Αυτό το καλοκαίρι, θα έχουμε την ξεχωριστή τύχη να απολαύσουμε  την Αννίτα Σαντοριναίου, ένα Ιερό Τέρας του Θεάτρου, να ξεδιπλώνει την τέχνη της και το ταλέντο της στο πολύχρωμο και πολυποίκιλο αλλά απαιτητικό παραστασιακό μωσαϊκό που υπογράφει η Λίνα Νικολακοπούλου σε παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Τα «Χορικά Ύδατα» αφού παίχτηκαν με ξεχωριστή επιτυχία στην Κύπρο, ξεκίνησαν μια μεγάλη περιοδεία και στον ελλαδικό χώρο. Σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, η εξαιρετική ηθοποιός κατορθώνει να ενσαρκώσει μέσα στο πεπερασμένο χρονικό πλαίσιο μιας παράστασης τη «Σφίγγα» και την «Ιοκάστη» από τον «Οιδίποδα Τύραννο» , την «Εκάβη» από τις «Τρωάδες», τις αριστοφανικές «Πενία», τη «Γριά»  από τον «Πλούτο» και τη «Λυσιστράτη» του και τέλος τη Μαντάμ Μαρέ από το «Έκτο Πάτωμα». Είχα την ξεχωριστή χαρά να συνομιλήσω με την σπουδαία ηθοποιό στην Κύπρο, στο κτήριο του Θ.Ο.Κ., μετά την πρεμιέρα της παράστασης στο Αρχαίο Θέατρο του Κουρίου, την οποία και παρακολούθησα. Ευφρόσυνη, σαγηνευτική, σοφή, ειλικρινής, χειμαρρώδης, η Αννίτα Σαντοριναίου μίλησε με τρυφερότητα, πάθος και ευγνωμοσύνη για το θάμβος του θεάτρου και της ζωής.

Πείτε μου ποια είναι τα βασικά στοιχεία αυτής της μουσικής θεατρικής παράστασης που πρωταγωνιστείτε σε σκηνοθεσία Λίνας Νικολακοπούλου από τον ΘΟΚ;

Αγάπη είναι το βασικό συστατικό αυτής της δουλειάς. Αυτή η γυναίκα πλέκει ένα δίχτυ με τον στίχο της και βέβαια με τις υπέροχες μουσικές που συνοδεύουν τους στίχους της, ένα δίχτυ βάθους, ελλειπτικότητας, συμπύκνωσης, εξαιρετικής ποιότητας, αγάπης για τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη ψυχή, για την ανθρώπινη ψυχολογία και ψυχοσύνθεση και μέσα σε αυτό το δίχτυ κινούμαστε ερμηνευτικά. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να μην μας γοητεύει, να μην μας κάνει να το λατρεύουμε αυτό που κάνουμε συν το γεγονός ότι μας δίνει τη δυνατότητα να είμαστε πολυεργαλεία, δηλαδή να μεταπηδήσουμε σαν σε παιχνίδι σε πολλά είδη θεάτρου, σε πολλές εκφάνσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε είναι ένας πρόσφυγας, είτε είναι μια πολύ δυνατή γυναίκα με μια βαθιά αμυχή που την κουβαλάει χωρίς να ξέρει τι της επιφυλάσσει η μοίρα. Μιλώντας είτε για την Ιοκάστη, είτε για την  Κλυταιμνήστρα που κουβαλάει αυτό τον ογκόλιθο έρωτα και μίσους για τον άντρα της, έτσι όπως με περιγράφει τουλάχιστον η Γιουσενάρ…

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τη συνεργασία σας με τη Λίνα Νικολακοπούλου;

Ό,τι λέει αυτή η γυναίκα είναι χρυσάφι, νομίζω ότι έχει γεμίσει με ποίηση την καθημερινότητά μας και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί ζούμε μια πολύ ρυπαρή καθημερινότητα… Η εμβάπτιση μέσα στα λόγια της, στους στίχους της, στις λέξεις της, στις πολύ δύσκολες επιλογές των στίχων της… «Γιατί τώρα είναι σπάνιο να ξοφλήσω το δάνειο που είχα πάρει από το χτες για να ελπίζω», εμένα με συγκλονίζει. Και ίσως επειδή είμαι και πιο μεγάλη από τα νεαρά τα παιδιά αντιλαμβάνομαι και πιο πολύ τον βυθό τους. Θα έλεγα ότι η προηγούμενη στιχουργός τέτοιας εμβέλειας ήταν η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που όμως έφυγε τη δεκαετία του ’70 και τα ηνία τα πήρε το ’80 η Λίνα.

