Είναι το “Belfast” -ένα ημιαυτοβιογραφικού χαρακτήρα φιλμ, βασισμένο σε αναμνήσεις του Κένεθ Μπράνα από το 1969, όταν ήταν εννέα ετών- μια προσωπική ταινία; Σαφώς και ναι. Μια προσωπική ταινία, με έντονη μάλιστα νοσταλγική χροιά.
Είναι όμως ταυτόχρονα και μια πολιτική ταινία; Ναι, και δεν θα μπορούσε να μην είναι: με όποιον τρόπο και αν προσέγγιζε το θέμα της, θα ήταν πολιτική. Επειδή, σύμφωνα με το γνωστό -και υπερβολικό- τσιτάτο, «Τα πάντα είναι πολιτική»; Όχι: αν το θέμα της ήταν αναμνήσεις από μια εποχή των παιδικών χρόνων του δημιουργού της στο Λονδίνο, στη Γλασκώβη ή σε μια πόλη της βρετανικής επαρχίας, αν ο Μπράνα είχε μεγαλώσει εκεί, τότε θα μπορούσε να είναι μόνο προσωπική. Αλλά αφού μεγάλωσε σε ένα τόσο ιστορικά φορτισμένο μέρος και σε μια τόσο ιστορικά φορτισμένη εποχή, όπως το Μπέλφαστ του 1969, όταν ξεκινούσαν τα “Τroubles“, μια τριακονταετία αίματος που έφερε μαζί της πάνω από 3.500 νεκρούς και κοντά στις 50.000 τραυματίες, τότε η ματιά του θα ήταν πολιτική, ό,τι κι αν έδειχνε κι όπως κι αν το έδειχνε, γιατί ακόμα και αν δεν έδειχνε τίποτα, πάλι θα ήταν εντελώς πολιτική η σιωπή του.

Ένα παιδί γυρνάει από το σχολείο, βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την ανέφελη ματιά του και ξαφνικά η αθωότητά του διαρρηγνύεται και η οπτική του αλλάζει ριζικά, καθώς βρίσκεται μπροστά σε άγριες συγκρούσεις και γύρω του πέφτουν μολότωφ: ο Μπράνα δεν σωπαίνει, δεν αποσιωπά την ύπαρξη του τεταμένου κλίματος και των ταραχών μεταξύ Προτεσταντών και Καθολικών, αντίθετα τα αναδεικνύει ως μια βασική αιτία για τον έντονο προβληματισμό που αναπτύσσεται στην οικογένειά του, σχετικά με το αν πρέπει να μεταναστεύσει στην Αγγλία.
Μήπως όμως, παρόλα αυτά, μέσα στο γενικό νοσταλγικό κλίμα, αποφεύγει να τονίσει την πιο τραχιά όψη του θέματος, ενός θέματος με τόσο επώδυνη ιστορική αντιστοίχιση; Μήπως δηλαδή είναι κάπου φάουλ να δείχνεις το Μπέλφαστ του 1969 μέσα από μια -σίγουρα όχι αποκλειστικά, αλλά πάντως κυρίως- γλυκιά ματιά; Και τελικά ο τρόπος που παρουσιάζει τις συγκρούσεις, το για τι μιλά και για τι προτιμά να μη μιλήσει καθόλου, δεν μπορεί να κριθεί από πολιτική και ιστορική ακόμα σκοπιά; Προφανώς και μπορεί. Αλλά δεν ξέρω αν αυτή είναι μια κριτική που αφορά την ταινία ή τον Μπράνα.
Πώς να το πω για να μην ακουστεί παραδοξολόγημα; Αν πρέπει κάτι να καταλογιστεί στον ίδιο, ας του καταλογιστεί ότι δεν εξοικείωσε -έστω και εγκυκλοπαιδικά- τον μη επαΐοντα θεατή με τις βασικές παραμέτρους της σύγκρουσης και του αιματοκυλίσματος των επόμενων δεκαετιών. Έχοντας όμως τελικά και κάθε δικαίωμα (προφανώς όχι απλά νομικό, αλλά και καλλιτεχνικό και δημιουργικό δικαίωμα) να πει τη συγκεκριμένη ιστορία που λέει, δεν θα καταλογίσω στο “Belfast” ότι δεν είναι μια άλλη ταινία. Αυτή είναι και θα την κρίνω για αυτό που είναι. Και αυτό που είναι, εμένα και μου άρεσε και τελικά μου κάνει.

Δεν έχω αξίωση από ένα κινηματογραφικό έργο να διηγηθεί τη συνολική ιστορία του οποιουδήποτε πολυσύνθετου ιστορικού ζητήματος, ούτε καν τη συνολική ιστορία ενός χρονικού του σημείου. Η μόνη επ’ αυτού αξίωση που έχω είναι, στο χρονικό σημείο της ιστορίας που διηγείται, να μην προσπαθεί να κάνει το άσπρο μαύρο. Και κάτι τέτοιο δεν μοιάζει να συμβαίνει. Άλλωστε, όταν πρωτοπληροφορείσαι την ύπαρξη ταινίας με τον τίτλο «Μπέλφαστ», αμέσως ο νους σου πάει στις συγκρούσεις. Δεν νομίζω ότι θα σταματήσει τόσο εύκολα να πηγαίνει εκεί, δεν νομίζω ότι πια θα ακούμε Μπέλφαστ και το μυαλό δεν θα πηγαίνει εκεί. Απλά τώρα ίσως να πηγαίνει για λίγο και κάπου αλλού. Και αυτή η αίσθηση της κοινότητας και της γειτονιάς που δίνει η ταινία, το ότι, όπως λέει η μαμά του ήρωα, μεγάλωσε σε μια περιοχή που όλοι τους ήξεραν όλους, οσοδήποτε εξιδανικευμένη νοσταλγικά κι αν είναι μέσα από το διπλό φίλτρο της παιδικής ηλικίας και της μετανάστευσης, δεν θεωρώ ότι τελικά στέκεται ασεβώς απέναντι στην ιστορία του Μπέλφαστ, αλλά ότι αντίθετα αναδεικνύει και μια άλλη πιο φωτεινή πτυχή του.

