Στο πλαίσιο του grape – Greek Agora of Performance, στο πλαίσιο του 70ου Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και στον Φάρο του ΚΠΙΣΝ στις 21 έως 24 Ιουλίου μπορείτε να δείτε κάτι Επαρκώς δημιουργικό. Ένα δημιούργημα χορογραφικό του Κωνσταντίνου Παπανικολάου. Έναν χορογράφο που θα χαρακτηρίσω ακαδημαϊκό με ένα έργο που θα αποκαλέσω περφόρμανς – χορογραφία και διάλεξη μαζί. Συνομίλησα μαζί του γιατί πολύ μου αρέσει όταν οι νέοι σπάνε νόρμες, σπάνε φόρμες και τολμούν. Το θέμα εδώ δεν είναι μήτε η πρωτοτυπία, μήτε η πρωτοπορία είναι η καλλιτεχνική έκφραση και το πώς θ’ αποδοθεί η πληροφορία.

Είσαι επαρκώς δημιουργικός Κωνσταντίνε;

Για μένα ναι, αλλά θα σου πω τώρα τι συμβαίνει.Με τη ζωγραφική ξεκίνησα μικρός αλλά μετά κάπως ο χορός μπήκε πιο μεγάλος στη ζωή μου. Μπήκε γύρω στα 16 – 17 χρόνια μου και μετά απλά έτυχε να το συνεχίσω βιοποριστικά, δηλαδή μόνο αυτό ουσιαστικά έχω κάνει στη ζωή μου, εννοώ χορευτής για άλλους χορογράφους κι έπειτα απλά επειδή από ένα σημείο και μετά κάπως ένιωσα ότι δεν με κάλυπτε πλήρως, τώρα έχω 3 – 4 χρόνια που άρχισα να προτείνω λίγο και τις δικές μου δουλειές, ως χορογράφος δηλαδή. Και για να σου απαντήσω στο επαρκώς δημιουργικός, άρχισα και στα «Άλογα κατάδυσης και άλλες μυθολογίες» αλλά και στο “A User’s Manual”, το δεύτερο σόλο που έκανα, κάπως να έχω αφόρμηση από ένα θέμα και χρησιμοποιούσα τα παραδείγματα, τα χορευτικά δηλαδή παραδείγματα, τον χορό, και είχαν πολύ λόγο δηλαδή οι παραστάσεις μου και τα χορευτικά παραδείγματα τα χρησιμοποιούσα λίγο σαν ανθρωπολογικά παραδείγματα ή για να εξηγήσω κάτι σε ένα ιστορικό πλαίσιο και τα αναπαρήγαγα πάνω στη σκηνή. Οπότε πολλοί μετά συνάδελφοι σχολίαζαν ότι εντάξει, τώρα αυτό τι είναι; Που παίρνεις χορογραφίες άλλων ή του 17ου αιώνα ή κάνεις λίγο παραλλαγές αυτών; Και τι είναι αυτό; Δημιουργικό είναι τώρα αυτό το πράγμα; Με αφορμή αυτό λοιπόν, γιατί υπάρχει κάπως αυτή η ανάγκη του δημιουργού να κάνει κάτι τύπου from the scratch κάτι δικό του. 

©Karol Jarek

Ναι, αλλά δεν υπάρχει και η έννοια της περφόρμανς; Ακόμα και μια διάλεξη δεν θα μπορούσε να ‘ναι περφόρμανς.

Σίγουρα, απλώς συνήθως και πάλι εκεί ο χορογράφος χορεύει κάτι δικό του. Προφανώς δεν υπάρχουν κανόνες. Μην παρεξηγηθώ, δεν λέω αυτό, απλά ως τάση αυτό που περιμένει κάποιος από έναν καλλιτέχνη είναι να δείξει τη δική του ευαισθησία, τη δική του αισθητική, πώς αυτός αντιλαμβάνεται την κίνηση, πώς κουνιέται το σώμα του και όταν κάτι έχει μία πιο πολύμορφη lecture ή παρουσιάζεται μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο, σου λέει αυτό δεν είναι τέχνη, αυτό είναι διάλεξη.

Ναι, αλλά έχουμε την περίπτωση τη δικιά σου που το αντιμετωπίζεις και ακαδημαϊκά θεωρώ, διότι το έχεις μελετήσει το πράγμα.

