Ο Δράκουλας του Θάνου Παπακωνσταντίνου, που ανεβαίνει στο Θέατρο Πόρτα από τις 24 Οκτωβρίου, αποφεύγει τα γοτθικά στερεότυπα στήνοντας μια σκοτεινή παραβολή για την επιθυμία. Ο σκηνοθέτης, με τη γνώριμη ποιητική του ματιά, τοποθετεί τον μύθο μέσα σε έναν καθρέφτη που αντανακλά την εποχή μας – έναν κόσμο εθισμών, εικόνων, παραμορφώσεων και διαρκούς εξάντλησης.

Ο Αντώνης Μυριαγκός, στον ρόλο του Δράκουλα, γίνεται ο οδηγός αυτού του ταξιδιού: μια μορφή που αλλάζει πρόσωπα, παγιδεύει και παρασύρει, φέρνοντας μαζί στην επιφάνεια την πιο ανθρώπινη αγωνία – το αν μπορείς να επιθυμήσεις χωρίς να χαθείς. Λίγο πριν την πρεμιέρα, μιλήσαμε μαζί του. Μιλάει κατασταλαγμένα, με ηρεμία, απολύτως εναρμονισμένος με τον ρόλο του: «Είναι ωραίο να τοποθετούμε τον Δράκουλα μέσα σε ένα μυθικό κάδρο, να λέμε “εντάξει, είναι μακριά από εμάς”. Μας αρέσει να τον κοιτάζουμε λίγο από απόσταση. Αλλά νομίζω πως ο Δράκουλας είναι κάτι παραπάνω από αυτό – είναι αυτό που επιτρέπουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Γιατί το κάλεσμα το κάνουμε εμείς. Αν δεν τον καλέσεις, δεν πρόκειται να έρθει».

Η σκηνική πρόταση δεν επιχειρεί να αντιγράψει την κινηματογραφική παράδοση. Αντί για εντυπωσιακές μεταμορφώσεις, επιλέγει τον καθρέφτη ως πύλη: ανάμεσα στον κόσμο που ξέρουμε και στον κόσμο της επιθυμίας. Ο Παπακωνσταντίνου –με την ολιστική του ματιά και τη σταθερή συνεργασία με τη Νίκη Ψυχογιού στα σκηνικά και τα κοστούμια– στήνει ένα τελετουργικό θέατρο με βασική πρόθεσή του ο θεατής να συμπληρώσει όσα βλέπει, να αφουγκραστεί όσα ακούει. «Στόχος μας δεν είναι να παραδώσουμε ένα “έτοιμο τέρας”», σημειώνει ο Μυριαγκός. «Αν ο καθένας φύγει έχοντας φτιάξει τον δικό του Δράκουλα, έχουμε κερδίσει κάτι πιο ουσιαστικό».

Η αρχή μιας διαδρομής – Η συνάντηση με τον Δράκουλα και η επικαιρότητα του Μύθου

Η αφετηρία της παράστασης ήταν απλή, σχεδόν αυτονόητη. «Ο Θάνος αποφάσισε να κάνει τον Δράκουλα – ή τέλος πάντων, το συζητήσαμε μαζί με την ομάδα», λέει ο Αντώνης Μυριαγκός. «Ήταν μια επιλογή που, όταν ήρθε μπροστά του, έμοιαζε ιδανική. Του πηγαίνει πολύ, γιατί και στις προηγούμενες δουλειές του, αλλά και ως άνθρωπος, έχει μια αγάπη για το γοτθικό, για τον ρομαντισμό και τη σκοτεινή παράδοση. Είναι κάτι που, αν και δεν το φαντάζεσαι αρχικά για τον Θάνο, του ταιριάζει απόλυτα».

