Στους πίνακες του Μανώλη Χάρου, το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ. Το φως του Αιγαίου, οι σκιές των νησιών, η αλμύρα στον αέρα, οι σιωπές και οι ήχοι που γεμίζουν τον χώρο γύρω μας, όλα μεταμορφώνονται σε εικόνες που μοιάζουν να παγιδεύουν τον χρόνο. Το έργο του «Πανσέληνος στο Αιγαίο», που επιλέχθηκε να κοσμεί την επίσημη εικαστική ταυτότητα του Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης – Δημήτρης Κρεμαστινός, λειτουργεί σαν πύλη σε αυτήν ακριβώς την εμπειρία: μια νύχτα τέλους καλοκαιριού, εκεί όπου το φως, η μνήμη και η τέχνη συναντιούνται.

Το Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης, αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Κρεμαστινού, φιλοδοξεί να αναδείξει τη Χάλκη ως τόπο πολιτισμού, διαλόγου και συνάντησης. Μέσα από συναυλίες, συνεργασίες με σημαντικούς καλλιτέχνες και μια ιδιαίτερη εικαστική σφραγίδα, δημιουργεί μια εμπειρία πέρα από τα όρια της μουσικής. Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο του Μανώλη Χάρου τοποθετεί τη Χάλκη μέσα στο ευρύτερο τοπίο του Αιγαίου, συνδέοντας τον τόπο με το φως, τη θάλασσα και τη μνήμη ενός ατελείωτου καλοκαιριού.

Λίγο πριν το Φεστιβάλ Χάλκης ξεκινήσει, μιλήσαμε με τον καλλιτέχνη για τη σχέση του με το Αιγαίο, τη σημασία του φωτός στη ζωγραφική του, τη μουσικότητα που διαπερνά τα έργα του και τον ρόλο της τέχνης σήμερα, σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.

Το έργο σας «Πανσέληνος στο Αιγαίο» επιλέχθηκε να κοσμεί την επίσημη εικαστική ταυτότητα του φεστιβάλ. Πώς γεννήθηκε η ιδέα και τι συμβολίζει για εσάς;

Είναι κάπως η διασταύρωση πολλών πραγμάτων που συνυπάρχουν. Το φεστιβάλ, το έργο που υπήρχε ήδη στο μυαλό μου, ο χώρος, η Χάλκη, η κοινή αλλά και τόσο μακρινή απόσταση μέσα στο Αιγαίο, ο χρόνος που γίνεται το φεστιβάλ — δηλαδή το τέλος του καλοκαιριού. Όλα αυτά μαζί έγιναν η ιδέα. Όταν βλέπω το έργο, όλα αυτά είναι παρόντα μέσα μου.

Ποια είναι η σχέση σας με το Αιγαίο; Γνωρίζω ότι έχετε καταγωγή από τα Κύθηρα. Υπάρχει κάποια προσωπική μνήμη ή εικόνα που αποτέλεσε αφετηρία για τη δημιουργία;

Τα Κύθηρα είναι το νησί που υπάρχει σε τρία πέλαγα ταυτόχρονα: Αιγαίο, Ιόνιο, Κρητικό. Αυτή είναι η ταυτότητά του. Για μένα, που θεωρώ τον εαυτό μου υπερτυχερό, αυτή είναι η καθημερινή μου θέα. Ζώντας εκεί πολύ καιρό, το Αιγαίο είναι η ανατολή μου κάθε μέρα. Από εκεί βγαίνει ο ήλιος, από εκεί ανατέλλει και το φεγγάρι. Και εκεί, στην άκρη της θάλασσας, βρίσκεται η Χάλκη. Η καθημερινότητα, όπως ορίζεται από τις θάλασσες, τον αέρα, τον καιρό, είναι για μένα μια μεγάλη τύχη — και φυσικά με έχει καθορίσει.