Ναι, γι’ αυτό κιόλας την τελευταία παράσταση την ονόμασα «Επαρκώς δημιουργικό» απ’ την άποψη ότι είναι δημοσιογραφικά άρθρα, δικαστικές δίκες, ο νόμος μέσα από κάποιον θεωρητικό που τα συζητήσαμε και κάναμε μελέτη όσον αφορά το copyright protection. Υπάρχουν μέσα κάποιες χορογραφίες, κάποιες είναι δικές μου, κάποιες είναι αλλωνών, αλλά ουσιαστικά για μένα το όλο το σύνολο της θεατρικής παράστασης είναι επαρκώς δημιουργικό, είναι μια πρωτότυπη δημιουργία. Απλά το κίνητρο, ο αυτοσκοπός δεν είναι το να δημιουργήσω το δικό μου στυλ, τη δική μου φόρμα, ότι δεν ξεκινάει δηλαδή τόσο από εμένα όσο περισσότερο από ένα θέμα που θα ήθελα να πω. Εγώ το βρίσκω ενδιαφέρον και κάπως παίρνω αυτό τον χρόνο να το μοιραστώ με τους άλλους και να δείξω λίγο πώς εγώ αντιλαμβάνομαι, πώς μου φαίνονται εμένα αυτά τα στοιχεία ή αυτά τα περιστατικά ή αυτές οι ιστορικές γνώσεις και σε σύγκριση με αυτό είναι ο χορός.

Υποθέτω ότι οι σπουδές σου δικαιολογούν κι αυτή τη μελέτη, τη σπουδή.

Σπούδασα Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μετά έκανα κάποια θεωρητικά χορού στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν. Αλλά όλα αυτά νομίζω ότι ξεκίνησαν περισσότερο λίγο μέσα από πρόβες, από δικό μου ψάξιμο, από έρευνες με θεωρητικούς ή με κριτικούς. Οπότε ναι, υπάρχει σίγουρα ένα θεωρητικό background, αλλά αυτό νομίζω ότι είναι περισσότερο δικό μου χούι.

Το δικό σου χούι είναι να είσαι μελετητής ας πούμε;

Μου αρέσει. Επειδή ο χορός είναι κάτι «τυπικό». Είναι κάτι το οποίο είναι όπως θα το πάρει ο καθένας, ό,τι κατάλαβες, ό,τι ένιωσες. Κι εμένα μυο αρέσει λίγο να καταλαβαίνω πιο συγκεκριμένα. Οπότε συνήθως όταν καλώ έναν επισκέπτη, έναν άνθρωπο σε μια παράσταση, μου αρέσει να του λέω και κάτι πιο concrete ότι αυτή είναι η θέση μου. Αυτή τη στάση παίρνω και στη λέω και με λόγια απλά. Απλά ήταν και λίγο μια δική μου ανάγκη όταν βρίσκομαι σε έναν χώρο, ο οποίος είναι εντελώς -που είναι πολύ όμορφο δεν το λέω για κακό, αλλά συνειδητοποίησα ότι 15 χρόνια χορεύω σε διάφορους χορογράφους και κάπως όλα είναι στο τέλος πολύ σχετικά. Και θα ήθελα να προτείνω και εγώ κάτι που δεν είναι τόσο σχετικό. Δηλαδή σου λέω κάτι συγκεκριμένο, σου λέω ότι παίρνω μια θέση συγκεκριμένη. Με αφορμή τον χορό, με αφορμή τη σπουδή μου, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι πιο πολύ στις παραστάσεις μου. Πώς θα μπορέσω με έναν ανάλαφρο τρόπο, με χιούμορ να τοποθετηθώ σε κάποια πράγματα που αφορούν το επάγγελμα και όχι μόνο το επάγγελμα προφανώς, αλλά ξεκινώντας δηλαδή από το τι σημαίνει να είσαι χορευτής ή χορογράφος και πώς αυτό το πράγμα το βιώνουμε. Να ανοίγω λίγο κάποια άλλα θέματα, οπότε γι’ αυτό η παρουσία του λόγου είναι σημαντική στο έργο μου.

Άρα εμείς, οι θεατές, θα σε δούμε πάνω στη σκηνή όχι μόνο να χορεύεις μαζί με τους υπόλοιπους χορευτές. Θα σε δούμε και να μας μιλάς, να τοποθετείσαι, να μας διδάσκεις κάπως.

