Πέντε η ώρα το πρωί. Η Αθήνα βρίσκεται ακόμη στο σκοτάδι και η πόλη ζει κάτω από τη γερμανική Κατοχή. Στο Λαϊκό Νοσοκομείο, οι ασθενείς είναι περισσότεροι από όσους μπορούν να χωρέσουν οι θάλαμοι. Το φαγητό λιγοστό, τα φάρμακα δυσεύρετα, το προσωπικό εξαντλημένο. Άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο. Κι όμως, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η καθημερινότητα συνεχίζεται. Κάποιος πρέπει να φροντίσει τους αρρώστους, να μοιράσει το φαγητό, να μεταφέρει τους χειρουργημένους, να βρει μια κουβέρτα, ένα ποτήρι γάλα, λίγη ζεστασιά.

Εκεί, ανάμεσα στους θαλάμους και στους διαδρόμους του νοσοκομείου, ένας άνθρωπος καταγράφει με τη μνήμη του όσα συμβαίνουν γύρω του. Μακριά από τις μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις ή τις πολιτικές εξελίξεις, καταγράφει τις μικρές, καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων που προσπαθούν να επιβιώσουν. Τους ασθενείς που δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στα τμήματα και πεθαίνουν από το κρύο. Τους νοσοκόμους που μεταφέρουν το φαγητό διασχίζοντας την αυλή μέσα στη βροχή και το χιόνι. Τους ανθρώπους που μοιράζονται μια φέτα ψωμί, λίγες σταφίδες ή ένα πορτοκάλι. Στη μαρτυρία του, η ιστορία της Κατοχής ζωντανεύει «όπως τα θυμάται», όπως τα έζησε. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Σταμάτης Χατζηγιάννης (1897–1990), ο «Μπαρμπα-Σταμάτης», όπως τον συναντάμε στο βιβλίο «Ο Μπαρμπα-Σταμάτης στο Λαϊκό Νοσοκομείο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν, με τη φροντίδα του εγγονού του, Γιώργου Πουλημένου.

Γεννημένος στην Κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας, ο Σταμάτης Χατζηγιάννης έζησε μια ολόκληρη εποχή ιστορικών ανατροπών. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, βίωσε την Καταστροφή του 1922 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου έμελλε να γνωρίσει τις δυσκολίες μιας ακόμη μεγάλης ιστορικής περιόδου. Τον Φεβρουάριο του 1942, στην καρδιά του φονικού χειμώνα της Κατοχής, όταν η πείνα θέριζε τον πληθυσμό της Αθήνας, βρήκε δουλειά στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Προσελήφθη ως τραπεζοκόμος, αλλά οι συνθήκες τον ανάγκασαν να αναλάβει πολύ περισσότερα καθήκοντα: νοσοκόμου, τραυματιοφορέα, ακόμη και καθαριστή. Για τα επόμενα δεκαοκτώ χρόνια, μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1961, το νοσοκομείο θα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, βασισμένος στην εξαιρετική του μνήμη, αποφάσισε να καταγράψει όσα είχε ζήσει. Περιστατικά τραγικά, άλλοτε συγκινητικά και άλλοτε ευτράπελα, με πρωταγωνιστές γιατρούς, νοσηλευτές, εργαζομένους και ασθενείς. Μέσα από τις αναμνήσεις του ξεδιπλώνεται η ιστορία του Λαϊκού Νοσοκομείου στα χρόνια της Κατοχής, των Δεκεμβριανών, του Εμφυλίου και της δύσκολης μεταπολεμικής περιόδου. Τα χειρόγραφά του διασώθηκαν χάρη στον εγγονό του, Γιώργο Πουλημένο, ο οποίος ανέλαβε να συγκεντρώσει και να συνθέσει τις διαφορετικές εκδοχές των αναμνήσεών του, διατηρώντας τη γλώσσα, το ύφος και τις χαρακτηριστικές εκφράσεις του αφηγητή. Ο Γιώργος Πουλημένος, με καταγωγή επίσης από την Κάτω Παναγιά της Ερυθραίας και με μακρόχρονο ενδιαφέρον για την ιστορία της Μικράς Ασίας, μετατρέπει έτσι μια οικογενειακή παρακαταθήκη σε μια μαρτυρία με ευρύτερη ιστορική σημασία.