Δείχνετε πραγματικά μεγάλη χαρά  που συμμετέχετε σε αυτή την εξοντωτική για τον ερμηνευτή παράσταση και παράλληλα μια συγκινητική γενναιοδωρία  προς τους συναδέλφους σας ηθοποιούς.

Είναι εξοντωτική ναι… Δεν είναι η γενναιοδωρία, είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Είναι νέοι…Αυτοί τώρα ανοίγουν φτερά. Αν εμείς δεν είμαστε υποστηρικτικοί… Με συγκίνηση το λέω, τι θείο πράγμα η γενναιοδωρία! Ας πούμε, όταν ο Κουν είπε για πρώτη φορά: φέρτε την Αννίτα κάτω στο θέατρο με δέχτηκε λέγοντας «Αννίτα μου, καλώς την» …βέβαια  αυτό ήταν πρότυπο συμπεριφοράς  για μένα. Μετά είχα δύο γονείς που μου εμφύσησαν αυτή τη γενναιοδωρία, διότι αγαπούσαν πάρα πολύ και τον άνθρωπο. Έδειχναν σεβασμό στην ανθρώπινη οντότητα. Ήταν ταλαιπωρημένοι άνθρωποι, της βιοπάλης. Διδάχτηκα τον σεβασμό για το θέατρο, αλλά θυμάμαι κιόλας ότι ήμουν και κάπως «επαναστάτρια» τότε. Γιατί ας πούμε στο «Τέχνης» εκείνη την εποχή υπήρχε μια λογική ότι στα νέα παιδιά δεν πρέπει να δίνουμε θάρρος, δεν τους μιλάμε πολύ. Εγώ όμως μιλούσα από τότε, με αγαπούσαν όμως και με εμπιστεύονταν, γιατί ήξεραν ότι ήμουν καθαρή, ότι δεν είχα πονηριά, και αυτό το ήξερε πρώτος ο Κουν …όχι μόνο το επέτρεπε, αλλά το καμάρωνε κιόλας. Τέλος πάντων, εγώ δεν μπορώ να μη μιλάω στα νέα παιδιά. Τους έχω μεγάλη αδυναμία, είμαι μάνα-δασκάλα, έχω στρατιές παιδιών βγάλει από τα χέρια μου από το ‘93 μέχρι σήμερα που επίσημα διδάσκω στη σχολή του Σατιρικού Θεάτρου του Βλαδίμηρου Καυκαρίδη που τώρα έχει γίνει και Πανεπιστήμιο, έχει και τεταρτοετή κύκλο σπουδών, δηλαδή δίνει και πτυχίο και όχι μόνο δίπλωμα.

Στην Ελλάδα αυτό δεν έχει γίνει ακόμα πράξη: μια Ακαδημία Παραστατικών Τεχνών. Οι σπουδαστές των σχολών κάνανε ολόκληρη κατάληψη στο κτήριο του Εθνικού Θεάτρου για αυτόν τον λόγο.

Καλό είναι αυτό, αρκεί  η Ακαδημία που συζητούσαμε να μην απονευρώσει το Θέατρο, να μην γίνει πολύ «ακαδημαϊκό». Να μην χάσει την ψυχή του, ας πούμε. Ο Κουν έλεγε (τον μιμείται) «κάτω τα χέρια απ’ το θέατρο». Αυτό λέω και εγώ: κάτω τα χέρια απ’ το θέατρο. Ναι, στις σοβαρές σπουδές, όχι στον στείρο ακαδημαϊσμό.

Μ’ αρέσει που τον μιμείστε…

Για να τον κρατάω ζωντανό… Ναι, είναι αλήθεια αυτό. Τον φέρω βαθιά μέσα μου. Ξέρεις, βέβαια, έχω περάσει και από την άρνηση.