Στην «Πανσέληνο», το φως μοιάζει πρωταγωνιστής. Πώς δουλεύετε το φως στη ζωγραφική σας και τι προσπαθείτε να αποτυπώσετε μέσα από αυτό;

Για κάθε άνθρωπο που ασχολείται με την εικόνα, δηλαδή για κάθε εικαστικό, το φως είναι η βασική σπουδή του, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ακόμα και όσοι κάνουν εννοιολογική τέχνη, το «φως του νου» αναζητούν. Το φως, όπως το αντιλαμβάνονται τα μάτια και στέλνουν το συναίσθημα στον νου, είναι το αντικείμενό μας. Το φως που κάθεται πάνω στο γλυπτό, που περιγράφει ένα ζωγραφισμένο αντικείμενο, το φως μιας νύχτας ή μιας μέρας, το φως που μιλά για κάποιο συναίσθημα. Το φως της τελευταίας νύχτας του Αυγούστου. Το πώς θα «βγει» το φως μέσα από το κάθε χρώμα, αυτό είναι το ζητούμενό μας. Μέσα από αυτό μιλάμε οι εικαστικοί. Το αν λέμε κάτι, αν φτάνει ή όχι, αν είναι επιτυχία ή αποτυχία, είναι άλλο ζήτημα. Όμως ακόμα και τα όνειρά μας, οι αναμνήσεις μας, παίζουν πάντα με το φως. Όχι μόνο, αλλά σίγουρα με το φως – είναι το όχημα της ιδέας. Το λίγο-πολύ, το θολό-διάφανο, είναι το κυρίαρχο για τους εικαστικούς.

Το φεστιβάλ είναι αφιερωμένο στη μουσική. Υπάρχει κάποια εσωτερική «μουσικότητα» στο έργο σας;

Αρμονία, ίσως ή οι αρμονίες ενός μουσικού κομματιού. Αυτό θα έλεγα σαν γρήγορη απάντηση. Αλλά πιο πέρα, έχω σκεφτεί πάρα πολύ τη ζωγραφική μου ξεκινώντας από μουσικές φόρμες. Γενικά, μέσα από τις τεχνικές άλλων τεχνών, σκέφτομαι καλύτερα τη δική μου δουλειά. Ήμουν πάντα φίλος του διαβάσματος, του σινεμά, της μουσικής. Από όλα αυτά τα μέσα έμαθα τι ζωγραφίζω.

Σας επηρεάζει η μουσική στη διαδικασία της δημιουργίας; Ζωγραφίζετε με σιωπή ή με ήχους;

Με μουσική. Ή μάλλον, με μουσικά ραδιόφωνα από διάφορες χώρες. Το να ακούω συνεχώς, με έναν τρόπο, απελευθερώνει το κομμάτι του μυαλού που βλέπει και δημιουργεί. Πάντα, μόλις μπαίνω στο εργαστήριο, ανοίγω τη μουσική.

Αν το έργο σας ήταν μουσικό κομμάτι, τι νομίζετε ότι θα ακούγαμε;

Ένα αυτοσχεδιαστικό κομμάτι, κάτι σαν jam session. Μια συνεχής προσπάθεια διαλόγου με την αμέσως προηγούμενη νότα, σε κάθε είδους δρόμους∙ αυτόματο μεν, αλλά βαθιά θεμελιωμένο στους νόμους και τους κανόνες της μουσικής.

Πώς βλέπετε τη συμβολή ενός εικαστικού έργου στη διαμόρφωση της ταυτότητας ενός φεστιβάλ;

Θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό να έχει το φεστιβάλ εικαστική ταυτότητα σε κάθε χρονιά της επικοινωνίας του. Δεν είναι «φιοριτούρα». Είναι η εικόνα που γίνεται το όχημα για να διατηρηθεί η μνήμη του φεστιβάλ στον χρόνο. Η εικαστική επικοινωνία είναι κάτι βαθιά καθοριστικό, όχι η αγοραία εικόνα της διαφήμισης. Έχω δει πολλά παραδείγματα από την Ευρώπη, όπου μια αφίσα με ισχυρή εικαστική ταυτότητα ταξιδεύει στον χρόνο, κουβαλώντας μαζί της το γεγονός και ζωντανεύοντας τη μνήμη του.