Διάβασε το μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ για πρώτη φορά τώρα με αυτή τη θεατρική συνάντηση. Τον γοήτευσε η επιστολική του δομή, αυτή η πολλαπλή οπτική μέσα από ημερολόγια, επιστολές, αποκόμματα εφημερίδων. Ο ίδιος επισημαίνει πως ο Δράκουλας είναι ένας μύθος που γνωρίζουμε κυρίως μέσα από τον κινηματογράφο: «Δεν είναι έργο που συνηθίζεται να ανεβαίνει στο θέατρο – ειδικά στην Ελλάδα σχεδόν καθόλου. Το έχουμε ταυτίσει με τις ταινίες και με το φαντασμαγορικό στοιχείο. Όμως πρόκειται για ένα αριστούργημα της γοτθικής λογοτεχνίας, όπως και ο Φρανκενστάιν, που κρύβει τεράστιο πλούτο θεμάτων. Μιλούν για την κοινωνία της εποχής τους, αλλά και για τη δική μας. Όσο περισσότερο τα μελετάς, τόσο πιο επίκαιρα γίνονται· ανοίγουν συζητήσεις που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα».

Ο ίδιος βλέπει τον Δράκουλα ως μια πολλαπλή μορφή, που αλλάζει ανάλογα με το βλέμμα του άλλου. «Αν διαβάσεις το μυθιστόρημα του Στόκερ, ο Δράκουλας εμφανίζεται μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων· δεν έχει μία μόνο μορφή. Έτσι και στη σκηνή. Μπορεί να είναι εραστής, δαίμονας, νυκτόβιο ζώο ή καθρέφτης. Μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει. Είναι κάτι άπιαστο – και ταυτόχρονα κάτι βαθιά ανθρώπινο. Έχει να κάνει με το κατά πόσο θέλεις εσύ να πιστέψεις στην ύπαρξή του».

Η επικαιρότητα του μύθου αναδύεται σχεδόν αβίαστα. Ο Δράκουλας ως μια μηχανή υπόσχεσης: θα είσαι για πάντα νέος, όμορφος, αλώβητος. Ένας κόσμος εικόνων, πλαστών αναγκών, ατελείωτων προβολών που σου λέει «όλα μπορούν να συμβούν – αρκεί να το θελήσεις»:

«Και ειδικά σήμερα, νομίζω πως αυτό το βιώνουμε στο πετσί μας. Ζούμε σε μια κοινωνία που σου υπόσχεται τα πάντα – μέσα από πλαστές ανάγκες, μέσα από μια συνεχή προβολή επιθυμιών και υποσχέσεων που υποτίθεται πως μπορούν να πραγματοποιηθούν. Σου λέει: εδώ μπορεί να συμβεί το οτιδήποτε, αρκεί να το θελήσεις. Και να κρατήσει για πάντα. Όμως αυτή η “διάρκεια” είναι το μεγάλο μας άγχος: για πόσο μπορούμε να μείνουμε νέοι, όμορφοι, επιθυμητοί;».

Φωτο: Evelyn Bencicova
Φωτο: Evelyn Bencicova

Ο Μυριαγκός βλέπει στον μύθο του Κόμη Δράκουλα έναν καθρέφτη του σημερινού κόσμου της εικόνας και των κοινωνικών δικτύων:

«Όλοι το καταλαβαίνουμε αυτό, ειδικά μέσα από τα social media. Ζούμε μέσα σε μια προβολή επιθυμιών που δεν έχουν τέλος – κι έτσι, μαζί με την επιθυμία, έρχεται και η φθορά, το γήρας, το πέρασμα του χρόνου. Ο Δράκουλας το υπόσχεται αυτό: την αθανασία, την αιωνιότητα, το να είσαι ζωντανός και νεκρός ταυτόχρονα. Μόνο που όλο αυτό έχει τίμημα». Και συνεχίζει: «Αυτό είναι και το ενδιαφέρον σήμερα. Να σκεφτεί κανείς ποιος είναι πραγματικά ο Δράκουλας – γιατί δεν είναι μόνο ένα μυθικό πλάσμα από τα Καρπάθια. Είναι κάτι πολύ πιο κοντινό: είναι αυτό που επιτρέπουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Το κάλεσμα το κάνουμε εμείς. Αν δεν τον καλέσεις, δεν έρχεται. Ο Δράκουλας είναι η σκιά που ανοίγει την πόρτα όταν την ξεκλειδώσουμε εμείς οι ίδιοι».