Κάτι που με συγκίνησε στην παράσταση πολύ είναι ο τρόπος που ενδύεστε το κοστούμι της Ιοκάστης μεταξύ σκηνής και παρασκηνίου, αυτό είναι μια ολόκληρη υποκριτική σπουδή. Αν θέλετε μιλήστε μου λίγο γι’ αυτό.

Α το είδατε; Φαίνεται στους θεατές;…«εις επήκοον όλων» λοιπόν αυτή η αλλαγή. Γιατί αν γινόταν  επί σκηνής θα καθυστερούσε τη δράση ή θα αποσπούσε την προσοχή των θεατών, έτσι γίνεται όσο πιο διακριτικά μπορεί. Είναι αλήθεια ότι κάνω και τη Σφίγγα, δηλαδή ενώ ντύνομαι… πρέπει να πω το αίνιγμα… και μετά να βγω, να κάνω έτσι αυτή την παρέμβαση στο χορικό μέσα και να βγω. Είναι πραγματικά εξαιρετικά δύσκολο ίσως γι’ αυτό λέω ότι ή πρέπει να είσαι πολύ πεπειραμένος για να κάνεις αυτό το εγχείρημα του να μεταπηδάς από τον έναν ρόλο στον άλλο ή πρέπει να είσαι πολύ σαλτιμπάγκος ή πολύ παιδί και νομίζω ότι αυτό το στοιχείο της παιδικότητας το έχω και εγώ και το έχουν και αρκετά από τα παιδιά που συμμετέχουν σε αυτή την παράσταση. Και είναι μια ωραία πρόκληση. Είναι προκλητικό να μπορείς να κάνεις την Πενία και λίγη ώρα αργότερα την Ιοκάστη…

Στον ρόλο της Εκάβης από τις Τρωάδες στην παράσταση είπατε με συνταρακτικό  τρόπο το “βλέφαρο” που το είχε πρωτοπεί ο Χρόνης Αηδονίδης (μουσική Ν. Κηπουργός, στίχοι Λ. Νικολακοπούλου).

Το έχει πει θεία, αξεπέραστα ο Χρόνης Αηδονίδης, αλλά ταιριάζει τόσο πολύ σε κάθε βλέφαρο παιδιού που έχει κλείσει για πάντα… Αυτό  ακριβώς γίνεται αυτή τη στιγμή στη Γάζα: θανατώνουν τα παιδιά ενσυνείδητα, ρίχνουν βόμβες στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στα νηπιαγωγεία για να σταματήσει η συνέχεια. Είναι όλοι μικροί Αστυάνακτες και το φοβερότερο από όλα είναι ότι αυτό γίνεται από έναν λαό που έχει υποστεί την τερατωδία του ολοκαυτώματος. Και όχι πριν πολλά χρόνια και που υπάρχουν επιζώντες ακόμα.

Επομένως μέσα σας κάνετε αυτή τη σύνδεση;

Φυσικά κάνω αυτή τη σύνδεση. Όταν κρατώ την ασπίδα με τον νεκρό Αστυάνακτα και την τοποθετώ στο χώμα είναι σαν αυτό το παιδί να είναι για την Εκάβη, οι μνήμες με τις οποίες ξεκινάει για την προσφυγιά. Αυτό το παιδί  είναι το σύμπαν της. Δεν είναι αίμα της μόνο, είναι πατρίδα, είναι συνέχεια, είναι ο ομφάλιος λώρος.

Η Λίνα Νικολακοπούλου έχει συνθέσει ένα πολυπρισματικό παραστασιακό μωσαϊκό στα «Χορικά Ύδατα». Τι είναι αυτό που σας συγκινεί σε εκείνη;

Δεν είναι μόνο ο τρόπος, οι λέξεις, το βάθος της Λίνας. Είναι ο Έλληνας… το αίμα του Έλληνα κυλάει μες στους στίχους της. Κυλάει μέσα στις φλέβες του έργου της Λίνας. Η Λίνα τα έχει πει όλα.  Δεν είναι τυχαίο που τη λέω εθνική στιχουργό.