Η καθημερινότητα της Κατοχής και ο δρόμος προς την Απελευθέρωση

Στα χρόνια της Κατοχής, το Λαϊκό Νοσοκομείο λειτουργούσε κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Οι γερμανικές επιτάξεις, οι ελλείψεις σε τρόφιμα και οι πρόχειρες εγκαταστάσεις δοκίμαζαν καθημερινά ασθενείς και προσωπικό.

«Ως εξωτερικά ιατρεία χρησιμοποιούσαν το γιαπί που προοριζόταν για οίκημα των αδελφών νοσοκόμων. Υπήρχαν απλώς οι κολώνες από μπετόν και η μπετονιένια στέγη και δεν υπήρχαν καν όλα τα τούβλα για να περιορίσουν το κρύο ή το χιόνι. Χωρίς πόρτες, χωρίς παράθυρα. Πολλοί ασθενείς, ώσπου να τους ανεβάσουν πάνω, πέθαιναν από το κρύο.» Ο Μπαρμπα-Σταμάτης θυμάται ανθρώπους που πέθαιναν από το κρύο, την αγωνία για την εξασφάλιση λίγου φαγητού, αλλά και μικρές πράξεις αλληλεγγύης. Ανάμεσα στις ιστορίες του βρίσκονται και περιστατικά που αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς: τη γενναιοδωρία δίπλα στην ιδιοτέλεια, τη φροντίδα δίπλα στην αδιαφορία, το χιούμορ ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Για παράδειγμα εκείνη ενός νεαρού άπορου ασθενούς, περίπου 35 ετών, που είχε χάσει τη δυνατότητα να περπατήσει έπειτα από ένα ατύχημα. Παρέμεινε σχεδόν έναν χρόνο στο νοσοκομείο, χωρίς να τον επισκεφθεί κανένας συγγενής. Ο Χατζηγιάννης τον φρόντιζε καθημερινά, παρότι δεν ήταν στα καθήκοντά του. Όταν ο νεαρός πέθανε, η προϊσταμένη του τμήματος τον ενημέρωσε ότι είχε αφήσει για εκείνον το πορτοφόλι του, με 200 δραχμές, και ένα σχεδόν καινούργιο κοστούμι. Ήταν ό,τι είχε στην κατοχή του και ήθελε να το προσφέρει στον μοναδικό άνθρωπο που τον είχε περιποιηθεί σαν δικό του:

«Πάρε το πορτοφόλι μου έχει μέσα 200 δραχμές. Δωσ’  το όπως είναι στον μπαρμπα Σταμάτη. Επίσης, έχω ένα κουστούμι σχεδόν καινούργιο στην αποθήκη, που το έκανα πριν έρθω στο Νοσοκομείο. Να το πάρει κι αυτό, είναι καλό. Είναι ο μόνος άνθρωπος που με περιποιήθηκε σαν να ήταν δικός μου. Δεν έχω τίποτε άλλο να του αφήσω και να του πείτε ότι τον ευχαριστώ. Εγώ γυμνός γεννήθηκα, γυμνό να με θάψετε».

