«…όλα περνάνε
η ζωή η ίδια είναι ένα πέρασμα
περνάς καλά;
να περάσεις καλά
περαστικά
περαστικός
περαστικός ήμουν
έτσι έπρεπε να λέει ο έρωτας όταν έρχεται και σε βρίσκει απροειδοποίητα
κι εμείς του λέμε περάστε
περάστε
λες κι ήταν παντοτινός….» (Απόσπασμα από την παράσταση σε κείμενο Λίνας Νικολακοπούλου)
Η αδιαπραγμάτευτη αγάπη της Λίνας Νικολακοπούλου για τη μαγεία της γλώσσας ήταν το έναυσμα που την οδήγησε να διοχετεύσει την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική της υπόσταση σε περιοχές που δεν την είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα. Απεκδύθηκε για λίγο το ένδυμα της στιχουργού που οι στίχοι της χρόνια τώρα ταυτίζονται με τη ζωή μας και ενδύθηκε αυτό της κειμενογράφου-σκηνοθέτιδας στην πρώτη της θεατρική απόπειρα που έχει τον ευφάνταστο τίτλο «Χορικά Ύδατα» και η οποία βρήκε φιλόξενο σπίτι στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Εμείς βρεθήκαμε στην πρεμιέρα της παράστασης στο μαγευτικό Αρχαίο Θέατρο Κουρίου. Τα «Χορικά Ύδατα» θα έρθουν στην Ελλάδα σε μια μεγάλη περιοδεία που δεν θα περιοριστεί στο κλεινόν άστυ.

Η ίδια η δημιουργός στο σκηνοθετικό της σημείωμα γράφει: «Μετά από σαρανταπέντε χρόνια διαδρομής στον έμμετρο λόγο για τραγούδι η δίψα μου για τους θησαυρούς της ελληνικής γλώσσας δεν έχει στερέψει. Κι όσο πιο ορμητικό γίνεται το αύριο, έχω την ανάγκη να ισορροπώ με την άλλη όψη του, δηλαδή το χτες! Αιώνιο! Κάπως έτσι προέκυψαν τα “Χορικά Ύδατα” […] Ευριπίδης ,Σοφοκλής, Αριστοφάνης, αλλά και ο σύγχρονος λόγος της Γιουρσενάρ για την Κλυταιμνήστρα ,το ίχνος από το παραμύθι «Το Σκλαβί» που έφερε στο φως η Ξένια Καλογεροπούλου, και η λαϊκή αποδοχή του «Έκτου πατώματος» του Αλφρέντ Ζαρί και το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε του Πιραντέλλο. Όλα έργα μαγικά, έδωσαν το χέρι το ένα στο άλλο για να ξεδιπλωθεί αυτή η αφήγηση μέσω της συμβολής του μελοποιημένου λόγου στη Θεατρική πράξη[…] Αυτή τη στιγμή έχω τη χαρά να κολυμπώ σε πρωτόγνωρα για μένα ύδατα».
Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι το απόσταγμα μιας κοινής* και εκτεταμένης συζήτησης που έγινε με τη Λίνα Νικολακοπούλου:
Ποια ήταν τα θέματα που επιθυμούσες να φέρεις στην επιφάνεια με αυτήν την παράσταση;
Η αποδοχή του πένθους και της μοίρας. Εμείς τα τελευταία χρόνια δεν αντέχουμε τον πόνο. Έχει γίνει πολύ βαρύ το κλίμα γύρω μας. Δεν το αντέχουμε. Νομίσαμε ότι ξεμπερδέψαμε από αυτά. Ότι έχουμε ειρήνη, ότι τα δύσκολα περάσανε. Και όμως συσσωρεύονται πράγματα τώρα που έχουμε ξεμάθει να τα αντέχουμε. Δεν θέλουμε τον πόνο. Δεν θέλουμε ούτε καν τη στενοχώρια ενός χωρισμού. Δεν αντέχουμε τη ματαίωση. Δεν αντέχουμε αυτήν την πλευρά η οποία όμως είναι σύμφυτη με τη ζωή. Για μένα λοιπόν αυτή είναι η ισορροπία: όλα δίδυμα. Λύπες και χαρές… Ήθελα να πω κάτι που να έχει ουσία για όλους και για εμάς που το δημιουργούμε και για όσους το βλέπουν. Να έχει δηλαδή κάτι πανανθρώπινο αυτό που θίγουμε και φέρνουμε στο φως. Έκανα μια σύντομη σύνθεση πραγμάτων που μέσα μου, μου έκανε κάτι. Θέλω να μιλήσω για θέματα που παραμένουν ίδια μέσα στους αιώνες και είναι πανανθρώπινα.