Να επιστρέψουμε στην αρχή; «Θέατρο Τέχνης». Σας άνοιξε έναν μαγικό δρόμο;

Άνοιξε ένας άλλος κόσμος. Ήμουν μοναχοπαίδι, πολύ προστατευμένη και μέσα σε ένα περίγυρο κλειστό σε συρματόπλεγμα, περιορισμένη. Ξαφνικά μπήκα σε έναν άλλο κόσμο που σκεφτόταν αλλιώς, έβλεπε αλλιώς τα πράγματα. Άρχισα να έρχομαι σε επαφή με τα έργα. Τα έργα άρχισαν να μου δίνουν άλλη εμπειρία, άλλη γνώση, όχι πολύ συνειδητή τότε. Αργότερα ήρθε κι αυτό: η συνειδητότητα. Πολύ, πολύ αργότερα.Τα πράγματα γίνονται πιο ουσιαστικά και όχι εν θερμώ από το ταλέντο και μόνο.Μπαίνουν και άλλοι παράγοντες μέσα. Και τέλος πάντων, ακολούθησα το θέατρο, αφού ξεπέρασα τους σκοπέλους του σπιτιού, όχι του πατέρα μου τόσο, όσο της μητέρας μου. Περισσότερο η μητέρα μου σοκαρίστηκε όταν άκουσε αυτό το πράγμα.  Όμως, πράγματι, δικαιωνόμουν ότι το θέατρο είχε δύναμη, είχε τρόπο να περνά μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όπως το θυμάμαι εγώ, ως φοιτήτρια αλλά και ως ηθοποιός νεαρή που πηγαίναμε 4.00μμ-6.00μμ στο «στούντιο» να δούμε μια ταινία που ερχόταν και ήταν φοβερή και μετά περιμέναμε να τελειώσει η διπλή παράσταση να πάμε στο ταβερνάκι για να την συζητήσουμε.

Μπαίνοντας στη σχολή, αρχίζοντας τα μαθήματα, είχατε χαρά ή και φόβο; Πώς ξεκίνησε η πορεία σας μέσα στο «Θέατρο Τέχνης»;

Μόνο φόβο. Χούντα. Χούντα…και σχολή. Χούντα και Πολυτεχνείο. Πολύ σκληρή εποχή στο δεύτερο έτος, στο πρώτο εξάμηνο, ήρθε ο Κουν να δει εξετάσεις. Και εγώ δεν είχα τίποτα, παρά μόνο  ένα πέρασμα στο μάθημα του Μόρτζου, την κυρία Τσίνι, από το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» του Λ. Πιραντέλλο. Και δεν είχα κανέναν άλλο ρόλο. Όλοι είχαν ρολάρες κι εγώ ένα πέρασμα. Τέλος πάντων, τελειώνουν οι εξετάσεις, πήρε ο Λαζάνης τον Κουν να τον κατεβάσει κάτω να πάρει ένα ταξί για να πάει σπίτι του. Εγώ έκατσα δίπλα από το ασανσέρ στην παλιά σχολή στην πλατεία Βάθης και κάπνιζα το τσιγάρο μου και ήμουν…φαρμακωμένη. Οι άλλοι  συμμαθητές μου να σχολιάζουν τις εξετάσεις: «πήγε πολύ καλά ρε»… Εγώ φαρμακωμένη… Ανεβαίνει το ασανσέρ, ένα παλιό ασανσέρ με ξύλινη πόρτα και μια χυτοσίδηρη εξωτερική που ανοίγει και εγώ να έχω φρακάρει πάνω στο μωσαϊκό. Εκεί, θρονιασμένη στο σκαλάκι πάνω από τη σκάλα που πήγαινε στον επάνω όροφο. Έκατσα λοιπόν εκεί, βγαίνει ο Λαζάνης από το ασανσέρ και με βλέπει, και μου λέει τις εξής τρεις λέξεις «Αννιτάκι μου…ταλεντάρα μου…κωμίκα μου. Αύριο το πρωί η ώρα δέκα ο κύριος Κουν σε θέλει κάτω στο θέατρο». Άκου τώρα, Φλεβάρης του 1972 και κάτι αρχίζει να αλλάζει.

