Στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη που ‘χει ακόμα με κόκκινο χρώμα γραμμένα τα ονόματα των 57 νεκρών των Τεμπών στο πεζοδρόμιο στέκει και ένας πατέρας πια που κάνει απεργία πείνας. Το αίτημα του απλό και κατανοητό. Ζητά την εκταφή της σορού του παιδιού του ούτως ώστε να γίνουν τοξικολογικές και λοιπές εξετάσεις και να μάθει την αλήθεια για το πώς πέθανε το παιδί του. Ο Πάνος Ρούτσι έχει δηλώσει ότι δεν έχει δει ούτε μία φωτογραφία του παιδιού του μετά τον θάνατό του και ότι η αδιαφορία της πολιτείας και της δικαστικής εξουσίας τού άφησε μόνο μία επιλογή αυτή της απεργίας πείνας. 28 Φεβρουαρίου του 2023 έγινε η μοιραία σύγκρουση της αμαξοστοιχίας κι έχουμε φτάσει 22 Σεπτεμβρίου 2025 κι ακόμα οι γονείς ζητάνε απαντήσεις που δεν λαβαίνουν. Παίζουμε και με τις λέξεις, δεν πρέπει να το αποκαλούμε έγκλημα αλλά δυστύχημα. Τις φοβόμαστε τις λέξεις έγκλημα και γενοκτονία πια.
Περπατώ στο Σύνταγμα και βλέπω κόσμο, βλέπω και τα κόκκινα γράμματα στο πεζοδρόμιο, βλέπω και μια σκηνή και μια τέντα κι έναν άντρα τον Πάνο Ρούτσι που κάνει απεργία πείνας. Έχει έρθει και ο φίλος του Δημήτρης Οικονομόπουλος ο δεύτερος απεργός πείνας για συμπαράσταση. Τα βλέπουν αυτά και οι τουρίστες που έρχονται και γινόμαστε ρεζίλι είναι μια τάση τοποθέτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ίδια τάση που θέλει την Μαρία Καρυστιανού να είναι μια καπηλεύτρια της μνήμης της νεκρής της κόρης για να βγάλει λεφτά και να ιδρύσει πολιτικό κόμμα.
Ντροπή για μένα δεν είναι να υπάρχει μια σκηνή μπροστά από το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Ντροπή είναι για μένα τα όσα γίνονται πίσω από το μνημείο, μέσα στη Βουλή. Η προσπάθεια συγκάλυψης, η προσπάθεια αποσιωποίησης, εκείνη η εξεταστική επιτροπή τραγέλαφος. Ντροπή είναι να κάνει επτά μέρες ένας συμπολίτης μας απεργία πείνας και να μην είναι πρώτο θέμα παντού. Ένας πατέρας που θέλει να κάνει την εκταφή του παιδιού του και η πολιτεία του το απαγορεύει. Ύστατη λύση η απεργία πείνας. Μέσα σ’ αυτό το παράλογο παρόν που ζω πάντα τις απαντήσεις στο παρελθόν στην ιστορία αποζητώ. Απεργούς πείνας προσπάθησα ν’ αναζητήσω και μου ήρθαν στο μυαλό αμέσως ο Νίκος Ρωμανός που το 2014 έκανε 31 μέρες απεργία πείνας. Πείτε τον αναρχικό, πείτε τον επικίνδυνο τρομοκράτη μα το παιδί αυτό πάλευε για το δικαίωμα του να σπουδάσει. 66 μέρες απεργία πείνας έκανε ο Δημήτρης Κουφοντίνας ο τρομοκράτης της 17 Νοέμβρη του οποίου του δίνανε άδειες εξόδου μα όταν ζήτησε να μεταφερθεί σε άλλες φυλακές του το απαγόρευσαν. Δεν αιτούνταν την αποφυλάκισή του μήτε καλύτερες συνθήκες κράτησης, αιτούνταν το νόμιμο να μεταχθεί σε άλλες φυλακές. Οι ποινές που δίνει το σύνταγμά μας δεν είναι θανατικές, γιατί πολύ απλά ένα Κράτος Δικαίου δεν είναι εκδικητικό. Σωφρονιστικό οφείλει να είναι.
Η απεργία πείνας δεν είναι νηστεία, είναι μια μορφή διαμαρτυρίας σχετικά πρόσφατη στον πολιτισμό μας. Είναι η ύστατη προσπάθεια να διαμαρτυρηθεί ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει άλλους τρόπους να γνωστοποιηθούν οι απαιτήσεις του. Η άρνηση πρόσληψης τροφής ακόμα κι απ’ την πρώτη βδομάδα της καταστρέφει τον οργανισμό μα δημιουργεί ένα πλαίσιο ακόμα και εκβιαστικού διαλόγου με την εξουσία. Κανείς δεν θέλει το αίμα ενός αθώου απεργού πείνας στα χέρια του. Ένας από τους μεγαλύτερους απεργούς πείνας που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Μαχάτμα Γκάντι. Ήθελε να τα βάλει με το σύστημα των καστών που μάστιζε την Ινδία και τη βρετανική αποικιοκρατική κυβέρνηση, μάλιστα είχε κάνει αρκετές απεργίες πείνας, αλλά η φιλοσοφία του ήταν η μη βία. Κατάφερε να μείνει στην ιστορία κι ο αγώνας του επειδή ήταν δίκαιος άλλαξε την Ινδία. Ακόμα πιο παλιά ένας άλλος δίκαιος αγώνας, εκείνος του δικαιώματος ψήφου οδήγησε τις φυλακισμένες σουφραζέτες του Λονδίνου το 1909 με πρώτη την Marion Dunlop σε απεργία πείνας. Αυτό οδήγησε σε ένα παιχνίδι ποντικού – γάτας μιας και τις αποφυλάκιζαν όταν το σώμα τους έφτανε σε κατάσταση σοβαρής αδυναμίας και εκείνες επέστρεφαν μετά από λίγο καιρό ξανά στην ενεργό δράση, εκ νέου όμως συλλαμβάνονταν κι αυτό ήταν ατέρμονο. Οι σουφραζέτες χρησιμοποιούσαν το υποσιτισμένο σώμα τους για να μιλήσουν στη συνείδηση των συμπολιτών τους. Η αναγκαστική σίτιση τότε επέφερε τον θάνατο, δεν ήταν όπως σήμερα που μπορεί να θεωρείται τρόπος βασανισμού σύμφωνα με τις αρχές της ιατρικής. Υπάρχει το δικαίωμα στη ζωή, υπάρχει όμως και η επιλογή τού να απεργήσεις πεινώντας και να πεθάνεις αργά και βασανιστικά για τα πιστεύω σου.
