένη λοιπόν περιθωριοποίηση που λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στην τοξική αρρενωπότητα και τον αποκλεισμό της γυναικείας φωνής από τα κέντρα απόφασης και δράσης. Η Ιώ Βουλγαράκη διατηρεί μια μακρόχρονη, σχεδόν υπαρξιακή σχέση με τη Λατινική Αμερική. Ταξίδια στην Παταγονία, στη Γη του Πυρός, στο Μπουένος Άιρες, βιβλία, μνήμες και εικόνες έχουν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη ματιά της:

«Η Αργεντινή έχει κάτι ακατοίκητο και ανεξερεύνητο – μια αίσθηση ότι υπάρχει ακόμη ζωή, ακόμη δυνατότητα. Όχι όπως η απειλητική απεραντοσύνη της Ρωσίας, αλλά σαν μια άγρια υπόσχεση. Είναι ένα τοπίο που κουβαλά συγκίνηση, που σου δίνει χώρο να αναπνεύσεις και να ξαναφανταστείς τον κόσμο».

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το έργο του Αργεντινού συγγραφέα τη συγκίνησε τόσο άμεσα:

«Είναι σαν το υλικό αυτό να μιλούσε ήδη μια γλώσσα που γνωρίζω. Όχι μόνο γλωσσικά – βαθύτερα. Σαν να κουβαλούσε κάτι που έχω μέσα μου.»

 

 

 

Ο τίτλος «Μητροφάγος» τι σημαίνει τελικά;

«Δεν έχει ευθεία σύνδεση με την πλοκή, αλλά προκύπτει μέσα από μια σκηνή-παρέκβαση: περιγράφεται ένα φανταστικό φυτό, που παράγει κάμπιες. Οι κάμπιες αυτές καταβροχθίζουν το ίδιο το φυτό που τις γέννησε. Είναι μια πανέξυπνη αλληγορία — ένα σώμα που παράγει κάτι που το καταστρέφει. Όπως ένας καρκίνος, ή ένα αυτοάνοσο. Όπως μια κοινωνία που γεννά τα κύτταρα της ίδιας της καταστροφής της».

Υπάρχει και δεύτερο μέρος στο βιβλίο, σωστά;

«Ναι. Η ιστορία συνεχίζεται το 2007. Είναι το χρονικό “αντίκρισμα” του 1907, αλλά γραμμένο με εντελώς διαφορετική φόρμα. Δεν το ενέταξα στη σκηνή — δεν λειτουργούσε θεατρικά για μένα. Ωστόσο, εκεί επανέρχεται αυτό το φυτό, ο “μητροφάγος”, και συνδέεται με έναν τρόπο με το παρελθόν. Είναι σαν ένας “σπόρος” που μπαίνει σε λήθαργο και περιμένει να ξυπνήσει».

Αναρωτιέμαι αν τελικά πρόκειται για ένα πολιτικό έργο και μια αλληγορία για τον σύγχρονο κόσμο.

«Είναι μια ιστορία γύρω από το γελοίο και το πώς το γελοίο μπορεί να γίνει τρομακτικό όταν αποκτήσει εξουσία. Έχει κάτι από τις γελοιογραφίες της πολιτικής πραγματικότητας που ζούμε, ειδικά σε εποχές όπου η τοξική αρρενωπότητα και ο εθνικιστικός παροξυσμός γίνονται καθημερινότητα. Με αυτή την έννοια είναι ένα πολιτικό έργο αλλά όχι με την έννοια του “πολιτικού θεάτρου”, αλλά βαθιά πολιτικό επειδή σε κάνει να δεις πώς λειτουργούν οι δομές της εξουσίας, πώς ο φόβος γεννά φαντάσματα και πώς το γελοίο μπορεί να είναι πιο αποκαλυπτικό από τη σοβαρότητα. Είναι ένα έργο που σε πάει κάπου αλλού — και μετά σε φέρνει πίσω, λίγο πιο ξύπνιο».