Η πορεία σας στο θέατρο υπήρξε θαυμαστή. Από το «Θέατρο Τέχνης» στον «Θεατρικό οργανισμό Κύπρου». Ποια ήταν η παράλληλη εσωτερική σας διαδρομή; Ας πούμε, αμφισβητήσατε  ποτέ τον Κουν;

Tο παιδί δεν έχει χαθεί από  μέσα μου και είμαι ευγνώμων για αυτό. Φυσικά πέρασα πολλές εσωτερικές αλλαγές μέσα στα χρόνια .Πέρασα και από το στάδιο που είπα «εντάξει ο Κουν τώρα τι;». Μετά ήρθε άλλου είδους ανάγκη αναζήτησης και είπα στον εαυτό μου: «για βαλτά κάτω να δούμε τι είναι αλήθεια; είναι πλασματικό; είναι εγωιστικό; τι είναι αυτό;». Είναι από τη δίψα ενός παιδιού που συνάντησε κι άλλες γεύσεις που είπε τι σημασία έχουν τα σπιτικά φαγητά εδώ έχουμε να φάμε μακντόναλντς ας πούμε … Και όταν ήρθε η εσωτερικότητα, η ωριμότητα επέστρεψα στις παλιές καλές γεύσεις. Επέστρεψα, στην ουσία, γιατί και ο Κουν αυτήν έψαχνε. Και για να ολοκληρώσω λίγο την απάντησή μου, όταν ήρθα στον ΘΟΚ πια όπου άλλαξαν τα δεδομένα τελείως, και δεν ήμουν πια στον Κουν, ήμουν σε ένα άλλο περιβάλλον, δεν ήμουν στο «υπόγειο», ήμουν σε ένα περιβάλλον όπου έλεγαν όλοι ελεύθερα τη γνώμη τους ενώ δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε -ήμασταν και παιδιά βέβαια στον Κουν που ήταν σχεδόν 70 χρονών και, εμείς που ήμασταν 20,22,23. Στον Θεατρικό οργανισμό Κύπρου, όμως ήταν αλλιώς η κατάσταση. Σκέψου ότι έκανα διάλειμμα και έβγαινα σε ένα φοίνικα που κρεμόταν μια βουκαμβίλια  επάνω και εκεί κάναμε διάλειμμα. Ήμασταν τότε στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, δεν ξέρω αν το έχεις υπόψιν σου, για χρόνια ήμασταν εκεί, μέχρι να χτιστεί αυτό το θέατρο, και το διάλειμμά μας ήταν δίπλα απ’ το πάρκο και ήταν γεμάτο φοίνικες, βουκαμβίλιες και φως. Ήξερα ότι  πάω σε ένα θέατρο σοβαρό, με σημαντικές καταθέσεις, θεατρικές, πολύ σημαντικές όπως οι «Ικέτιδες» τότε και όπως ο «Πλούτος». Έτσι, δεν ήρθα στα τυφλά και δεν διαψεύστηκα για αυτήν την επιλογή μου, γιατί με πλούτισε, με βοήθησε, με προχώρησε. Είναι βέβαιο αυτό.

Είστε πρωταγωνίστρια καθ’ όλη τη θεατρική σας ζωή. Τόσο στο Θέατρο Τέχνης, στο οποίο παίζατε από μαθήτρια της σχολής όσο και στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.

Είμαι ένας άνθρωπος που δεν επιδιώκω ούτε την δόξα ούτε την πρωτοκαθεδρία. Ούτε στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, όπου πρωταγωνίστησα όλα αυτά τα χρόνια, ξέρεις, είμαι συνταξιούχος πια, παίζω ως guest (γέλια) αλλά ούτε και στο «Θέατρο Τέχνης», από όπου ξεκίνησα. Δεν ήταν ποτέ αυτή η προτεραιότητά μου στη ζωή. Δεν έχω τέτοιου είδους δίψα φιλοδοξίας. Όχι. Έχω δίψα γνώσης. Πρώτα για τον εαυτό μου και μετά μέσα από το θέατρο, έχω μάθει να διαβάζω τον άνθρωπο. Με ενδιαφέρει, όσο μπορώ και να βαδίζω στα χνάρια της ανθρώπινης ψυχής που μπορεί να είναι τερατώδης αλλά και μεγαλειώδης ή μπορεί να είναι ταυτόχρονα και τα δύο. Ο Σοφοκλής λέει στο πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης αυτό το «πολλά γεννούν το δέος αλλά το μεγαλύτερο δέος ο άνθρωπος». Έρπει ο άνθρωπος, μια στο καλό μια στο κακό και αυτό το συναντούμε κάθε μέρα, κάθε μέρα επί χρόνια. Πολύ μακριά αυτή η διαδρομή, δηλαδή που το αντιμετωπίζεις χωρίς να βλέπεις ότι δεν έχει καν αποτέλεσμα ούτε οι τέχνες έχουν αποτέλεσμα, ούτε η παιδεία έχει αποτέλεσμα. Εντάξει σε πιο πολιτιστικά προηγμένες χώρες φυσικά υπάρχει μεγαλύτερο, υψηλότερο επίπεδο αλλά αυτό που βλέπουμε σήμερα σε πολύ υψηλά ποσοστά μάλιστα είναι αμορφωσιά, είναι αγριότητα, είναι βαρβαρότητα, είναι σαν να επιστρέφουμε στον πρωτόγονο άνθρωπο.

