Βιογραφικό Documentaire VS Reality

Οι δύο όψεις του ίδιου (κάλπικου;) νομίσματος

Κείμενο: Πέννυ Ζαμπούκα 

Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο αποτέλεσε ένα ερώτημα που με απασχολεί εδώ και πολύ καιρό, σχετικά με το γιατί σχεδόν όλα τα ντοκιμαντέρ βιογραφικού τύπου που έχω δει μου αφήνουν στο τέλος μια στυφή αίσθηση. Και γιατί όσο περισσότερο θελγόμουν από την προσωπικότητα που θα προέβαλε το εκάστοτε ντοκιμαντέρ, τόσο μεγαλύτερη ήταν η απογοήτευσή μου στο τέλος της προβολής. Αποφάσισα λοιπόν να προσπαθήσω να καταδείξω τις πιθανές αιτίες. Όσοι ψάχνετε για μια συγκεκριμένη απάντηση, μην κάνετε τον κόπο να διαβάσετε παρακάτω.. Ψιλοάνθρακες ο θησαυρός!

Τα πρώτα συμπτώματα ξεκίνησαν όταν είδα το “Ένας Άνθρωπος παντός Καιρού” , το 2004, ένα αφιέρωμα στο Θανάση Βέγγο, με σπάνιο αρχειακό υλικό, με συνεντεύξεις από τους σπουδαίους, μεταξύ άλλων, Βούλγαρη, Κατσουρίδη,  Κούνδουρο, από τον γιο του αλλά και από τον ίδιο το Βέγγο (για πρώτη φορά μετά από το 1977). Στο τέλος απορούσα πως είναι δυνατόν ένας σκηνοθέτης να έχει τόσο πλούσιο υλικό στη διάθεση του και να μη μπορεί να δώσει ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα μέσα σε 75 ολόκληρα λεπτά, αλλά να ροκανίζει το χρόνο της ταινίας με μοντέρνους εγκιβωτισμούς, όπως για παράδειγμα με το ανούσιο κατ’ εμέ σκηνοθετικό εύρημα των τριών ηθοποιών στο ρόλο του σκηνοθέτη και των ρεπόρτερς αντίστοιχα.

Τις ίδιες εντυπώσεις μου άφησαν και εκείνο για τη Ρόζα Εσκενάζυ (δεν είχε ούτε συνοχή ούτε καμία ελληνικότητα – το γράφω ως συμπέρασμα, χωρίς να διακατέχομαι από εξάρσεις εθνικού μεγαλείου), όπως και το The September Issue, αναφορικά με το σημαντικότερο ίσως τεύχος της σεζόν για τη Vogue, μέσα από το οποίο διαφαίνεται το  πορτραίτο της Anna Wintour ως ένας διάβολος που αγαπάει τα Prada, αλλά και αυτό για το Nikola Tesla, the Genius who lit the world, το οποίο έδωσε περισσότερη βαρύτητα στο μυστήριο γύρω από το μύθο των εφευρέσεων του παρά στην εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής του από μια αντικειμενική σκοπιά.

Και ενώ τα σκεφτόμουν όλα αυτά, σε κάποια στιγμή αδυναμίας, άνοιξα την τηλεόραση. Και “έπεσα” πάνω στο reality της Βίσση, ή Rockumentary όπως το αποκαλούν οι συντελεστές του. Και “κόλλησα”! Έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον την τραγουδίστρια-πρωταγωνίστρια να απαριθμεί τους παλιούς της έρωτες, να ξηλώνει κάτι μπλούζες παρέα με την κόρη-εκκολαπτόμενη σχεδιάστρια, να (μην) παίρνει άδεια εισόδου στη Disneyland της Αμερικής, να φρικάρει επειδή θα κάνει εγχείρηση στις φωνητικές της χορδές (εκεί μη σας πω ότι ταυτίστηκα κιόλας, γιατί έχω κάνει την ίδια επέμβαση κι εγώ παλαιότερα) και με όλα αυτά..είδα ολόκληρο το επεισόδιο -τολμώ να πω- ευχάριστα!

Μετά από αυτή τη σχεδόν μεταφυσική εμπειρία προσπάθησα να εκλογικεύσω αυτό που μου συνέβη: Δεν είμαι θαυμάστρια της Άννας Βίσση, δε με αφορά η (αδιαμφισβήτητη) καριέρα της, δεν διαβάζω ποτέ συνεντεύξεις της, ούτε την έχω ακούσει ποτέ ζωντανά. Δε με αφορούν δε, πολύ περισσότερο, οι έρωτες που είχε προ τριακονταετίας και βάλε, πόσο μάλλον όταν δεν πρόκειται για jeunes premiers της εποχής τους, αλλά για ένα τραγουδιστή που άκουγε η μαμά μου και ένα πολιτικό που (ευτυχώς) δε ψήφισε ποτέ ο μπαμπάς μου! Οπότε η απορία μου πήρε μια νέα διάσταση: Γιατί θέλησα να δω το reality (Rockumentary  ή whatever) της Βίσση και σε κάποια άλλη δεδομένη στιγμή δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει το ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα στον (αγαπημένο μου) Αγγελάκα;