Ο Χατζηγιάννης συγκινήθηκε τόσο, ώστε ξέσπασε σε κλάματα. Κράτησε το πορτοφόλι, αλλά φόρεσε το κοστούμι στον νεκρό και φρόντισε ο ίδιος για την ταφή του. Λίγες ημέρες αργότερα, ένας εξάδελφος του ασθενούς εμφανίστηκε στο νοσοκομείο κρατώντας μια καινούργια καμπαρντίνα που είχε αγοράσει για εκείνον, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε πεθάνει. Ένα άλλο χαρακτηριστικό περιστατικό από το κεφάλαιο «Γκρίζα άμμος», αποτυπώνει τις συνθήκες υγιεινής εκείνης της εποχής, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο Σταμάτης Χατζηγιάννης αφηγείται τις εμπειρίες του, με αμεσότητα και μια δόση χιούμορ. Όταν ένας ασθενής που έπαιρνε εξιτήριο του ζήτησε να παραδώσει τα ρούχα του, ο Χατζηγιάννης ανακάλυψε στην αποθήκη ένα σωρό από ενδύματα σκεπασμένα με μια παράξενη «γκρίζα άμμο». Σκύβοντας να τα μαζέψει, αισθάνθηκε ένα τρομερό φαγούρισμα στα πόδια. Τότε συνειδητοποίησε ότι η υποτιθέμενη άμμος ήταν στην πραγματικότητα ψείρες. Για σχεδόν έναν μήνα, όπως αφηγείται, έκανε δύο μπάνια την ημέρα, ενώ η γυναίκα του έβραζε καθημερινά τα εσώρουχά του, καθώς εκείνος εξακολουθούσε να αισθάνεται ότι κάτι τον τσιμπούσε. Αυτές οι μικρές ιστορίες, άλλοτε σπαρακτικές και άλλοτε σχεδόν κωμικές, συνθέτουν την καθημερινότητα ενός νοσοκομείου που δεν έπαψε να λειτουργεί ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Γιατί έξω από τους θαλάμους, η Ιστορία συνέχιζε να γράφεται.

Από τη γερμανική Κατοχή και τη σχέση του με τον τότε επιμελητή γιατρό Κωνσταντίνο Τούντα μέχρι την Απελευθέρωση, η προσωπική αφήγηση του Σταμάτη Χατζηγιάννη ξετυλίγεται παράλληλα με τα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας. Η νοσηλεία τραυματιών του ΕΛΑΣ, οι διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου που είχε επιστρέψει από την Αίγυπτο, η εγκατάσταση της Ταξιαρχίας «Ρίμινι» σε γειτονικά κτίρια, οι συγκρούσεις και οι πολιτικές αναταραχές περνούν μέσα από τη δική του καθημερινότητα στο Λαϊκό Νοσοκομείο.

Η αφήγησή του φτάνει έως τη συνταξιοδότησή του, το 1961, αλλά και στις λιγοστές επισκέψεις του στο νοσοκομείο τα επόμενα χρόνια. Εκεί, άνθρωποι που είχαν πλέον αποκτήσει αναγνώριση και κύρος στον χώρο της ιατρικής, ανάμεσά τους ο καθηγητής Γρηγόριος Σκαλκέας και ο Γεώργιος Χαρτοφυλακίδης αλλά και απλοί άνθρωποι εξακολουθούσαν να θυμούνται τον «μπάρμπα Σταμάτη» και την αφοσίωσή του στους ασθενείς.

«Εσύ είσαι λοιπόν ο μπαρμπα-Σταματής; Δε μου λες τι τους έκανες εδώ και σε αναζητούν τόσα χρόνια όλοι οι παλιοί, ιδίως όταν παρουσιαστεί κάτι έκτακτο;», θα τον ρωτήσει ο τότε θυρωρός ακούγοντας το όνομά του και σφίγγοντάς του το χέρι. Κι εκείνος θα απαντήσει με την απλότητα που διατρέχει ολόκληρη τη μαρτυρία του: «Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει να κάνει ένας εργαζόμενος σε ένα νοσοκομείο, βλέποντας πόσος πόνος και πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο».

Το βιβλίο «Ο Μπαρμπα-Σταμάτης στο Λαϊκό Νοσοκομείο» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καπόν