Έχετε αισθανθεί ποτέ το θέατρο σαν καταφύγιο από δυσκολίες της ζωής, από τον τρόμο και τα αδιέξοδα της ;

Είναι καταφύγιο το θέατρο. Ιαματικό καταφύγιο, αλλά αγαπώ τη ζωή. Αγαπώ τον έρωτα. Αγάπησα τον έρωτα πολύ στη ζωή μου. Γενικά ήμουν έτσι ένα άτομο πολύ συναισθηματικό και ο έρωτας για μένα ήταν πηγή χαράς αλλά και έμπνευσης, και εξακολουθεί να είναι. Είμαι παντρεμένη τώρα με τον άντρα μου τριάντα τόσα χρόνια και είμαι ερωτευμένη μαζί του είναι και εκείνος ερωτευμένος μαζί μου. Και είναι τροφοδοσία αυτό για τη δουλειά μου. Πολλές φορές σκέφτομαι πως έχω χάσει κομμάτια της ζωής, επειδή είμαι μέσα στο θέατρο και τώρα που λήγει το συμβόλαιο με τη ζωή σιγά σιγά. Τώρα που προχωράει η ζωή προς το τέλος

Μην το λέτε αυτό….

Δεν το λέω για να παρηγορηθώ, το λέω επειδή το γνωρίζω. Αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων, τι είπα χτες στα λόγια μου: «τα σπίτια φυτρώνουν κι αυτά σαν τα λουλούδια, μαραίνονται κι αυτά με τα χρόνια σαν τα λουλούδια». Πριν διαβάσω αυτό που έγραψε η Λίνα σκεφτόμουν το σπίτι μου, στο οποίο μπήκα το 2003, αφού πέθανε ο μπαμπάς μου. Πήραμε αυτό το σπίτι για να φέρω και τη μαμά μου μαζί μας. Και σκέπτομαι τώρα «γέρασε το σπίτι μου, γερνάει σιγά σιγά σαν εμάς». Και ή θα ζήσω με αυτές τις συνθήκες, θα φτιάχνω ό,τι χαλάει ή θα το πουλήσω και θα πάω να πάρω ένα καινούργιο, άδειο,  γιατί αυτό είναι γεμάτο γεμάτοαπό μνήμες ζωής.

Τι ευχή κάνετε για τον εαυτό σας;

Υγιή, όρθια χρόνια.

Τι ονειρεύεστε για την πορεία αυτής της παράστασης;

Να τρυπώνει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων γλυκά, αστεία, με δάκρυ, με αναφορές, με μνήμες… θα πρέπει να το κάνει αυτό. Nα γίνει σαν αυτό που λέει η Λίνα στους στίχους της «τι κι αν φορείς πουκάμισο ως το λαιμό κλεισμένο από τα κουμπάκια ανάμεσα…». Αυτό άλλωστε νομίζω είναι και ο λόγος που η Λίνα δημιούργησε αυτό το πλεκτό από εντελώς ετερογενή πράγματα.

Δείχνει πλέον το θέατρο να είναι για εσάς μόνο απόλαυση και χαρά.

Είναι αγιότητα το θέατρο για μένα, εκτός από λειτούργημα, είναι εξημέρωση, καθαγιασμός των πάντων.

Ιnfo παράστασης:

Τα «Χορικά Ύδατα» της Λίνας Νικολακοπούλου ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα