Παίρνω στα χέρια μου το κόμικ «Πολυκατοικίες». Η μυρωδιά από το καινούριο ιλουστρασιόν χαρτί με κάνει να το κολλάω ασυνείδητα στο πρόσωπό μου για να το μυρίσω. Ξεκινάω να διαβάζω τους προλόγους των δημιουργών και οι ερωτήσεις αρχίζουν να ρέουν στο μυαλό μου. Βρίσκω πολλά κοινά. Σκέψεις, συναισθήματα, βιώματα, ζόρια, ημερομηνίες γέννησης. Η ατάκα «οι τελευταίοι τριαντάρηδες της γης» με συγκλονίζει. Καταφέρνω να τελειώσω τις εισαγωγές, οι οποίες με δυσκολεύουν από τα φοιτητικά μου χρόνια και ξεκινάω να συνδιαλέγομαι αρχικά με τα χρώματα. Πολύ κόκκινο. Πολύ μαύρο. Πολύ γκρι. Πολύ κίτρινο. Το «Πολυκατοικίες» είναι ένα graphic novel εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ – μια αφηγηματική κατάδυση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Με ρυθμό που θυμίζει βιντεοκλίπ και εικόνες που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αφαιρετικό, ο Δήμος ξετυλίγει τη ζωή που έζησε όσο ήταν μακριά από τον πατέρα του. Το κομμάτι μιας ολόκληρης γενιάς τώρα γίνεται κόμικς από τους Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (Σκυλονουάρ, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ) και Μι Δέλτα (Νεκρός Χορός, Τερματοφύλακας Γιατρός – Η Ιστορία Συνεχίζεται…). Κάνω μια παύση και ζητάω από τον Μι. Δέλτα τα δέκα αγαπημένα κομμάτια του από τον ΛΕΞ τα οποία βάζω με αντανακλαστικά σε playlist.

Σκέφτομαι συνέχεια «Γιατί τον ΛΕΞ;». Γιατί οι πολυκατοικίες να είναι ένα χιπ χοπ κομμάτι με αντρική φωνή και όχι ένα βαρύ λαϊκό που το τραγουδάει με πόνο ψυχής μια γυναικεία κουρασμένη φωνή τα ξημερώματα; Προσπερνάω αρχικά τις ερωτήσεις, πατάω play και ξεκινάω την ανάγνωση. Στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δήμος δέχεται ένα περίεργο τηλεφώνημα για να επισκεφτεί τον πατέρα του με τον οποίο έχει διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αυτής, μυστικά και ενοχές χρόνων έρχονται στην επιφάνεια και ο Δήμος παρουσιάζει όσα έζησε τα χρόνια που η σχέση τους είχε διακοπεί κάνοντας μια βόλτα στο αστικό τοπίο. Εκεί που λερώνεις τα χέρια σου είτε το θέλεις είτε όχι. Η βόλτα αυτή έχει ως μουσική υπόκρουση το τραγούδι Πολυκατοικίες του ΛΕΞ. Ένα τραγούδι που έδωσε ρυθμό και μελωδία στις δύσκολες νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς που ακροβατούσε και συνεχίζει να το κάνει με φοβερή επιτυχία. Το κόμικ με έκανε να θυμηθώ πολλά. Πολλά βράδια που οι ταχυκαρδίες ήταν τόσο φυσιολογικές, πολλές κρίσεις πανικού, πολλές κομμένες καλημέρες και πολλούς φίλους εξαφανισμένους. Έτσι λοιπόν μέσω της πλήρους ταύτισης με τους δημιουργούς έγινε αυτή η συνέντευξη. Δεν θα πω περισσότερα καθώς δεν θα άλλαζα λέξη από τις απαντήσεις τους. Πατήστε play και διαβάστε την συνέντευξη.