Εμένα με ενδιαφέρει ότι στην αρχαία ελληνική γραμματεία μιλούσαν για την οδύνη, μιλούσαν για τον ηττημένο. Δηλαδή, ο Ευριπίδης όταν έγραψε τις «Τρωάδες» ήθελε να στηλιτεύσει την Σικελική εκστρατεία και το μεγάλο κακό που είχε γίνει στη Μήλο. Και έφερε το παράδειγμα της αλωμένης Τροίας τασσόμενος υπέρ των κατακτημένων… Θέλω να πω διακινδύνευε βάζοντας στο αθηναϊκό κοινό θέματα, τα οποία ήταν κατά αυτόν μοιραία για το αύριο και της Αθηναϊκής δημοκρατίας, και να τους φέρει μία εικόνα καταστροφής για να τους πει: «Να έχετε συναίσθηση ότι ναι μεν κατακτάμε αλλά κοιτάξτε τι αφήνουμε πίσω μας». Θέλω να πω ότι είχαν τόλμη αυτά τα κείμενα. Είχαν ένα αντίκτυπο σημαντικό με την παρέμβασή τους.
Θα ήθελες να μας μιλήσεις για την ομάδα των ηθοποιών που συνδημιουργήσατε μαζί τους;
Έχει φωτιά αυτή η ομάδα, είναι τρομερή. Οι γυναίκες ας πούμε, που ήταν η πρώτη μαγιά. Ο Αλέξανδρος (Μπουρδούμης) που είπε αμέσως ναι. Εγώ τον ήξερα γιατί είχαμε συνεργαστεί στη πρώτη «Λυσιστράτη» και μετά στον Πλούτο. Ήταν τότε μωρό αυτός ακόμα. Θυμόταν τα τραγούδια απέξω. Και μετά αυτό που μου έδωσε μεγάλη χαρά ήταν η συμμετοχή του Χάρη (Πισία). Έναν άνθρωπο που έχει βιώσει μια άλλη ζωή. Και καλλιτεχνικά και πραγματικά. Ένα άλλο νόημα ζωής. Προέρχεται από μια προηγούμενη γενιά που νοηματοδοτεί αλλιώς τα πράγματα. Έχει έναν άλλον τρόπο. Ένα άλλο ήθος. Παρουσιάζεται σαν αφηγητής και ξέρω ότι θα περάσει σε όλο τον κόσμο αυτό που λέει. Το βλέμμα του εκείνη την ώρα και η όψη του έχουν μια λαϊκότητα και λέει πράγματα που θες να ακούσεις από τον λαϊκό άνθρωπο όχι από έναν διανοούμενο. Ενθουσιάστηκα όταν είπε το «ναι» στην πρότασή μου να συμμετάσχει η Αννίτα (Σαντοριναίου). Έπειτα είναι η Στέλα (Φυρογένη) και η Νιώ (Νιόβη Χαραλάμπους) και η Μαρία (Τσιάκκα) και ο Χρήστος (Γκρόζος) και ο Λουκάς (Προκοπίου). Ήθελα όλες τις γενιές. Όπως είναι οι θεατές. Έτσι ήθελα να ‘ναι και ο θίασος. Από τον μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο. Δεν θα υπήρχε όμως αυτό το αποτέλεσμα αν δεν είχα την τύχη να συνεργάζομαι με τη Γεωργία Μεσιήτη. Η Γεωργία ήταν η ξεναγός μου εδώ (εννοεί στην Κύπρο). Εγώ τους υπέροχους αυτούς μουσικούς δεν τους ήξερα, εκείνη μου τους γνώρισε.