Ναι, ουσιαστικά αυτή η παράσταση παίρνει τη μορφή μιας ημερίδας που διοργανώνει το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου σε συνεργασία με το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος είναι μάλιστα σε έναν συνεδριακό χώρο, οπότε το κοινό όταν μπει είναι σαν να είσαι σε ένα συνέδριο. Εμφανιζόμαστε εγώ, ο συντονιστής της κουβέντας και οι δύο συνάδελφοι, δυο περφόρμερ, κάνουν δύο νομικούς που τους έχουμε καλέσει εδώ για να μας εξηγήσουν τι σημαίνει πνευματική ιδιοκτησία και ουσιαστικά ξεκινάει, παίρνει τη μορφή ενός συνεδρίου που εξηγούμε σαν μια συνέντευξη ποιος είναι ο νόμος, ποιο είναι το νομικό πλαίσιο για τα πνευματικά δικαιώματα στην Ελλάδα σήμερα. Από πότε ξεκίνησε, τι προϋποθέσεις βάζει και μετά αρχίζουμε και ανατρέχουμε σε κάποια δικαστικά σκάνδαλα και δικαστικές υποθέσεις μεταξύ χορογράφων, θεσμών είτε με επιχειρήσεις και έτσι ανοίγει ένας διάλογος του τι είναι πρωτότυπο, πότε κάποιος κατοχυρώνει κάτι δικό του, πώς αυτό λειτουργεί ως κίνητρο για καινοτομίες και για πρωτοτυπίες και για όλα αυτά τα πράγματα έτσι που η αγορά και ο κλάδος μονίμως έχουν ανάγκη. Μπαίνει και ο χορός σαν παράδειγμα οπότε και σιγά σιγά αυτό ζωντανεύει. Αλλά ναι, φέρει δηλαδή τη μορφή μιας ημερίδας που αφορά τα πνευματικά δικαιώματα στην τέχνη και πιο συγκεκριμένα στο χορογραφικό και οπτικοακουστικό έργο.

©Karol Jarek

Άρα έχει και αυτό το στοιχείο της περφόρμανς ότι πάω να δω μια ημερίδα, αλλά τελικά καταλήγω να παρακολουθώ μια παράσταση.

Ναι, έχουμε και ρόλους υπάρχει μία υποτυπώδης θεατρική συνθήκη. Και το νομικό πλαίσιο οτιδήποτε δηλαδή σε μορφή πληροφορίας μεταφέρεται και όχι μόνο εδώ και σε όλα μου τα έργα είναι αληθινή, δεν είναι ψέμα. Η πληροφορία είναι έγκυρη. Το μόνο που αλλάζει είναι ότι το πλαίσιο στο οποίο το παρουσιάζουμε φέρει μία θεατρική συνθήκη, έχει μία απενοχοποίηση της περφόρμανς, δηλαδή εμφανιζόμαστε με ρόλους. Δεν είμαστε δικηγόροι, εμφανιζόμαστε σαν δικηγόροι και δημοσιογράφοι. Αυτά που λέμε σε μορφή πληροφορίας είναι έγκυρα, είναι σωστά, αλλά ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε, οι ρόλοι που έχουμε, κάποιες καρικατούρες, κάποια πράγματα που βγαίνουν, αυτά είναι μέσα στη μορφή μίας περφόρμανς, μιας παραστατικής τέχνης. Είναι ένα υβριδικό μοντέλο ενημέρωσης και ψυχαγωγία.

Αρκετώς δημιουργικό το βρίσκω.

Κι εμένα αρκετά δημιουργικό μου φαίνεται.

Αυτή η παράσταση είναι και στο πλαίσιο του grape;