Στους πίνακές σας υπάρχει πάντα μια αίσθηση «αιώνιου καλοκαιριού». Είναι αυτό μια προσωπική ανάγκη να κρατήσετε ζωντανό κάτι που φοβάστε ότι θα χαθεί;

Ο τόπος, η στιγμή, ο αέρας, το φως, οι ήχοι, οι σιωπές, τα συναισθήματα που γεμίζουν τον χώρο γύρω μου – όλα αυτά είναι πράγματα που θέλω να κρατήσω, παγώνοντας τον χρόνο. Αυτές είναι οι αιτίες που ζωγραφίζω. Και το καλοκαίρι, και οι χειμώνες, και η παγωνιά∙ όλα έχουν θέση. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως ζωγραφίζω ακολουθώντας τις εποχές και τον καιρό. Όπως λέει και η παροιμία, «όπως τα λάχανα και τα παραπούλια».

Όταν κοιτάζετε ένα ολοκληρωμένο έργο, νιώθετε ότι έχετε αποτυπώσει το παρόν ή ότι έχετε πιάσει το νήμα κάποιου παλιού, διαχρονικού καλοκαιριού;

Το νήμα που συνδέει τα έργα και δημιουργεί με τον χρόνο την αίσθηση ότι όλα είναι συνέχεια του ίδιου έργου, είναι κάτι που το συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας. Κατάλαβα πως η αρχική εικόνα, η πρώτη ιδέα, είναι κάτι ζωντανό και ρευστό. Όσο ένα έργο βρίσκεται στο εργαστήριο, μπορεί να αλλάξει. Πρέπει να απομακρυνθεί από το βλέμμα μου, να περάσει σε άλλα χέρια, να μείνει μακριά μου για καιρό, ώστε να το δω ολοκληρωμένο. Τότε βλέπω καθαρά τον εαυτό μου και καταλαβαίνω σε ποιο σημείο του νήματος βρισκόμουν. Το «διαχρονικό καλοκαίρι» υπάρχει, όσο μου κάνει κέφι να ζωγραφίζω

Πώς φαντάζεστε τον ρόλο του καλλιτέχνη σήμερα, σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς; Είναι η τέχνη σας μια μορφή αντίστασης, παρηγοριάς ή απλώς ανάγκης;

Η τέχνη, για κάθε δημιουργό, είναι ταυτόχρονα αντίσταση, παρηγοριά και ανάγκη. Το τραγούδι του αηδονιού είναι ανάγκη, αλλά δεν είναι τέχνη. Το ταξίμι του μπουζουξή γίνεται έργο τέχνης μόνο όταν ο ακροατής «μερακλώσει»∙ όταν βρει μέσα του κάτι να αγγίξει. Το έργο γίνεται έργο τέχνης όταν κάποιος άλλος βρει παρηγοριά μέσα του, όταν λειτουργήσει σαν όχημα. Όταν η κοινωνία αλλάζει και αισθάνεται την ανάγκη, τότε γεννά καλλιτέχνες. Όταν μια κοινωνία οργανώνει φεστιβάλ, παράγει τέχνη. Στον αντίποδα, υπάρχει κι ένα άλλο κομμάτι: ο Αύγουστος περνάει μια χαρά με ξαπλώστρες στα μπιτσόμπαρα. Η αγελάδα υπάρχει, μεγαλώνει, παχαίνει τρώγοντας το χορταράκι της. Ο άνθρωπος, όμως, ένιωσε την ανάγκη να δημιουργήσει, να εξελίξει την χορτόπιτα, να την τελειοποιήσει τόσο που όταν τη γεύεται να βογκάει από ευχαρίστηση. Ο γάτος μου βογκάει με κάποια φαγητά, αλλά δεν ξέρει να τα δημιουργήσει – δεν είναι δημιουργός, δεν θα γίνει καλλιτέχνης. Θέλω να πω πως δεν είναι υποχρεωτικό κάθε εποχή να παράγει τέχνη και καλλιτέχνες. Και το γρασίδι, και ο σανός, στο πρόγραμμα είναι. Όταν, όμως, το σύνολο έχει ανάγκη καλλιτεχνικών έργων, τότε εμφανίζονται οι καλλιτέχνες που τα δημιουργούν. Και τότε, οι άνθρωποι που ψάχνουν να ακουμπήσουν το συναίσθημά τους, ανακαλύπτουν και τα έργα, και τους δημιουργούς.