Θυμάμαι, όταν ήμασταν παιδιά, πόσο απολαμβάναμε να πειράζουμε τις λέξεις. Να τους προσθέτουμε συλλαβές, να αλλάζουμε τη θέση των γραμμάτων, να αντικαθιστούμε τα φωνήεντα, να επινοούμε τις δικές μας μυστικές γλώσσες. «Κορακίστικα» τα λέγαμε. Cringe, ίσως να έλεγε η σημερινή γενιά. Κι όμως, σε αυτά τα αθώα γλωσσικά παιχνίδια κρυβόταν, νομίζω, κάτι επαναστατικό. Η επιθυμία να ανατρέψουμε τους κανόνες, να ξαναφτιάξουμε τα πράγματα με τους δικούς μας όρους, με την υπέροχη, ξεχασμένη πια παιδική βεβαιότητα ότι όλα είναι δυνατά.
Η λεξιπλασία, υπό αυτή την έννοια, μπορεί και να είναι μία από τις πρώτες μας πράξεις ελευθερίας. Μια απόδειξη ότι ο κόσμος δεν είναι όπως μας τον περιγράφουν ή όπως μας το πλασάρουν. Κάπως έτσι μοιάζει να σκέφτεται και η Πορτογαλίδα συγγραφέας και εικονογράφος Καταρίνα Σομπράλ. Στο Αξύμφι, μια λέξη που κανείς δεν γνωρίζει τι σημαίνει, αλλά όλοι σπεύδουν να χρησιμοποιήσουν, γίνεται η αφορμή για μια απολαυστική αναστάτωση. Γιατί καθώς ταξιδεύει από στόμα σε στόμα, αποκτά συνεχώς νέες πιθανές σημασίες. Με χιούμορ, χρώμα και αστείρευτη φαντασία, η Καταρίνα Σομπράλ δίνει ένα σχεδόν ανατρεπτικό νόημα σε μια κατά τα άλλα αθώα, παιδική ιστορία.
Με αφορμή την ελληνική έκδοση του Αξύμφι, μιλήσαμε μαζί της για τη γλώσσα και τη φαντασία, για την εικονογράφηση ως έναν άλλο τρόπο αφήγησης, για τα παιδικά παιχνίδια που συνεχίζουν να ζουν μέσα μας και για εκείνη τη δημιουργική ελευθερία που μεγαλώνοντας ίσως μαθαίνουμε να περιορίζουμε.

Στο Αξύμφι, όλα ξεκινούν από την ανακάλυψη μιας λέξης που κανείς δεν γνωρίζει τι σημαίνει, αλλά πολύ γρήγορα όλοι αρχίζουν να τη χρησιμοποιούν. Τι σας γοήτευσε αρχικά στην ιδέα μιας λέξης χωρίς σημασία;
Είναι σαν ένα αφηρημένο σχήμα στο οποίο μπορείς να δώσεις οποιοδήποτε νόημα. Όπως ένας κύκλος, που μπορεί να είναι ο ήλιος ή το φεγγάρι, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο τον τοποθετείς. Ή ένα μπαλόνι ή μια μπάλα… Είναι απλώς ένας τυχαίος ήχος, όπως άλλωστε όλες οι λέξεις, μόνο που σε αυτόν δεν έχει αποδοθεί ακόμη κάποια σημασία. Είναι σαν ένα παιχνίδι που δεν ξέρεις πώς να το χρησιμοποιήσεις, κι έτσι έχεις πολύ μεγαλύτερη ελευθερία να παίξεις μαζί του. Πολύ περισσότερες δημιουργικές δυνατότητες.
Και τώρα το Achimpa γίνεται στα ελληνικά Αξύμφι. Πώς αισθάνεστε όταν βλέπετε αυτή την ανύπαρκτη λέξη να αποκτά διαφορετικό ήχο και μορφή σε κάθε γλώσσα;
Είναι υπέροχο! Η μορφή αλλάζει, αλλά συνήθως διατηρεί κάτι από τον απόηχο του αρχικού ήχου. Αποκτά μια διαφορετική πολιτισμική χροιά, ανάλογα με τη γλώσσα στην οποία «μεταφράζεται». (Μπορούμε άραγε να το ονομάσουμε μετάφραση;)
Έχετε αναφέρει, για παράδειγμα, ότι το Achimpa έγινε Atjimpa στα σουηδικά, Asimpa στα ουγγρικά και Cimpa στα ιταλικά. Παρακολουθείτε αυτές τις μεταμορφώσεις; Σας ενδιαφέρει περισσότερο να διατηρείται ο ήχος, το παιχνίδι ή η αίσθηση που δημιουργεί η λέξη;
Δεν εκφράζω ποτέ άποψη γι’ αυτό. Πιστεύω ότι οι μεταφραστές και οι εκδότες γνωρίζουν καλύτερα από εμένα πώς πρέπει να γράφεται και να ακούγεται η λέξη στη γλώσσα στην οποία εκδίδεται το βιβλίο. Και θεωρώ ότι όλα αυτά τα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά που προσαρμόζεται σε μια νέα γλώσσα.
Στα βιβλία σας, το κείμενο και η εικόνα δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Τι μπορεί να πει μια εικόνα που δεν μπορεί να πει μια λέξη και το αντίστροφο;
Δεν είμαι σίγουρη ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κείμενο και την εικόνα σε ένα εικονογραφημένο βιβλίο έχει να κάνει με τις ιδιαίτερες δυνατότητες του καθενός από αυτά τα δύο μέσα να συμβάλλει στη δημιουργία νοήματος. Και τα δύο είναι εξαιρετικά εύπλαστα. Πιθανότατα μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο σε κάθε περίσταση. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι τι επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις κάθε φορά. Θέλω να πω «κόκκινο μπαλόνι» με ένα σχέδιο ή με λέξεις; Και γιατί; Ποια επιλογή θα έμοιαζε σωστή μέσα στην αφήγηση;