Μια ερώτηση έχει γεμίσει το μυαλό μου. Γιατί ο ΛΕΞ;

Μι Δέλτα: Θεωρώ πως η στιχουργική του ΛΕΞ έχει μια τρομερή δυναμική στο να δημιουργεί εικόνες. Είναι σα να βλέπεις καρέ από ταινία. Αυτό βοήθησε πολύ στην οπτικοποίηση του σεναρίου που είχα στο μυαλό μου. Kαι ο Δημήτρης με τα φοβερά του σκίτσα του έδωσε ζωή. Από εκεί και πέρα παίζει και το υποκειμενικό κριτήριο καθώς μου αρέσει πολύ σαν ράπερ. Με τους κοντινούς μου ανθρώπους σε ζόρικες καταστάσεις έλεγα πάντα μια ατάκα: «Με Λεξ και Μητροπάνο περνάνε όλα» κι ας μην περνούσαν.

Δημήτρης -Κρις Αγκαράι: Έχω παρατηρήσει πως οι στίχοι της ραπ δίνουν πολλές εικόνες για έμπνευση. Και του ΛΕΞ συγκεκριμένα είναι πολύ ρεαλιστικοί, οπότε μπορείς εύκολα να τους φανταστείς εικονογραφημένους. Επίσης ο Μι είναι μεγάλο fanboy του ΛΕΞ, οπότε αυτό από μόνο του απαντάει πολλά.

Γνωριζόσασταν από πριν; Ποιος προσέγγισε πρώτος ποιον;

Μι Δέλτα: Η επαφή έγινε μέσω του φίλου Κώστα Σαββόπουλου. Του μετέφερε την ιδέα και εκείνος μας έδωσε το πράσινο φως. Γενικότερα τον ευχαριστούμε για όλα και κυρίως για την έμπνευση.

Χαρακτηρίζεται το κόμικ σας ως ένα ραβασάκι. Με τι συνδιαλέγεται ο αναγνώστης ξεφυλλίζοντάς το;

Μι Δέλτα: Συνδιαλέγεται με «δαίμονες». Είναι μια συμπυκνωμένη βόλτα στα χρόνια της κατάρρευσης, οικονομικής, κοινωνικής και ψυχολογικής. Είναι επίσης ένας διάλογος που κάποιοι άνθρωποι έκαναν και άλλοι δεν πρόλαβαν καν με αγαπημένα τους πρόσωπα που πια δεν υπάρχουν. Είναι ένα ραβασάκι κι ένα σινιάλο κατανόησης πως αυτά τα ζόρια που πέρασαν τα πέρασαν πολλοί ακόμη άνθρωποι εκεί έξω. Είναι μια συλλογική ιστορία.

Δημήτρης-Κρις Αγκαράι: Ο Μι έχει γράψει για πολλά ευαίσθητα θέματα σε αυτό το κόμικ, που θα αγγίξουν την ψυχούλα και των πιο «σκληρών». Από την κρίση την οικονομική και κοινωνική, όπου βοηθάει να εκφραστεί με το τραγούδι, μέχρι και τις παθογένειες του θεσμού της οικογενείας, και την ανθρώπινη απώλεια. Είναι ένα έργο που συνομιλεί με πράγματα που λίγο-πολύ όλοι έχουμε ζήσει ή δει γύρω μας.

Αποτυπώνετε μια πολύ δύσκολη δεκαπενταετία για την γενιά μας. Κατά την διάρκεια της δημιουργίας υπήρξε στιγμή που τα triggers σας έκαναν να τα παρατήσετε;

Μι Δέλτα: Το γράψιμο είναι κομμάτι της ψυχοθεραπευτικής δουλειάς που έχω παρακολουθήσει στο παρελθόν. Γενικότερα όχι μόνο κατά την περίοδο που φτιάχνω κάτι αλλά και πολλές βραδιές που ακούω μουσική, πιάνω τον εαυτό μου να είναι στα όρια της απελπισίας και του πανικού. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο νομίζω πως μάθαμε να ακροβατούμε πάνω σε αυτό. Δεν είναι ότι είμαστε ήρωες ή οτιδήποτε απλά ήταν τόσα πολλά και μαζεμένα τα χτυπήματα που ούτε μπορούσαμε να τα αγνοήσουμε ούτε έπρεπε να επιτρέψουμε να μας πατήσουν κάτω. Έτσι έπρεπε να βρούμε ένα δικό μας τρόπο να την παλέψουμε.