Και αφήνοντας στην άκρη το πολιτικό σκέλος των ταραχών και μιλώντας για την υπόλοιπη ασφάλεια που γενικότερα ο κόσμος ένιωθε τότε παντού, ειδικά ως προς τα παιδιά του, δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί: ήταν άραγε εκείνες οι εποχές πιο ασφαλείς γιατί ήταν πιο αθώες, γιατί ήταν ο κόσμος λιγότερο επικίνδυνος και λιγότερο πονηρός, ή μήπως τις έκανε πιο ασφαλείς όχι κάποιο αντικειμενικό γεγονός, αλλά η ίδια η συλλογική πεποίθηση, η ίδια η συλλογική αφοβία και αθωότητα;
«Μία και μόνο μπορεί να είναι η σωστή απάντηση», θα πει ο εγγονός στον παππού, σχετικά με μια άσκηση στα μαθηματικά. «Αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε δεν θα ήταν έτσι η κατάσταση εδώ», θα του απαντήσει ο παππούς. Μακάρι να υπήρχε μια σωστή απάντηση, μακάρι να μην υπήρχε μια σωστή απάντηση για κάθε διαφορετική ομάδα ανθρώπων, για κάθε διαφορετική ταυτότητα, εθνική, θρησκευτική, ιδεολογική, ακόμα και οπαδική. Και πόσο σχετικές κι αυθαίρετες μοιάζουν οι ομαδοποιήσεις και τα πάθη τους, Πόσο εξίσου Ιρλανδοί φαίνονται στα δικά μας μάτια Καθολικοί και Προτεστάντες , πόσο επίσης εξίσου Χριστιανοί μη Ορθόδοξοι, πόσο ίδιοι τελικά και εθνικά και θρησκευτικά, πόσο ακόμα πιο παράταιρη θα φαντάζει η διαφορά τους στα μάτια ενός Κινέζου ή ενός Αφρικανού;


Χθες δολοφόνησαν στη Θεσσαλονίκη έναν φίλαθλο του Άρη Θεσσαλονίκης. Άλλης τάξης ομαδοποίηση, πολύ πιο αδιανόητο να δεχτείς το φονικό για μια τέτοια ταυτότητα; Ναι, προφανώς, δεν είναι το ίδιο. Αλλά από την άλλη, όσο ακραίες κι αν μας φαίνονται από χρονική, ή τοπική, ή πολιτισμική, ή οποιαδήποτε άλλη απόσταση οι διαφορές των ανθρώπων, για όσους τις ζουν από μέσα έχουν πάντα πολύ περισσότερη αλήθεια, πολύ περισσότερο δίκαιο εναντίον αδίκου, πολύ περισσότερη οργή που αναπαράγει οργή, πολύ περισσότερη βεβαιότητα για τη σωστή απάντηση έναντι της λάθους.

Μοιάζει να είναι πια μια μικρή τάση, έστω μια τάση που αναβιώνει: μετά το «Ρόμα» και το «Χέρι του Θεού», μετά τον Κουαρόν και τον Σορεντίνο, και ο Μπράνα επιστρέφει στην παιδική του ηλικία. “Don’t look back”: θα ακουστεί να λέει προς το τέλος η γιαγιά. Ό,τι κι αν έκανε τότε, τώρα ήρθε ο καιρός που ο Kένεθ Μπράνα ξανακοιτάζει προς τα πίσω, ξανακοιτάζει νοσταλγικά, απέχοντας από μια αληθινά μεγάλη ταινία, αλλά παραδίδοντας και μια αληθινά καλή και γλυκιά ταινία, την οποία αφιερώνει στο τέλος τόσο σε εκείνους που έφυγαν, όσο σε εκείνους που παρέμειναν και σε εκείνους που χάθηκαν. Μα γίνεται να την αφιερώνει σε όλους, μα γίνεται να μην εξαιρεί κανέναν, δεν είναι κάπου περίεργο αυτό, ήταν τελικά όλοι θύματα, γιατί τελικά χάθηκαν τόσοι άνθρωποι, μόνο καλοί άνθρωποι χάθηκαν; Κι αν χάθηκαν μόνο καλοί, ποιος ήταν ο κακός της υπόθεσης; Είχαν όλοι δίκιο, υπηρέτησαν όλοι τη δική τους αλήθεια;
Ξανά: θα κρατήσω τις επιφυλάξεις μου για την πολιτική στάση του Μπράνα. Και ακόμη κι αν προφανώς είναι ο ίδιος ο Μπράνα που αφιερώνει στο τέλος της, η ταινία με κέρδισε κι έτσι θα επιτρέψω χωρίς στραβώματα στο “Belfast” του να είναι αφιερωμένο παντού. Και αν καταλήξει και με βραβεύσεις στα όσκαρ, πάλι χαλάλι του θα πω, γιατί είναι μια οσκαρική ταινία, έστω από αυτές που ήταν τυχερές γιατί έπεσαν σε μέτριες οσκαρικές χρονιές.