Ο Μυριαγκός έχει συνεργαστεί ξανά με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου στο παρελθόν: «Ο Θάνος είναι δημιουργός που δουλεύει ολιστικά· σχεδιάζει πολύ πριν ξεκινήσουν οι πρόβες, έχει υπομονή και ευγένεια. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αφήνει χώρο. Ακόμη κι αν έχει μια σαφή εικόνα στο μυαλό του, σου επιτρέπει να βρεις τη δική σου διαδρομή. Αυτό είναι δώρο για έναν ηθοποιό».

Φωτο: Evelyn Bencicova

Η ερμηνευτική πρόκληση – Από τον Καποδίστρια στον Δράκουλα

Η ερμηνευτική διαδρομή δεν στηρίζεται σε «εφέ», αλλά σε μια χειρονομία εμπιστοσύνης προς τον θεατή. Το σώμα δεν επιδεικνύει μεταμορφώσεις· υποβάλλει μετατοπίσεις:

«Μας ενδιέφερε να φτιάξουμε χώρο για να μπει ο θεατής, όχι να τον κλειδώσουμε σε μια εικόνα που έχει “δει” ήδη στον κινηματογράφο», εξηγεί. «Το θέατρο είναι ζωντανή συνθήκη. Όταν ακολουθήσεις την ιστορία και τα μονοπάτια των προσώπων, ο Δράκουλας γεννιέται από μόνος του – άλλοτε ως εραστής, άλλοτε ως δαίμονας, άλλοτε ως οδηγός». Σ’ αυτή τη συνθήκη, ακόμη και η ίδια η υποκριτική μοιάζει «βαμπιρική»: «Ρουφάς και δίνεις. Παίρνεις ζωή, εμπειρίες, υλικά – και τα επιστρέφεις μεταμορφωμένα».

Αποφεύγει να κρίνει τον ρόλο με προσωπικούς ηθικούς όρους. «Αν τον κρίνω, απομακρύνομαι και δεν μπορώ να τον υπηρετήσω», λέει. «Δεν πρόκειται για ταύτιση· χωρά απόσταση, χιούμορ, σαρκασμός. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει υλικό, όχι “δήλωση”». Η δυσκολία του ρόλου, λοιπόν, δεν είναι τεχνικό παιχνίδι μεταμορφώσεων αλλά μια βουτιά στο “μέτρο” της επιθυμίας – μέχρι πού φτάνεις, τι πληρώνεις, πότε επιστρέφεις.

Στο παρασκήνιο, μια ενδιαφέρουσα αντιστικτική πορεία: πριν μπει στην επικράτεια του Δράκουλα, ο Μυριαγκός ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του Καποδίστρια του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται τον Ιωάννη Καποδίστρια. Από τον Ιωάννη Καποδίστρια στον Κόμη Δράκουλα: δύο μορφές που δεν θα μπορούσαν να είναι πιο αντίθετες. «Με έναν τρόπο, οι εποχές τους σχεδόν συμπίπτουν. Ο Καποδίστριας έζησε ως το 1831, ο Δράκουλας γράφεται στο τέλος του 19ου αιώνα. Κι όμως, όσο κι αν προσπαθήσεις να βρεις κοινά σημεία, είναι σχεδόν αδύνατο. Είναι δύο εντελώς αντιφατικοί κόσμοι».

Γελά με την παρατήρηση ότι και οι δύο ήρωες έχουν κάτι “αριστοκρατικό”. «Ναι, αυτό ίσως είναι το μόνο κοινό τους. Μια αίσθηση καταγωγής – ο καθένας όμως ακολουθεί έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Ο Καποδίστριας αφιερώνεται στη θυσία, ο Δράκουλας στην επιθυμία. Και κάπως, βρέθηκαν να συναντιούνται μέσα από εμένα, να αποκτούν έναν σύγχρονο εμπνευστή, αν θες, στο ίδιο πρόσωπο. Είναι ωραίο αυτό το παράδοξο». Η συνύπαρξη αυτών των δύο ρόλων μέσα σε λίγους μήνες μοιάζει για τον ίδιο με άσκηση ισορροπίας. «Χρειάζεται να αποσυνδεθείς, να αφήσεις χώρο για το επόμενο. Είναι ενδιαφέρον, όμως, πώς αυτά τα πρόσωπα –τόσο διαφορετικά– συναντιούνται κάπου στο βάθος. Και οι δύο, με τον τρόπο τους, παλεύουν με το ίδιο πράγμα: με το όριο του ανθρώπινου». Την κινηματογραφική εμπειρία τη λέει «δώρο»: Μεγάλη παραγωγή, μεγάλη ευθύνη, πολυετής προσπάθεια του σκηνοθέτη. «Τέτοιες ευκαιρίες δεν είναι αυτονόητες στη χώρα μας», τονίζει. «Είμαι ευγνώμων».