Πώς είναι φτιαγμένη η σπονδυλωτή παράσταση «Χορικά Ύδατα»;
Η δομή της παράστασης έχει την τεχνική του στίχου: Τη δυνατότητα δηλαδή να φανεί η καρδιά ενός νοήματος σε σύντομο χρόνο. Ο στίχος συμπυκνώνει. Μπορεί να πει μια πολύ μεγάλη ιστορία πυκνά και σύντομα. Άρα νομίζω ότι ο νους μου έχει προσαρμοστεί σε αυτήν την αρχιτεκτονική σκέψης, από τη δεξιότητά μου, ας πούμε, στη στιχουργική. Έτσι πιστεύω, δηλαδή, ότι μπορώ γρήγορα να βρω ποια είναι τα στοιχεία αυτά που θα δηλώσουν το όλον. Έχει άλλο κανόνα ο έμμετρος λόγος. Πρέπει να διυλίσεις την πραγματικότητα και να πάρεις από το όλον το απόσταγμα. Αυτό προσπάθησα να κάνω στην παράσταση. Όλα όσα γίνονται επί σκηνής ήθελα να φωτίζουν κάτι. Να υπηρετούν κάτι, ανάλογα με την επιθυμία τη δική μου και των συνεργατών μου, των ηθοποιών και των μουσικών. Με ενδιαφέρει ότι μέσα σε ένα δίωρο ακούς πολυποίκιλα πράγματα. Μελωδικά, ρυθμολογικά, υφολογικά και αυτό γίνεται και μέσω του τραγουδιού που είναι σαν να ανοίγει μια θέα κάπου αλλού. Σαν ένα σπίτι που έχει κι άλλο παράθυρο.
Έχεις πει ότι είναι σαν εσωτερικά ημερολόγια τα τραγούδια, οπότε είναι λίγο αυτά τα τραγούδια επιλογή που έχεις κάνει, είναι ένα -εγώ έτσι το αισθάνθηκα- σαν ένα εσωτερικό ημερολόγιο των ηρώων και των προσώπων;
Είναι, έτσι. Προσφέρει τόσες δυνατότητες αυτή η παράσταση! Να απολαύσουμε ωραίες μελωδίες, επειδή δεν είναι τραγούδι, αλλά τραγουδιστός λόγος. Να δοθεί η δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν οι θεατές τι φωνές έχουν οι ηθοποιοί. Εδώ τώρα μεταξύ μας αυτό που θα σας πω…Η τέρψη που έχω την ώρα που τραγουδούν οι ηθοποιοί, δεν συγκρίνεται. Δηλαδή το συλλογικό αίσθημα, αυτές οι φωνές που δεν έχουν την αγωνία να αρέσουν, έχουν τον τρόπο και τα εργαλεία να σου μεταφέρουν συναισθήματα. Είναι ένα συλλογικό αίσθημα. Αυτό ας πούμε, όταν όλες οι φωνές μαζί το υπερασπίζονται. Ναι, είναι ένα συλλογικό αίσθημα, ότι αυτοί όλοι το νιώθουν αυτό. Και το μεταδίδουν. Κι αυτό ανοίγει την καρδιά. Κυρίως επειδή τον τελευταίο καιρό το είδος των τραγουδιών που επικρατούν είναι ας πούμε κάπως ασφυκτικό.
Επιμένω λίγο στον συμβολισμό των χορικών που είναι η συλλογική φωνή.