Όπως έπραξε ο Ρόμπερτ Τζέραρντ Σαντς που τα έβαλε με την κυβέρνηση της Θάτσερ και απεβίωσε το 1981 ύστερα από 66 μέρες απεργίας πείνας. Ήταν μέλος του Προσωρινού Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού και όντας φυλακισμένος έγινε ο ηγέτης μιας μεγάλης απεργίας πείνας μαζί με τους συγκρατούμενούς του. Το αίτημά τους ήταν να μην αφαιρεθεί η ιδιότητά τους ως πολιτικοί κρατούμενοι. Ως και βουλευτής εκλέχθηκε κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας του στο βρετανικό κοινοβούλιο, γεγονός που θορύβησε την κυβέρνηση Θάτσερ, η οποία προτιμούσε να τους χαρακτηρίσει ως εγκληματίες παρά ως πολίτες που διεκδικούσαν την ένωσή τους με την Ιρλανδία και την πλήρη ανεξαρτησία τους. Πέθαναν άλλοι 9 συγκρατούμενοί του, γιατί μια απεργία πείνας μπορεί να είναι μια συλλογική ομαδική ενέργεια. Αλλά ας φύγω απ’ την Ινδία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Αγγλίας κι ας έρθω στην Ελλάδα. Απεργίες πείνας είχαμε και στον μεσοπόλεμο από τους εξόριστους κομμουνιστές της Ανάφης όπως περιγράφει στο βιβλίο του «Εξόριστοι στο Αιγαίο» ο Αυστραλός Μπερτ Μπερτλς. Από τις 19 Δεκεμβρίου 1935 έως την πρωτοχρονιά του 1936 κάνανε απεργία πείνας 132 εξόριστοι. Είχαν ήδη ξεκινήσει στην Αίγινα άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι απεργία πείνας με αίτημα τη χορήγηση γενικής αμνηστίας. 146 όλοι κι όλοι οι κρατούμενοι της Ανάφης μα απαλλάχθηκαν οι 5 που εκλέχθηκαν μέλη της ειδικής επιτροπής και οι 9 που ήταν ήδη σοβαρά άρρωστοι. Μέρα με τη μέρα και ύστερα από πολλά τηλεγραφήματα στον Βασιλιά, ομάδες των 50, των 21, των 17 σιγά σιγά λάβαιναν αμνηστία και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ο αγώνας τους ήταν συλλογικός και αποτελεσματικός. Δεν αγωνίζονταν μήτε για τον εαυτό τους, μήτε για τους συνεξόριστούς τους αλλά για την ελευθερία τού να επιλέγεις τις πολιτικές σου πεποιθήσεις κι ας είναι αριστερές επικίνδυνες.
Μια απεργία πείνας προκαλεί δημόσιο διάλογο και αναμοχλεύει παγιωμένες θέσεις της εκάστοτε εξουσίας. Ο Πάνος Ρούτσι δεν ζητά κάτι παράλογο, μήτε είναι εγκληματίας ή φυλακισμένος. Είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος που πενθεί για το παιδί του και ζητά την εκταφή της σορού του. Είναι ένας άνθρωπος που αναζητά επιστημονικές απαντήσεις. Ζητά διαφάνεια των στοιχείων της υπόθεσης, δικαστική εξουσία με αντανακλαστικά, τιμωρία των υπευθύνων μα πάνω απ’ όλα να μην αφήνουμε τον χρόνο να σβήνει τη μνήμη και να πάμε παρακάτω δίχως δικαίωση και δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη ναι είναι τυφλή μα τα δικαστήρια και τα δικαστικά όργανα οφείλουν να παρέχουν στους πολίτες αυτής της χώρας την αίσθηση του κράτους δικαίου έμπρακτα. Πείτε το ατύχημα, πείτε το δυστύχημα, πείτε το έγκλημα μα αυτό που συνέβη στα Τέμπη αφορά όλους μας, όχι μόνο τις οικογένειες των 57 νεκρών. Αντικατοπτρίζει το σε ποια κοινωνία ζούμε. Όλη αυτή η αίσθηση συγκάλυψης που έχουμε αποκομίσει ως πολίτες δεν ευνοεί καμία κυβέρνηση, κανένα κόμμα, κανέναν πολιτικό.
Μια εκταφή ζητά ένας πατέρας. Μια δικαίωση ζητούν τα θύματα μέσω των εν ζωή συγγενών τους. Μια ασφάλεια ζητάμε ως πολίτες. Την αίσθηση ότι ζούμε σε Κράτος Δικαίου ευρωπαϊκό κι αναρωτιέμαι, τι το κακό μπορεί να προκαλέσει άραγε μια εκταφή.