Ναι, που είναι μια προσπάθεια του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου να έχει μεγαλύτερη εξωστρέφεια όσον αφορά ελληνικές παραγωγές, δηλαδή τη βιωσιμότητά τους και μετά το τέλος του Φεστιβάλ, κάτι που η αλήθεια είναι ότι στον δημόσιο φορέα, απουσιάζει πλήρως στην Ελλάδα. Μόνο στον ιδιωτικό τομέα και σε συγκεκριμένα ιδρύματα υπάρχει κάπως η μέριμνα προώθησης δηλαδή των έργων και μετά το πέρας των πρώτων τριών τεσσάρων παρουσιάσεων, το οποίο είναι πολύ σημαντικό. Ειδικά ο χορός που δεν είναι θέατρο που θα πάει μια σεζόν. Πραγματικά κάνουμε ένα χρόνο πρόβα και παίζουμε 3 φορές και μετά βασιζόμαστε πολύ σε περιοδείες στο εξωτερικό και για να επικοινωνηθεί προφανώς το έργο αλλά και για να βιοποριστούμε. Οπότε τώρα αυτό είναι μια καλή θεωρώ πρωτοβουλία ζωτικής σημασίας για εμάς για αυτά τα έργα, γιατί πραγματικά τα ετοιμάζουμε και παίζονται ελάχιστα. Δεν προλαβαίνει ο κόσμος να τα δει και μετά την επόμενη χρονιά, προφανώς για να πάρεις πάλι μια επιχορήγηση για να σε στηρίξει κάποιος, δεν θα σε στηρίξει με το ίδιο έργο. Και αυτό σχολιάζεται στην παράσταση «Επαρκώς δημιουργικό», πρέπει μονίμως ο καλλιτέχνης όλη την ώρα να κάνει κάτι καινούργιο για να ξανά διαφημίσει, για να ξαναέχει κάτι να διαφημίσει η αγορά, για να ξαναέχει κάτι να επιμεληθεί ο επιμελητής. Οπότε στην πραγματικότητα κάθε χρόνο πρέπει να είσαι σε μία τσίτα, να προτείνεις κάτι καινούργιο, μια καινούργια δουλειά, μια φρέσκια.

Και πρωτότυπη.

Ναι, που μετά θα τη δουν πέντε άνθρωποι. Ίσα ίσα δηλαδή λίγο να γίνει το επικοινωνιακό κομμάτι, να υπάρχει ένα ίχνος στο ίντερνετ ότι κάποτε συνέβη, αλλά στην πραγματικότητα δεν προλαβαίνει να μοιραστεί όντως με τον κόσμο.

Πώς το αντιμετωπίζεις εσύ αυτό;

Το πρόβλημα είναι ότι αυτό για μας είναι το νορμάλ, γιατί πάντα ήταν έτσι και αυτό είναι νομίζω σε όλα τα πράγματα η επικινδυνότητα. 15 χρόνια που χορεύω νόμιζα ότι παντού έτσι γίνεται. Ότι κάνουν τρεις μήνες πρόβα, το παίζουνε τρεις φορές αν είσαι ο Παπαϊωάννου θα το παίξει και έξι μέχρι εκεί και μετά επόμενο έργο. Καινούργιο με καινούργιο τίτλο. Το αστείο είναι ότι θέλουμε εμείς οι άνθρωποι πάρα πολύ χρόνο λίγο να βγούμε από αυτό και να πούμε: κάτσε στο θέατρο κάνουν ένα μήνα πρόβα και το παίζουν δύο χρόνια ή ένα χρόνο πχ. σου λέω κάτι πολύ κοινότοπο, αλλά στην πραγματικότητα, όταν η δουλειά σου είναι αυτή και δεν βλέπεις γύρω σου, θεωρείς ότι αυτό έτσι συμβαίνει. 

©Karol Jarek

Οι Έλληνες – θεατές ίσως ακόμα και το θέμα χορός δεν το έχουμε πάρει όπως έχουμε στο μυαλό μας τη θεατρική παράσταση.

