O Ghost Dog δεν είναι οδηγός λεωφορείου, παύλα αγκαλίτσας, παύλα ποιητής σαν τον Πάτερσον, δεν καθαρίζει δημόσιες τουαλέτες σαν τον κύριο Xιραγιάμα, o Ghost Dog είναι επαγγελματίας δολοφόνος, αλλά έχει παρόμοια με αυτούς εγγύτητα με το ζεν. Είναι επαγγελματίας δολοφόνος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ζει χωρίς αξιακό κώδικα· το ακριβώς αντίθετο, απλά τυχαίνει να είναι ο αξιακός κώδικας των σαμουράι. 

Ενώ στις περισσότερες ταινίες (στις περισσότερες ταινίες που παίρνουμε στα σοβαρά τουλάχιστον) είναι εντελώς κρίσιμο να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους ήρωες ως αληθινούς ανθρώπους, προκειμένου να συνδεθούμε μαζί τους και να τους ακολουθήσουμε στο ταξίδι τους, θεωρώ ότι ο Τζιμ Τζάρμους μας συστήνει  το 1999 τον Ghost Dog, όχι ως αληθινό άνθρωπο αλλά ως κινηματογραφικό ήρωα. Δεν έχει έτσι κανένα απολύτως νόημα να τον κρίνουμε ηθικά, να αναρωτηθούμε ας πούμε τι να το κάνεις το ζεν αν είναι να το χρησιμοποιείς για να εκτελείς συμβόλαια θανάτου. 

 

 

Σου έχει σώσει ένας άγνωστός σου άνθρωπος προ ετών τη ζωή. Αποφασίζεις ότι του αφιερώνεις τη ζωή σου όπως ο σαμουράι στον κύριό του. Γιατί; Από που κι ως που; Τι σχέση έχεις εσύ με την Άπω Ανατολή; Τι σχέση έχεις εσύ με περασμένους αιώνες; Δεν είναι ο τόπος σου, δεν είναι η εποχή σου, δεν είναι η κουλτούρα σου. Τα κάνεις δικά σου. Και ζεις με βάση τις αρχές τους. Έχει καμία λογική; Είναι ό,τι να ΄ναι και βλακώδες; Και πάλι οι συγκεκριμένες ερωτήσεις θα ήταν έγκυρες αν αντιμετωπίζαμε τον Ghost Dog σαν αληθινό άνθρωπο. Δεν είναι. Όποιος αληθινός άνθρωπος τα έκανε αυτά θα ήταν ημίτρελος. Ένας κινηματογραφικός ήρωας όμως που τα κάνει αυτά, αν τα κάνει εντός μιας ταινίας όπου όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της που πλαισιώνουν τον ίδιο και την ιστορία του λειτουργούν, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από έναν ημίτρελο ψυχρό φονιά: είναι ο Ghost Dog, αντλεί την αλήθεια του μέσα από την κινηματογραφικότητά του, και είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση δεν έχει πάνω του ρυτίδα. Και είναι και γαμώ τα παιδιά και διανοητικά όχι απλά στα σύγκαλά του, αλλά και έτοιμος να μας μεταλαμπαδεύσει τη διαύγειά του και τα αποστάγματα σοφίας που διαβάζει στα βιβλία του για τους σαμουράι του. 

Να έχεις τον θάνατο ως κεντρικό σημείο αναφοράς σου, όχι όμως τον θάνατο των άλλων τη ζωή των οποίων αφαιρείς, αλλά τον δικό σου θάνατο. Να ζεις όχι απλά αποδεχόμενος το ενδεχόμενό του, όχι απλά συμφιλιωμένος με την πιθανότητα έλευσής του, αλλά να διαλογίζεσαι καθημερινά για αυτόν, για το ότι όλα μπορούν να τελειώσουν ανά πάσα στιγμή. Μπορεί να έρθει από βέλη, από σπαθιά, από ακόντια, από τουφέκια, από μεγάλο σεισμό, από μεγάλη πλημμύρα, από μεγάλη φωτιά, από κεραυνό ακόμα, μπορεί να πέσεις στον γκρεμό, μπορεί να έρθει από χαρακίρι κατ’ εντολή του κυρίου σου, μπορεί να έρθει από αρρώστια, όπως και να έρθει να σκέφτεσαι τον εαυτό σου σαν να είναι ήδη νεκρός. 

Κι αν το κάνεις φεύγει κι από πάνω σου όλο το τεράστιο άγχος να μην σου συμβεί τίποτα κακό, απαλλάσσεσαι και από το βάρος της επίγνωσης της θνητότητάς σου, ακριβώς γιατί την έχεις αγκαλιάσει και ξεπεράσει. Και τότε μπορείς ίσως και να ζεις χωρίς φόβο, χωρίς κάτι να σε κρατάει πίσω. Αλλά και χωρίς να κυνηγάς κάτι που βρίσκεται μπροστά. Δεν χρειάζεται ούτε να φοβάσαι κάτι ούτε να κυνηγάς κάτι. Το κυνήγι δεν αφορά το παρόν. Και το παρόν είναι το μόνο που υπάρχει. Αυτό είναι και όχι κάτι άλλο. Και το παρόν είναι μια διαδοχή στιγμών, η μία στιγμή που διαδέχεται την επόμενη, όπως οι εικόνες του Τζάρμους διαδέχονται και εισχωρούν η μία μέσα στην άλλη. Και εισχωρώντας η μία μέσα στην άλλη μοιάζουν με όνειρο. Να αντιμετωπίζεις τον κόσμο σαν όνειρο, κερδισμένος θα βγεις. 

 

 

Ερχόμαστε απ’ την ανυπαρξία, ερχόμαστε απ’ το πουθενά, η πρώτη ύλη της ύπαρξής μας είναι το κενό απ’ το οποίο καταγόμαστε, γεμίζουμε τη ζωή μας, όλες μας τις πράξεις, όλα μας τα έργα με τόσα κομμάτια ύπαρξης κι όμως η ανυπαρξία είναι πάντα εξίσου παρούσα και ίσως εν τέλει, στη μεγάλη εικόνα των πραγμάτων, η δική της παρουσία είναι η κυρίαρχη, εκείνη είναι που θα μείνει.

Να μην φοβάσαι τη βροχή όχι επειδή είσαι βρεγμένος, αλλά πριν ακόμα βραχείς, να πεις στον εαυτό σου ότι αφού ήρθε η βροχή θα προτιμήσω να βραχώ απ’ το να τρέξω να την αποφύγω, να αγχωθώ και τελικά πάλι να βραχώ. Αφού βρέχει, βρέχει. Ας γίνω μούσκεμα, είναι απλά βροχή. Κι όταν έρθει ο θάνατος, θα είναι απλά ο θάνατος. Κι όταν επιστρέψω στην ανυπαρξία, θα είναι απλά ξανά η ανυπαρξία. Ίσως συνοδευμένη απ’ τα κομμάτια ύπαρξης με τα οποία πρόλαβα να συμπληρώσω τα κενά μου. Και τώρα που υπάρχω, υπάρχω τώρα. Όχι αύριο. Όχι μεθαύριο. Κι έτσι να μπορώ να παίρνω  αποφάσεις μέσα σε επτά ανάσες. Και να μην φοβάμαι τις συνέπειες των αποφάσεών μου και να περνώ απέναντι, όποιο κι αν είναι το απέναντι.

 

 

Ο Ghost Dog ακολουθεί τον κώδικά του, όχι τόσο πολύ για τον άνθρωπο που έσωσε κάποτε τη ζωή του, όχι τόσο πολύ για να εξοφλήσει απέναντί του το χρέος του, τον ακολουθεί για να έχει ένα νόημα και μια εσωτερική αφήγηση η δική του η ζωή. 