Είναι το συλλογικό αίσθημα. Το δημοτικό μας τραγούδι μάς το έχει εκφράσει αυτό. Και κατοπινά το ρεμπέτικο το οποίο είχε την ατομικότητα, αλλά αγκάλιαζε πολύ μεγάλη κοινωνική ομάδα. Είναι τρομερά ανακουφιστικό να μπορέσεις να καταγράψεις τη φωνή του λαού, το οποίο ας πούμε το κατόρθωσαν άνθρωποι μέσα στο τραγούδι. Δηλαδή, αυτό που λέμε εμείς στα χρόνια μας, το λαϊκό τραγούδι το είχε αυτό. Ότι ο στιχουργός έπρεπε να καταγράψει την ψυχή του λαού, το τι υπέφερε. Ήταν η φτώχεια, ήταν η ξενιτιά, ήταν το περιθώριο. Θυμάμαι είχα διαβάσει, μου είχε δώσει, ο Κώστας Χατζηδουλής που ήταν πολύ κοντά και στον Τσιτσάνη και σε πολλούς ρεμπέτες και πολλές φορές του δίνανε τις σημειώσεις τους. Και έριξα μια ματιά σε ένα χειρόγραφο του Τσιτσάνη που έλεγε: «Για όλα έγραψα, για τη μάνα, για την ξενιτιά, για τον έρωτα», προσέξτε τι θα σας πω, «για το ανικανοποίητο». Τότε λοιπόν ο Τσιτσάνης είχε γράψει ότι τον έχει απασχολήσει το ανικανοποίητο στον άνθρωπο. Τώρα, με λίγα λόγια, λέμε τι απασχολεί και τι θα όφειλε να απασχολεί τον άνθρωπο που γράφει και μάλιστα στο τραγούδι. Δηλαδή, να μπορέσει να τραβηχτεί πίσω και να δει ποια ζητήματα, τι απασχολεί, τι έχει μείνει αμίλητο και τι δεν έχει εκφραστεί.
Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τους συνθέτες που η μουσική του είτε στα χορικά είτε στα τραγούδια ακούγεται στην παράσταση;
Ναι. Να σας πω ότι ξεκινάμε με τον Κουρουπό στις «Τρωάδες». Οι μελωδίες στον Οιδίποδα είναι του Μπρέγκοβιτς. Στους Ιππείς είναι του Γιώργου Χριστιανάκη και η Λυσιστράτη και ο Πλούτος είναι του Σταμάτη Κραουνάκη, το Σκλαβί είναι του Νίκου Κυπουργού και μετά το Έκτο Πάτωμα και το Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε είναι του Σταμάτη Κραουνάκη. Ενώ στο «Άγριο μέλι» του Oscar Strok. Είναι πολλές οι μουσικές γραφές. Αλλά νομίζω ότι μπορέσαμε ενορχηστρωτικά και δεν περάσαμε σε άλλες γλώσσες. Είναι σαν να τρέχει κάτι με μία ροή. Να έχει συγγένεια.
Τι σημαίνει για σένα το τραγούδι;
Το τραγούδι σε καθρεφτίζει, σε συντροφεύει ,σου δίνει κουράγιο… ένα τραγούδι, ας πούμε, όταν το φέρεις στα χείλη σου είναι η παρέα σου, είναι η συντροφιά σου, είναι πώς να το πω… η πατρίδα μέσα σου. Η συναισθηματική; Ψυχική; Κάτι δικό σου πάντως.
Οπότε στην παράσταση είναι ένα νήμα τα τραγούδια; Αυτά είναι το βασικό νήμα;
Ένας μίτος… Το συγκλονιστικότερο όλων είναι η συνομιλία μεταξύ τους. Έξω από τον καιρό τους αυτά μεταξύ τους συνομιλούν. Αυτό είναι το πιο αξιοσημείωτο. Ό,τι γεννιέται από τον άνθρωπο, μέσα σε αυτή την τέχνη. Πώς συνομιλεί δηλαδή, η Σαπφώ, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, και εκ των υστέρων ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης και τόσοι άλλοι που δεν ξέρουμε τα ονόματά τους που γράψανε τα δημοτικά τραγούδια. Δηλαδή τι είναι αυτό που δεν διαλύεται. Που έχει ειπωθεί με τέτοιον τρόπο που είναι ζωντανό. Το βλέπεις και λες αυτό υπάρχει ακόμα και τώρα. Είναι όμορφο και κατανοητό και μας αφορά.
Και ό,τι είναι στον πυρήνα του ανθρώπινου όντος, νομίζω.