Έχετε πει ότι κάθε βιβλίο απαιτεί τη δική του οπτική ταυτότητα και ότι σας αρέσει να αλλάζετε τεχνικές και να πειραματίζεστε. Όταν ξεκινάτε ένα καινούργιο βιβλίο, πώς ανακαλύπτετε τη γλώσσα των εικόνων του;
Πολλές φορές μπορώ ήδη να «δω» το βιβλίο την ώρα που το γράφω: το είδος της έκφρασης που θα χρειαστεί η συγκεκριμένη ιδέα. Στη συνέχεια, όμως, ακολουθούν πολλές δοκιμές και λάθη, και είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγράψω γιατί, κάποια στιγμή, αισθάνομαι ότι κάτι είναι «σωστό».
Τα παιδιά έχουν μια ιδιαίτερη ελευθερία απέναντι στη γλώσσα: επινοούν λέξεις, αλλάζουν τις υπάρχουσες, παίζουν με τους ήχους τους. Πιστεύετε ότι ως ενήλικες χάνουμε κάτι από αυτή την ελευθερία;
Ίσως το να μεγαλώνεις και να γίνεσαι ενήλικας να έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει ακριβώς με αυτό: με το να μαθαίνεις τις δομές που υποτίθεται ότι πρέπει να αναπαράγεις και να περιορίζεις την ελευθερία σου να κινείσαι ανάμεσα σε όλα όσα μπορείς να φανταστείς και σε όσα είναι πρακτικά εφικτό να φανταστείς. Όμως αυτή η ελευθερία υπάρχει σε λανθάνουσα μορφή μέσα σε όλους μας, και ίσως οι δημιουργοί παιδικών βιβλίων να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε αυτήν από άλλους ενήλικες.
Τι παιδί ήσασταν; Από εκείνα που επινοούσαν ιστορίες, από εκείνα που παρατηρούσαν τους άλλους ή από εκείνα που δημιουργούσαν μια μικρή αναστάτωση για να έχουν μετά κάτι ενδιαφέρον να αφηγηθούν;
Από εκείνα που παρατηρούσαν σιωπηλά τους πάντες. Βέβαια, επινοούσα και ιστορίες. Αλλά σιωπηλά.

Υπάρχει κάτι που αγαπούσατε παράλογα ως παιδί; Ένα βιβλίο, ένα καρτούν, ένα αντικείμενο, ακόμη και μια λέξη και που πιστεύετε ότι εξακολουθεί να κρύβεται κάπου μέσα στη δουλειά σας;
Αγαπούσα παράλογα τα λούτρινα παιχνίδια μου. Πίστευα ότι ήταν ζωντανά, αλλά νομίζω και το Toy Story το αποδεικνύει, ότι πολλά παιδιά πιστεύουν το ίδιο. Το να επινοείς χαρακτήρες και ιστορίες μοιάζει πολύ με το παιχνίδι, είτε έχεις παιχνίδια είτε όχι. Η μυθοπλασία είναι μια ακόμη μορφή παιχνιδιού προσποίησης.
Το χιούμορ μοιάζει να είναι πολύ σημαντικό στα βιβλία σας, χωρίς όμως να αντιμετωπίζετε ποτέ τα παιδιά σαν ένα κοινό στο οποίο χρειάζεται να εξηγείτε τα πάντα. Είναι πιο δύσκολο να κάνετε ένα παιδί να γελάσει ή έναν ενήλικα; Και ποιο από τα δύο γέλια σας ενδιαφέρει περισσότερο;
Νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο να κάνεις ένα παιδί να γελάσει, και αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο. Γι’ αυτό εξακολουθώ να το προσπαθώ!
Αν μπορούσατε να επινοήσετε σήμερα μία καινούργια λέξη, όπως το Achimpa, για κάτι που υπάρχει στη ζωή μας αλλά δεν έχει ακόμη όνομα, τι θα θέλατε να περιγράφει;
Το συναίσθημα που νιώθεις όταν χάνεις την πίστη σου στη θεωρία που είχες για την πραγματικότητα. Όταν παύεις να πιστεύεις ότι οι όποιες άσχημες ρωγμές υπήρχαν στα θεμέλια αυτού που αποκαλούμε «ελεύθερο κόσμο», όπως γράφει ο Omar El Akkad στο τελευταίο του βιβλίο, θα μπορούσαν να επιδιορθωθούν. Όταν παύεις να πιστεύεις ότι αυτό το πράγμα, η θεωρία μας για την πραγματικότητα, μπορεί ακόμη να σωθεί.

Το βιβλίο Αξύμφι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Carnivora (Carnivorninos)
Τίτλος πρωτοτύπου: Achimpa
Μετάφραση: Ελένη Βλάχου
Γραφιστική επιμέλεια: João Linneu
Διορθώσεις: Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος
Επιμέλεια σειράς: Μυρτώ Στείρου