Ο καλύτερος του φίλος Αϊτινός παγωτατζής που μιλά μόνο γαλλικά, εκείνος μιλά μόνο αγγλικά. Δεν καταλαβαίνει ο ένας γρι από αυτό που του λέει ο άλλος, κι όμως με έναν τρόπο λένε διαρκώς τα ίδια, κι όμως με έναν τρόπο δεν αφήνουν τη γλώσσα να μπει ανάμεσά τους ή να προσποιηθεί ότι εκείνη ορίζει τη συνεννόηση, την επαφή, τη σύνδεση. Κι όταν βλέπουν κι οι δύο τους κάποιον να κατασκευάζει μια βάρκα σε μια ταράτσα, εκείνος θα τους απαντήσει στα ισπανικά. Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, είναι ωραίο όμως να χτίζεις στις ταράτσες καράβια. Η χρηστικότητα είναι ένα πράγμα, η ομορφιά και το νόημα της κατασκευής ένα τελείως άλλο. Θα αναρωτηθούν στα γαλλικά και στα αγγλικά πώς θα κατεβάσει το πλεούμενο απ’ την ταράτσα. Ακόμα κι αν δεν κατέβει ποτέ, θα είναι εκεί: κατασκευασμένο, ανεξάρτητο, μοναδικό, ιδιοπρόσωπο, μακριά απ’ τις θάλασσες των πολλών.  

Ένας σκύλος που στέκεται και σε κοιτά στα μάτια. Θα μπορούσες να τον πάρεις σπίτι σου, να κάνετε παρέα, να γίνει ο σκύλος σου, φυσικά και θα μπορούσες, τι πιο αναμενόμενο σε μια ταινία αφότου στάθηκε και σε κοιτάει έτσι; Αλλά αν σε κοιτούσε και μετά τον έπαιρνες, θα κέρδιζε πάλι η χρηστικότητα, ενώ η αυτόνομη ομορφιά του βλέμματος είναι κάτι τελείως άλλο.

Είσαι sniper. Βλέπεις τον στόχο σου πεντακάθαρα. Είσαι έτοιμος να πατήσεις τη σκανδάλη. Ξαφνικά σκοτάδι. Δεν βλέπεις τίποτα. Σηκώνεις το κεφάλι. Ένα μαυροκόκκινο καναρίνι είχε σταθεί μπροστά στο όπλο σου και τώρα στέκεται πάνω του. Δεν θα τσαντιστείς, θα χαμογελάσεις. Τι όμορφο που είναι, δεν πειράζει, υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο, τι ηρεμία, τι ειρωνεία, θα αφήσεις την εκτέλεση εκ του μακρόθεν και με ζεν τρόπο θα πας να τους αντιμετωπίσεις όλους και αν μπορέσεις να τους καθαρίσεις όλους.

 

 

Η μουσική που γράφεται στους δρόμους, μπροστά σου, οι ρίμες, η μουσική που θα βάλεις να ακούσεις στο σιντί του αυτοκινήτου σου, το σάουντρακ της νύχτας, το σάουντρακ της πόλης, το σάουντρακ μιας φυλής, μιας τάξης, ενός γκέτο. Κάνεις λόγο για αρχαίες φυλές, υπάρχουν άραγε και μη αρχαίες φυλές, ποιες να είναι, ίσως να είναι οι επιμειξίες, η επιμειξία των επιρροών, των κουλτούρων, των εποχών, το κοριτσάκι θα πυροβολήσει με το άδειο όπλο, θα σημαδέψει με το άδειο όπλο, στα καρτούν οι αντίπαλοι θα αρχίσουν να πυροβολούν ο ένας τον άλλο με όλο και πιο μεγάλα όπλα.

Το «Ghost Dog: Ο Τρόπος των Σαμουράι» επανεκδίδεται και κυκλοφορεί στα θερινά είκοσι πέντε χρόνια μετά, οι μαφιόζοι δεν καταλαβαίνουν τι σκοπό εξυπηρετούν τα ταχυδρομικά περιστέρια, δεν καταλαβαίνουν γιατί να μη βάλουν ένα φαξ, ό,τι θεωρούμε εμείς το 2024 ως σύγχρονο μέσο επικοινωνίας θα ξεπεραστεί απ’ την τεχνολογία 25 ετών μετά και θα φαίνεται τότε παρωχημένο καλαμπούρι, οι αναχρονισμοί όμως υπερνικούν τη φθορά του χρόνου, οι παραξενιές, τα παιχνίδια με το χρόνο, το “Ghost Dog” παραμένει ολόφρεσκο, η μουσική του RZA ακούγεται πιο νέα από νέα, σαν να είναι εκείνη το νέο που πρόκειται να έρθει.

Ο κύκλος των πραγμάτων. Η συνέχεια των πραγμάτων. Η σκυταλοδρομία των βιβλίων, της μουσικής, των ταινιών.