Δημήτρης-Κρις Αγκαράι: Ένα καλό με τη δημιουργία, όσο άγχος κι αν φέρνει, είναι ότι στο τέλος βγάζεις κάτι από μέσα σου και αυτό σε αποσυμφορεί. Ακόμα περισσότερο όταν μιλάς για πράγματα που έχεις ζήσει και σου είναι οικεία. Οπότε όχι, πιο πολύ λειτούργησε λυτρωτικά παρά αποτρεπτικά.

Στον πρόλογο ο Κώστας Σαββόπουλος μάς χαρακτηρίζει (βάζω και τον εαυτό μου μέσα), ως τους «τελευταίους τριαντάρηδες της γης». Στη χώρα μας αλλά και παγκόσμια με την γενικότερη απολιτίκ κουλτούρα που δημιουργείται, μπορεί να υπάρξει ταξική συνείδηση;

Μι Δέλτα
: Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει αλλά θα ήταν πολύ βοηθητικό να αναπτυχθεί. Σε ένα σημείο του κόμικ αναφέρεται πως είμαστε η ανακυκλώσιμη δύναμη της εργατικής τάξης, κανένα παρόν ούτε και μέλλον. Σε αυτά τα χρόνια που αναφερόμαστε δόθηκαν πολλοί αγώνες και ακόμη φυσικά δίνονται. Δεν είναι εύκολο να μάχεσαι όσα σε καταπιέζουν, σε στριμώχνουν και κάποιες φορές σε δολοφονούν αλλά είναι ωραίο να βρίσκεις συνοδοιπόρους ανθρώπους που έχετε κοινή οπτική στα πράγματα. Η ταξική συνείδηση για να το κλείσω δεν αναπτύσσεται από τη μια στιγμή στην άλλη θέλει χρόνο και δουλειά. Πολιτική δουλειά.

Δημήτρης -Κρις Αγκαράι: Πιστεύω πως όσο υπάρχουν ανισότητες, πίεση και άνθρωποι που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, θα υπάρχει και ανάγκη για ταξική συνείδηση. Απλώς αλλάζει ο τρόπος που εκφράζεται. Απολιτίκ κουλτούρα υπάρχει γιατί κανένας νέος δεν εμπιστεύεται την πολιτική, και βλέπουμε πως είτε αριστερά είτε δεξιά έχουν κάπως ισοπεδωθεί από το σύστημα. Πιστεύω όμως πως αργά ή γρήγορα θα βρεθούν άλλοι δρόμοι.



Ο ήρωας σας έκοψε πέντε-δέκα καλημέρες «για το ποδόσφαιρο»; (αναφέρομαι στην δολοφονία του Παύλου) Ανατράπηκαν πράγματα που θεωρούσατε δεδομένα στις σχέσεις σας;

Μι Δέλτα: Στο σενάριο υπάρχουν κάποιες αναφορές σε κοινωνικό επίπεδο για την άνοδο της ακροδεξιάς. Σε προσωπικό επίπεδο ο κύκλος μου δεν είχε άτομα τα οποία να στηρίζουν φασίστες, κοινωνικό σε δουλειές, γήπεδα κτλ έκοψα περισσότερες από πέντε-δέκα καλημέρες και είμαι πολύ οκ με αυτό.