Εντάξει τώρα, χωρίς να θέλω να γίνω προκλητικός, στην πραγματικότητα και ο σύγχρονος χορός είναι μία εντελώς εισαγόμενη τέχνη. Δηλαδή δεν έχει η Ελλάδα, εννοώ είναι ένα δυτικό κόνσεπτ και πολύ της ηπειρωτικής Ευρώπης, το οποίο εισάχθηκε και αυτό στην Ελλάδα κάποτε, το ’30 ’40 ’50. Οι τεχνικές χορού που μαθαίνουμε είναι όλες ξένες, οι χορογράφοι θεωρητικοί είναι όλοι ξένοι. Θέλω να πω ότι σε αντίθεση με το θέατρο ή τη μουσική ούτως ή άλλως ο χορός είναι ένα εντελώς νέο, εντελώς εισαγόμενο είδος τέχνης. Ο παραστατικός χορός εννοώ, δεν εννοώ ο παραδοσιακός χορός ή κάποιος κοινωνικός οπότε εκεί και εγώ λίγο το καταλαβαίνω. Προφανώς ούτως ή άλλως ο σύγχρονος χορός είναι ένα μικρό, πολύ εξειδικευμένο κομμάτι της σύγχρονης τέχνης. Ούτως ή άλλως η σύγχρονη τέχνη δεν είναι πολύ popular όχι μόνο στην Ελλάδα, γενικότερα. Δεν είναι όπως είναι το θέατρο, ο κινηματογράφος που είναι λίγο πιο λαϊκά θεάματα εκ των πραγμάτων λόγω γλώσσας και επικοινωνίας, οπότε σίγουρα δεν είμαστε εξοικειωμένοι αλλά εντάξει, αν δεν θέλω να είμαι αυστηρός ως προς αυτό, είναι ούτως ή άλλως ένα πάρα πολύ μικρό κομμάτι, το οποίο είναι και εντελώς δυτικοφερμένο. Είναι πρόσφατο σχετικά, δηλαδή εγώ τα 60 χρόνια τα θεωρώ μικρό χρονικό διάστημα, οπότε τελοσπάντων εν μέρει το αντιλαμβάνομαι. Γι’ αυτό λέω τώρα αν είσαι πάρα πολύ γνωστός, θα κάνεις άντε πέντε παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής.

Το αντιλαμβάνεσαι, αλλά προσπαθείς κι εσύ με τον δικό σου τρόπο να το αλλάξεις αυτό λίγο.

Εννοείται. Μα γι’ αυτό κιόλας με ενδιέφερε να χρησιμοποιήσω τον λόγο ή να γίνει ο χορός λίγο πιο ψυχαγωγικός ή ενημερωτικός. Δηλαδή, αυτό ουσιαστικά προσπαθώ να δείξω με τη δουλειά μου, γιατί θεωρώ ότι είναι κάτι που το ανοίγει και λίγο στον περισσότερο κόσμο. Πολλές φορές και στο εξωτερικό το είχαμε και σαν πλάκα σε παραστάσεις που πάνε περιοδείες στις αφίσες γράφει, «μέχρι και οι τεχνικοί το καταλαβαίνουν». Το κομμάτι αφορά τον χορό, εγώ χορεύω. Είμαστε χορευτές αυτοί που το κάνουμε αλλά προσπαθώ λίγο να παίρνει λίγο περισσότερο υπόψιν του ότι και κάπου απευθύνεται. Να μην είναι δηλαδή τόσο κλειστό, τόσο ελιτίστικο που κακά τα ψέματα, ο χορός σε μεγάλο βαθμό είναι. Απευθύνεται σε ανθρώπους που μπορούν λίγο να εκτιμήσουν τη φόρμα, να καταλάβουν τη δομή, τις αναφορές, την επαναληπτικότητα. Μια πιο αργή διάρκεια που τώρα εντάξει, αυτό το πράγμα δεν είναι εύκολο. Δηλαδή δεν μπορώ να κατηγορήσω το κοινό ότι είναι αμόρφωτο ή χαζό που δεν νοιάζεται για παραστάσεις χορού όταν κρατάνε δυο ώρες και βλέπεις μια κίνηση στο repeat.

Η λεγόμενη λούπα.

Η οποία λούπα είναι πάρα πολύ σημαντικό πράγμα και στη μουσική και στη ζωγραφική και στον χορό. Αλλά εντάξει επειδή ο χορός παίρνει μια Χ διάρκεια και όντως δεν είναι εξοικειωμένος ο κόσμος, νομίζω ότι είναι σημαντικό που και που να θυμόμαστε και τον κόσμο που μας βλέπει και κάπου να βρισκόμαστε στη μέση. Οπότε γι’ αυτό λέω ότι κι εγώ στις παραστάσεις μου προσπαθώ να είμαι λίγο πιο προσβάσιμος από την άποψη ότι υπάρχει χορός, υπάρχει όλη η ποιητικότητα της σκηνής – η περφόρμανς, αλλά προσπαθώ λίγο και μέσω του λόγου της ψυχαγωγίας να νιώθει ο κόσμος ότι μπορεί πιο εύκολα να το παρακολουθήσει και να νιώσει άνετα και να του δημιουργηθεί ένα έξτρα ενδιαφέρον. Θεωρώ ότι αν μη τι άλλο στις παραστάσεις μου το χιούμορ και η χρήση του λόγου είναι κάτι που συνειδητά το έχω εισαγάγει, γιατί ήταν κάτι που και εγώ είχα ανάγκη ως θεατής πολλές φορές σε παραστάσεις σύγχρονου χορού.