Φωτο: Evelyn Bencicova

Αυτή η μετάβαση, από το φως στο σκοτάδι και πίσω, δεν είναι απλώς θέμα ρόλων. Είναι μια διαρκής συνομιλία με το τι σημαίνει να παραδίνεσαι σε κάτι. «Κάθε ρόλος σού ζητά να ανοιχτείς, να εμπιστευτείς, να μπεις σε ένα καινούργιο σκοτάδι. Δεν είναι πάντα επιλογή. Καμιά φορά σε διαλέγουν εκείνοι. Και το θέμα είναι αν είσαι έτοιμος να τους δεχτείς». Και εκεί, σχεδόν φυσικά, γεννιέται η ερώτηση: πώς επιλέγει ο Αντώνης Μυριαγκός τους ρόλους του; Είναι θέμα συνειδητής επιλογής ή αφήνεται να τον “διαλέγουν” οι ρόλοι; «Συνδυασμός, αλλά πρώτα οι άνθρωποι: παραγωγή, συνεργάτες, σκηνοθέτης, συνάδελφοι», λέει.

Συνεχίζοντας ο Αντώνης Μυριαγκός μοιράζεται: «Ξέρεις, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Ζούμε σε μια μικρή χώρα, όπου για εμάς τους ηθοποιούς δεν είναι πάντα εύκολο να βρίσκουμε έργα και ρόλους που να μας εμπνέουν. Δεν γίνονται ταινίες κάθε μέρα, ούτε θεατρικές παραγωγές τέτοιας κλίμακας. Οπότε νιώθω ευγνώμων – και για την ταινία και για τον Δράκουλα. Και για τις αποστάσεις που χρειάστηκε να διανύσω, και για το ότι δεν έκανα κάτι που είχα “στο τσεπάκι μου”».

Μιλά με ηρεμία για την ανάγκη του μέτρου: «Πολλές φορές παλεύουμε με τη ματαιοδοξία μας, με την αδημονία, με το “θέλω κι άλλο”. Νομίζω πως το ζητούμενο είναι να είμαστε καλά με αυτό που έρχεται κάθε φορά. Να μην φορτώνουμε τη δουλειά με περισσότερες προσδοκίες απ’ όσες αντέχει. Γιατί στο τέλος, όλα αυτά είναι αέρας κοπανιστός. Η δουλειά παίρνει τον δρόμο της, αποκτά τη δική της υπόσταση, και εσύ απλώς συνεχίζεις».

Η συζήτηση καταλήγει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στην επιθυμία: «Αν καταφέρεις να βρεις αρμονία με τις επιθυμίες σου, αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο πράγμα που μπορεί να πετύχει κανείς. Παλεύω με αυτό. Οι επιθυμίες υπάρχουν πάντα. Το θέμα είναι να έχεις την ψυχραιμία να αξιολογείς για ποιες αξίζει να δώσεις μάχη και για ποιες όχι. Μερικές μάχες ξέρεις ότι θα τις χάσεις, αλλά αξίζουν. Άλλες δίνουν πρόσκαιρη επιτυχία και μένουν κούφιες. Αυτό που μετρά είναι ό,τι χαράζει μνήμη μέσα σου».

Photo by Pantelis Zacharopoulos & Armour glove @siv_pari

Info παράστασης:

Dracula | Θέατρο Πόρτα