Μέσα σε όλη τη μαυρίλα ποιοι ήταν οι φάροι σας;

Μι Δέλτα: Οι φίλοι μου, η ψυχοθεραπεία, τα βιβλία, η μουσική, το γήπεδο. Οι άνθρωποι δηλαδή που μπορούσα να μοιραστώ τις σκέψεις μου και να ακούσω τις δικές τους. Και πράγματα που έδιναν ερεθίσματα να σκεφτώ και να εκφράσω τα συναισθήματα μου.

Δημήτρης-Κρις Αγκαράι: Πέρα από τους φίλους και τους ανθρώπους μου, θα έλεγα η τέχνη. Το να μπορώ να εκφράζομαι μέσα από αυτό που κάνω ήταν πάντα φάρος για μένα.

Αναρωτιέμαι αν η χιπ-χοπ είναι όντως mainstream και αν συμβαίνει αυτό πως γίνεται να μην έχει ουσιαστικούς δίαυλους επικοινωνίας με την κοινωνία;

Μι Δέλτα: Τι εννοούμε mainstream; Αν εννοούμε ότι πλέον την ακούει πολύς κόσμος τότε κατά μια έννοια ναι, είναι. Αν όμως εννοούμε πως παίρνει προβολή από τα κυρίαρχα ΜΜΕ και διαφημίζεται από αυτά, τότε ευτυχώς δεν είναι και ελπίζω προσωπικά να μην γίνει ποτέ. Είναι μουσική που ξεκίνησε για να εκφράσει το περιθώριο και φέρει μέσα της το στοιχείο του δρόμου. Το ότι την ακούει πια περισσότερος κόσμος έχει πολλές αναγνώσεις. Προσωπικά η γνώμη μου είναι πως η μαζικότητα από μόνη της δεν σε κάνει mainstream. Φυσικά και θεωρώ πως έχει διαύλους επικοινωνίας με κομμάτια της κοινωνίας και γι’ αυτό και έγινε μαζικό φαινόμενο. Επειδή άγγιξε κόσμο. Ο λόγος είναι το μέσο και από ότι φαίνεται ο λόγος αυτός βρήκε πολλά ανοιχτά αυτιά.

Δημήτρης-Κρις Αγκαράι: Χωρίς να το παίζω γνώστης του χώρου, δεν πιστεύω ότι δεν έχει επικοινωνία με την κοινωνία. Ίσα-ίσα, ειδικά οι νέοι που ακούνε χιπ-χοπ, επηρεάζονται έντονα και διαμορφώνουν αντιλήψεις μέσα από αυτό.

Έστω ότι υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τον ΛΕΞ και δεν έχει ακούσει ποτέ τη μουσική του. Τι θα θέλατε να αποκομίσει από το κόμικ σας;

Μι Δέλτα: Το κόμικ είναι εμπνευσμένο από τις Πολυκατοικίες, από εκεί κι πέρα τραβάει ένα δικό του δρόμο. Δεν μπορώ να πω ότι θέλω να αποκομίσει κάποιος κάτι συγκεκριμένο. Εμένα θα ήταν χαρά μου όποιος άνθρωπος το διαβάσει να μπορέσει να κατανοήσει πως υπήρξε πολύς κόσμος που πέρασε παρόμοιες δυσκολίες και πως υπήρξαν διαμερίσματα που οι ανάσες λιγόστεψαν και οι ταχυκαρδίες αυξήθηκαν. Το κόμικ μεταφέρει το προσωπικό που τελικά ήταν συλλογικό.

Δημήτρης -Κρις Αγκαράι: Θα πω αυτό που αποκόμισα κι εγώ διαβάζοντας το σενάριο του Μι πριν το σχεδιάσω, οπότε και σαν αναγνώστης. Να κρατάμε τους ανθρώπους μας κοντά, να αντιμετωπίζουμε τις κρίσεις και τα προβλήματα μαζί, και να λέμε όσα νιώθουμε πριν να είναι αργά.

Info

Παρουσίαση «Πολυκατοικίες»
Σάββατο 16 Μαΐου | Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων – Αίθουσα Innovathens