Οπότε ο τρόπος εργασίας σου ήταν πολύ έρευνα.

Ναι, σίγουρα αυτό ξεκινάει πριν δοθεί η επιχορήγηση ή γίνει η πρόταση. Είναι κάποια θέματα που με ενδιαφέρουν και τα ερευνώ ούτως ή άλλως μόνος μου. Όταν αυτό μαζευτεί σε ένα συμπαγές σώμα, κάνω αίτηση κάπου και ελπίζω να με πάρουν. Τώρα φέτος έτυχε αυτό να το πάρει το Φεστιβάλ Αθηνών.

Μετά ξεκινάει η ανεύρεση των χορευτών; Έχεις έναν πυρήνα συνεργατών;

Επειδή στην πραγματικότητα είναι η δεύτερη ομαδική μου δουλειά προφανώς υπάρχει ένας πυρήνας ανθρώπων και συνεργατών που έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν και για άλλους δημιουργούς, αλλά τώρα αυτό είναι στα πολύ πρώτα του στάδια. Είναι ηθοποιοί και χορογράφοι που κάπως μιλάμε την ίδια γλώσσα και είναι όμορφη συνεργασία. Και υπάρχει σίγουρα ένας πυρήνας χορευτών και ηθοποιών που συνεργαζόμαστε.

©Karol Jarek

Για πες μου τα ονόματα της επαρκώς δημιουργικής ομάδας σου.

Η ομάδα είναι η Σταυρούλα Σιάμου, χορεύτρια και ηθοποιός που έχουμε ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν και στη «Διόρθωση» που ήταν το πρώτο μου ομαδικό έργο. Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου, η οποία είναι ηθοποιός του θεάτρου αλλά έχει τελειώσει και την Κρατική Σχολή. Πρωτοσπούδασε χορεύτρια, αλλά μετά ασχολήθηκε μόνο με τον κινηματογράφο και το θέατρο και τώρα είναι η πρώτη της φορά που δοκιμάζει κάτι χορευτικό. Αφού τελείωσε το Εθνικό, δηλαδή, είναι η πρώτη της 15 χρόνια μετά, δουλειά στον χορό επαγγελματικά. Και είναι ο Δημήτρης Ματσούκας με τον οποίον επίσης συνεργαζόμαστε για δεύτερη φορά και είναι χορευτές, street dancer.

Και αυτός ο Κωνσταντίνος ο Παπανικολάου τους έβγαλε την πίστη ας πούμε;

Η αλήθεια είναι ότι τώρα μας βγήκε λίγο η πίστη.

«Μας» είπες.

Ε, ναι, συνήθως η πίστη βγαίνει και απ τις δύο πλευρές. Με άλλον τρόπο, αλλά βγαίνει και στους δύο πόλους, όμως επειδή έχει πολλή έρευνα, τα χορευτικά κομμάτια και η κίνηση είναι κάτι το οποίο νομίζω στις πρόβες είναι πολύ ευχάριστο και πολύ ωραίο. Μετά λίγο το κείμενο, γιατί γράφω εγώ τα κείμενα προφανώς μετά σε συνεργασία με τους χορευτές μου για το πώς θα ειπωθούν και τι κενά υπάρχουν, αλλά δυστυχώς ακόμα για την ώρα το κείμενο: το να στέκει, οι ρόλοι, οι συνθήκες είναι αυτό που παίρνει τη μεγαλύτερη ώρα της πρόβας. Και είναι και μία διαδικασία που εγώ ως χορευτής, επειδή δεν είμαι εξοικειωμένος με τον λόγο τόσο με κουράζει κιόλας. Προτιμώ να χορεύω παρά να είμαι στο τραπέζι και να συζητάω βάλε αυτή τη λέξη, βγάλε αυτή τη λέξη, α δεν κατάλαβα…Που είναι πολύ σημαντικό πράγμα και η δουλειά μου βασίζεται σε αυτά.

Κάτι που μ άρεσε στα «Άλογα, καταδύσεις και άλλες μυθολογίες» την παράσταση, την περφόρμανς που έκανες το 2021, ήταν μια πληροφορία ότι ευθύνεται για το μπαλέτο ο Λουδοβίκος ο 14ος.

Ε, ουσιαστικά είχε ψώνιο να χορεύει. Βασικά υπήρχαν τα λεγόμενα μπαλέ ντε Κουρ, τα οποία ήταν λίγο σαν ολοήμερα πάρτι…

Που κάνανε εκεί στις Βερσαλλίες υποθέτω.

Είχαν ξεκινήσει τα πρώτα, αν δεν κάνω λάθος, να μην πω κάποια ιστορική ανακρίβεια, αλλά είχε ξεκινήσει πολύ και από την Ιταλία. Δηλαδή σε όλες τις ευρωπαϊκές αυλές μαζευόντουσαν οι πλούσιοι, ντύνονταν ένα θεματικό πάρτι ξερωγώ και υπήρχαν εκεί πέρα ο συνθέτης με την μπάντα, με σιντριβάνια, κεριά και κάνανε σαν πασαρέλα τα καινούργια τους ρούχα. Ταυτόχρονα χορεύανε κάποιες σουίτες και ουσιαστικά αυτή ήταν η πρώτη μορφή μπαλέτου. Δηλαδή λίγο κάπως πιο χορογραφημένες, πιο επιμελημένες βραδιές, ανακτορικές σαν πάρτι ας πούμε. Ο Λουδοβίκος επειδή του άρεσε πολύ και χόρευε αυτός συνέχεια τον πρωταγωνιστικό ρόλο και ο βασιλιάς Ήλιος μάλιστα από εκεί προκύπτει από έναν ρόλο του σε ένα μπαλέτο που ήταν ντυμένος ήλιος. Μαζί με τον Μολιέρο ίδρυσαν τότε την Γαλλική Ακαδημία για τον χορό και τη μουσική. Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά να υπάρχει επαγγελματικά. Παλιά οι χορευτές ήταν οι αυλικοί από τον Λουδοβίκο και μετά άνοιξε μία σχολή και άρχισε να οργανώνει λίγο το πιο επαγγελματικό κομμάτι του να υπάρχει ένα training, σημειογραφία, να ονομαστούν τα βήματα, να καταγραφούν οπότε ναι, ουσιαστικά το μπαλέτο ως παραστατική τέχνη ο πατέρας του θεωρείται ο Λουδοβίκος ο 14ος.

Και το ενδιαφέρον που βρήκα σε αυτή την πληροφορία είναι ότι ήταν μια τελείως αντρική υπόθεση. Ναι, που στο μυαλό μου μετά τη βιομηχανική επανάσταση το μπαλέτο ήτανε κάτι τελείως γυναικείο ας πούμε.

Μα ακριβώς επειδή ξεκίνησε την εποχή της μοναρχίας, που τότε ο άντρας, ο καλλωπισμός του ευγενούς, η ξιφασκία, τα τακούνια που ήταν στο ρε λεβέ και ο χορός είχε να κάνει πολύ με τα άλματα, με τις στροφές, με τα πηδήματα. Και μετά, όταν ουσιαστικά από τη μοναρχία περνάμε στο δημοκρατικό πολίτευμα, καπιταλισμός, ο άντρας που δεν γεννήθηκε ευγενής, αλλά έγινε μέσω του κόπου του επιχειρηματίας και αυτοδημιούργητος, που ουσιαστικά υπήρχε μία ανάγκη να αλλάξει εντελώς το πρότυπο του πετυχημένου άντρα. Οπότε από τον ράθυμο χορευτή αυλικό με περούκες, πήγε στο κουστούμι.. χρηματιστήριο, 19ος αιώνας και που ψηφίζει και είναι σοβαρός κι έτσι ό,τι δεν ταίριαζε το δώσανε στις γυναίκες. Τότε ήταν αυτό που ο άντρας χορευτής πέρασε ουσιαστικά στην μπαλαρίνα και τότε εμφανίστηκαν οι πουέντ ή αυτό που γνωρίζουμε τώρα ήταν λίγο κάπως μία προσπάθεια της γυναίκας που ήταν παραγκωνισμένη να γίνει, να αποκτήσει λίγο τεχνική και ανακάλυψαν τις πουέντ που δημιουργεί κιόλας αυτό το αιθέριο σαν να πετάει, σαν να ίπταται. Και ουσιαστικά η εικόνα του μπαλέτου, όπως σήμερα την έχουμε, είναι του 19ου αιώνα, της ρομαντικής περιόδου. Αλλιώς το μπαλέτο είναι του δέκατου όγδοου αιώνα το πώς πρωτοξεκίνησε, που ήταν αντρική υπόθεση. Τον 19ο αιώνα πέρασε στις γυναίκες και θεωρούνταν μεγάλη ντροπή να χορεύει ένας άντρας. Αυτό το αναφέρω και στα Άλογα κατάδυσης. Υπήρξε στη Γαλλία μέχρι και πρόταση στη Βουλή να απαγορευθεί δια νόμου γιατί ρεζιλεύει τον Γάλλο ψηφοφόρο, τον Γάλλο πολίτη. Και άρχισαν μάλιστα τότε όλους τους ανδρικούς ρόλους να τους χορεύουν οι γυναίκες ντυμένοι άντρες. Και αυτό φυσικά άλλαξε ξανά μετά τον 20ο αιώνα μέσω της πρωτοπορίας.

Και φτάσαμε στο σήμερα εσύ να μην νιώθεις ντροπή που είσαι χορευτής.

Η αλήθεια είναι ότι δεν το ένιωσα ποτέ. Δεν ξέρω τώρα, ούτε η οικογένειά μου. Οπότε μπορεί γι’ αυτό. Ήμουν τυχερός που οι γονείς μου με στήριζαν και δεν ένιωσα ποτέ δηλαδή ότι κάνω κάτι περίεργο.

Και έτσι, κλείνοντας έχεις νιώσει και γενικά τυχερός σε άλλα πράγματα πέρα από τους γονιούς σου;

Κοίταξε ειδικά εγώ ξεκίνησα να χορεύω επαγγελματικά το 2012, 20 χρονών. Είναι πολύ πιο εύκολο για τους άντρες από κάθε άποψη. Είναι πολύ λιγότερος ανταγωνισμός. Είναι η ίδια ή και περισσότερη η ζήτηση στην αγορά και ως δάσκαλοι και ως χορευτές. Οπότε τότε φαντάσου σπουδάζαμε δωρεάν εμείς τα αγόρια και για να είμαι ειλικρινής ως άντρας στον συγκεκριμένο χώρο μόνο τυχερός έχω νιώσει. Δηλαδή αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί και οικονομικά, εννοώ η στήριξη που είχα από δασκάλους και που πολύ μεγάλο μέρος των σπουδών μου ήταν δωρεάν. Και όντως και στην αγορά, δηλαδή από το 2012 μέχρι και σήμερα δεν έχω σταματήσει, δεν έχω κάνει άλλη δουλειά, δηλαδή μόνο χορεύω ή χορογραφώ ή κάνω κινησιολογία στο θέατρο, που νομίζω ότι αν ήμουν γυναίκα, δεν λέω και δεν υπονοώ ότι όποιος είναι άντρας έχει την ίδια μοίρα, αλλά το ποσοστό θεωρώ ότι είναι πολύ διαφορετικό και οι γυναίκες έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ μεγάλο πρόβλημα που εγώ ναι, είμαι τυχερός. Και είμαι και αισιόδοξος.

Είσαι αισιόδοξος και για το επαρκώς δημιουργικό έργο σου;

Τώρα επειδή με πετυχαίνεις μία εβδομάδα πριν την πρεμιέρα, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Αλλά είναι αυτό το χρονικό διάστημα το μία εβδομάδα πριν. Αν με ρωτούσες την προηγούμενη εβδομάδα θα σου έλεγα ναι.

Εγώ εύχομαι πάντα τύχη, επιτυχίες και να είναι δημιουργικά επαρκώς τέτοια μυαλά καλλιτεχνικά σαν του Κωνσταντίνου Παπανικολάου. Επισκεφθείτε τον Φάρο στις 21, 22, 23 & 24 Ιουλίου στο ΚΠΙΣΝ για να απολαύσετε και να ψυχαγωγηθείτε με κάτι επαρκώς διαφορετικό. Γι’ αυτό υπάρχουν οι παραστατικές τέχνες για την ψυχαγωγία άλλωστε.