Και ποιά η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο reality (όπως το χαρακτηρίζουν όλοι εξάλλου) της Βίσση και στο ντοκιμαντέρ π.χ. για τη Vivienne Westwood; Εκτός του γεγονότος ότι το δεύτερο προβλήθηκε στον κινηματογράφο, μπόρεσα να εντοπίσω μόνο ομοιότητες- και αυτές ως προς τα βασικά δομικά στοιχεία (γιατί στο σύνολο υπερτερεί το reality της ελληνίδος καλλιτέχνιδας): Μια κάμερα που ακολουθεί τη σχεδιάστρια παντού, για έναν ολόκληρο χρόνο, που έχει πλήρη πρόσβαση παντού (από το ατελιέ στο σπίτι της, στα μαθήματα τραγουδιού που κάνει, πριν τα Défilé της), που συνομιλεί με το σύζυγό της δίνοντας έμφαση στη μεταξύ τους σχέση και στις νευρώσεις του, προβάλλοντάς μας εν γένει το τυπικό 24ώρο της ζωής της Vivienne Westwood, θέλοντας να μας φωτίσει τις υπέροχες πλευρές της συναρπαστικής ζωής της! (Η έντονη ακτιβιστική της δράση φυσικά εμφανίζεται ακροθιγώς, καθώς και η εμπλοκή της με το punk κίνημα  στο Λονδίνο λόγω της στενής της σχέσης με τους Sex Pistols. Και όπως όλοι ξέρουμε, η αλήθεια βρίσκεται μόνο στους  Sex Pistols(!)

Και η απογοήτευσή μου χτύπησε tilt, όταν παρακολούθησα το ντοκιμαντέρ του Emir Kusturica για τον Diego Maradona, για το οποίο επίσης έτρεφα φρούδες ελπίδες.. Διάβασα μάλιστα ότι του πήρε δυόμισι χρόνια για να το ολοκληρώσει και πραγματικά απόρησα, διότι έχω δει ντοκιμαντέρ με τίτλο “Η ιστορία του στηθόδεσμου” και μου φάνηκε πιο ενδιαφέρον από αυτό!

Καθώς προσπαθούσα να βρω μια λογική εξήγηση, ξαναθυμήθηκα τη φράση εκείνου του σπουδαίου “προφήτη” των Μέσων, του Marshall Mc Luhan: “Το Μέσο είναι το Μήνυμα”. Και πραγματικά έτσι είναι. Γιατί τελικά δεν έχει σημασία ποιό είναι το υλικό που έχεις στα χέρια σου, αλλά ο τρόπος που θα το επικοινωνήσεις στο κοινό σου. Δεν είναι τυχαίο το ότι στο slang.gr ορίζεται το ντοκιμαντέρ ως “διευρυμένος όρος για οτιδήποτε είναι  βαρετό. Όπως ήταν κάποτε για το ευρύ κοινό τα ντοκιμαντέρ… Ο κόσμος κάποτε έπληττε θανάσιμα βλέποντάς τα”. Και προφανώς αυτή η ανία συνεχίζει να έχει λόγο ύπαρξης.

Στην προσπάθειά μου να αποσαφηνίσω κάπως την κατάσταση, έψαξα για κάποιο συγκεκριμένο ορισμό του όρου και βρήκα το εξής λήμμα: Κινηματογραφική ή (τηλε)ταινία ή σειρά επεισοδίων βασισμένη στην αναπαράσταση αληθινών γεγονότων, χωρίς την ύπαρξη σεναρίου, αλλά σκηνοθετημένη με κινηματογραφική αναπαράσταση. Ο Ροβήρος Μανθούλης επίσης (ο οποίος έχει σκηνοθετήσει πάνω απο 120 ντοκιμαντέρ) αποπειράθηκε ένα δικό του περιεκτικό ορισμό, παρακινούμενος, όπως γράφει, από τις ατελείωτες συζητήσεις και παρανοήσεις στην Ελλάδα γύρω από τη φύση του ντοκιμαντέρ, παραφράζοντας τον ορισμό του Αριστοτέλη για την τραγωδία με ολίγο από Ηράκλειτο.

Φυσικά ο όρος  Documentaire προϋπάρχει του όρου Reality. Στα γαλλικά χρησιμοποιείται ήδη για τα φίλμ ταξιδιωτικού περιεχομένου. Το 1926 όμως, ο John Grierson του δίνει για πρώτη φορά μια άλλη διάσταση, αναφέροντας ότι είναι «η δημιουργική θεώρηση της πραγματικότητας». Παρ’ όλα αυτά, στις μέρες μας δεν έχει υιοθετηθεί ένας πιο συγκεκριμένος ορισμός και έτσι τα όρια ανάμεσα σε αυτό και το Reality παραμένουν δυσδιάκριτα – και η απορία μου φυσικά εμμένει αναπάντητη.

Στον αντίποδα του κακού – ή, ακόμα χειρότερα, βαρετού –  ντοκιμαντέρ θα ήθελα να αναφέρω ένα πολύ ιδιαίτερο ταινιάκι σχετικά με τους Lost Bodies, το οποίο αυτοχαρακτηριζόταν ως ντοκιμαντέρ, αν και δεν είχε καμία σχέση, κατά τη γνώμη μου, με το είδος. Ήταν όμως εξαιρετικά αστείο, με σφιχτή ροή και φυσικά διανθισμένο με χιούμορ. Κανόνες που θα έπρεπε να διέπουν οποιαδήποτε ταινία, συμπεριλαμβανομένου και του  βιογραφικού ντοκιμαντέρ. Γιατί σίγουρα, το να  καταφέρεις να συμπιέσεις  μια ολόκληρη ζωή σε ένα κομμάτι φίλμ, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αξίζει όμως μια καλύτερη προσέγγιση.

Photo: Γρηγόρης Θανόπουλος

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.