 

 

Στο κέντρο της σκηνής δεσπόζει ένα παράξενο μηχάνημα – ούτε γκιλοτίνα, ούτε ιατρικό όργανο, αλλά κάτι ενδιάμεσο, επινοημένο ειδικά για αυτή την παράσταση. Γύρω του, άνθρωποι πηγαίνουν κι έρχονται, με κινήσεις επαναλαμβανόμενες, σχεδόν τελετουργικές. Μια διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο φορμαλισμένο και στο απρόβλεπτο, μια ενέργεια που άλλοτε συγκρατούνταν με πειθαρχία και άλλοτε ξεσπούσε ανεξέλεγκτη.

«Η παράσταση κινείται ανάμεσα σε φορμαρισμένες, σχεδόν μουσικές σκηνές, και σε ελεύθερες, απρόβλεπτες ζώνες που απαιτούν ψυχική και σωματική ακροβασία. Έχει χιούμορ, έχει σπλάτερ, έχει στιγμές αιφνίδιας τρυφερότητας ή βίας – και μετά ξαναγυρίζει στο κωμικό», αναφέρει η Ιώ Βουλγαράκη, «σαν μια σκηνική παρτιτούρα που απαιτεί από τον θίασο υψηλή συγκέντρωση και διαρκή ετοιμότητα».

«Το σκηνικό περιλαμβάνει και προβολές από δικά μου ταξίδια στην Παταγονία. Η Αργεντινή με έχει σημαδέψει. Έχει μια αίσθηση αχανούς, άγριας ζωής που περιμένει ακόμα να ανακαλυφθεί – όχι σαν απειλή, αλλά σαν υπόσχεση».

Η παράσταση Μητροφάγος παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και αποτελεί μια θεατρική πρόταση που δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά αφήνει χώρο για ερωτήματα. Αναρωτιέμαι πώς νιώθει με τη φετινή συμμετοχή της στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ειδικά αυτή την επετειακή χρονιά των 70 ετών του: «Νιώθω σαν να είναι μια γιορτή. Αισθάνομαι ότι με το Φεστιβάλ ενισχύεται η αίσθηση κοινότητας. Συναντιούνται διαφορετικές γενιές, διαφορετικές γραφές. Είναι χαρά να είμαι μέρος αυτού του πλέγματος».

Η Ιώ Βουλγαράκη μια σκηνοθέτις που φέρνει την πολιτική σκέψη στο έργο της χωρίς να την κραδαίνει σαν παντιέρα. Λίγο πριν την αποχαιρετήσω, δεν μπορώ να μην πάω την κουβέντά μας προς την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Δεν κρύβει την αγωνία της — για την άνοδο της αδιαφορίας, για την εξοικείωση με τη βία, για τον τρόπο που η ανθρώπινη ζωή υποτιμάται, ακυρώνεται. Μιλά με καθαρότητα, όχι καταγγελτικά, αλλά με την ήρεμη αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που πιστεύει πως το θέατρο οφείλει να δημιουργεί ρωγμές — να μας θέτει ερωτήματα, να μας ταράζει:

«Ζούμε το τέλος ενός συστήματος, και το καινούργιο δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Δεν είμαι αισιόδοξη για την επόμενη δεκαετία – αλλά θέλω να διατηρώ την πίστη ότι μπορούμε να επανανοηματοδοτήσουμε τη συλλογική μας ζωή. Δεν ξέρω αν μπορεί να αλλάξει κάτι, αλλά θέλω τουλάχιστον να μην συνηθίσω».

 

Η Ιώ Βουλγαράκη έχει αναλάβει τη θέση Αναπληρώτριας Καλλιτεχνικής Διευθύντριας στο Εθνικό Θέατρο.

 

Info παράστασης / Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2025

Μητροφάγος | 13/06 έως 16/06/2025 στις 21:00 | Πειραιώς 260 (Η)