Είναι ένα συνεχές το οποίο ας πούμε σφυροκοπά… αλλά είναι εργαλείο που επιτρέπει εσωτερικά να γκρεμίσω ένα ολόκληρο σύστημα, κατά τη γνώμη μου έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Εγώ το παρακολουθώ δηλαδή αυτό, γιατί όταν γεννιέται κάτι έχει λόγο. Αλλά ας πούμε περιμένω πράγματι το επόμενο κύμα, το οποίο θα το γεννήσει η μουσική. Δηλαδή με ποιον τρόπο, ποιος συνθέτης, ποιος τρόπος θα ξαναβάλει μια μελωδία που θα πούνε όλοι «είμαστε αυτό».
Μίλησέ μας για το πολύ ενδιαφέρον σκηνικό.
Είναι ένα εν τη γενέσει σημείο συνάντησης. Είναι από άδειο μέχρι πολύβουο. Και όταν φεύγεις διακρίνεις ένα παιδικό ίχνος, όπως κάνουνε τα παιδιά στις κατασκευές τους. Να φτιάξουν, ας πούμε, μια γειτονιά. Είναι τουβλάκια, τουβλάκια, τουβλάκια. Δηλαδή είναι σαν ένας χώρος εν τη γενέσει. Έχει το χώμα, γιατί όπου υπάρχει το χώμα, υπάρχει και η ανάμνηση της ζωής αλλά υπάρχει και η δυνατότητα της ζωής. Γι’ αυτό δεν θέλαμε να είναι όλο από ξύλο. Θέλαμε να είναι σημείο συνάντησης το χώμα. Να είναι όλη η περιπέτεια του ανθρώπου στη γη. Το ίχνος του. Σε κάθε καιρό προσπάθησε να στεγαστεί. Προσπάθησε να συμβιώσει. Έκανε το κενό στη μέση για την πλατεία του το σημείο συνάντησης, εκεί που οι δρόμοι όλων των ανθρώπων συναντιούνται. Έχει ο καθένας το σπίτι του, έχει ο καθένας το δωμάτιό του. Αλλά έχουν τα σημεία που πάνε και όλοι μαζί. Οι άνθρωποι παλεύουμε ένα αντίνομο πράγμα μέσα μας. Δεν θέλουμε, να ξέρουμε τα σκοτάδια μας. Γιατί ή πρέπει να τα νικήσει ή δεν έχει. Είναι ή της νίκης ή της θανής. Όταν το περιέχεις αυτό πρέπει να πας μέχρι την κάθαρση. Αλλιώς αυτό δεν κοιμάται μέσα. Αλλά είναι κάτι βαθύ υπαρξιακό.

Αυτό που λες είναι αυτό που κάνει η τέχνη. Αυτό είναι ουσιαστικά το θέατρο, η μουσική, ο χορός… το τι μπορούμε να λέμε μαζί, τι μπορούμε ταυτόχρονα να αισθανόμαστε και αυτό κάνει και η παράσταση. Ενισχύει το συλλογικό.
Είναι ένα σημείο συνάντησης. Εγώ δεν έχω απελπισία. Έχω περιέργεια. Επειδή έχω έρθει από άλλη εποχή και είμαι χορτάτη, επειδή κατάφερα να εκφραστώ. Κατάφερα να συνεργαστώ με ανθρώπους που θαύμαζα και που μου φωτίσανε τον λόγο μου μοναδικά. Κατάφερα να ερμηνευτώ από πρώτους τραγουδιστές. Επομένως με ενδιαφέρει όσο είμαι εν ζωή, εάν κάτι μου ‘ρθει στο κεφάλι για δημιουργία και μπορώ να προσφέρω ακόμα αυτή είναι η χαρά μου, δηλαδή να μην μείνω με την απελπισία ότι δεν γίνεται τίποτα, ότι τα πράγματα είναι στάσιμα. Με ενδιαφέρει να γλιστράω σαν το νερό. Στην ουσία πιστεύω ξανά με αφορμή αυτή την παράσταση ότι αυτό που μας χρειάζεται πανανθρώπινα, είναι πάλι να μπορούμε να σκεφτόμαστε με την εξέλιξη, την ιστορική που έχουμε, με το τώρα που έχουμε. Χρειαζόμαστε πάλι καινούργια εργαλεία ερμηνείας του κόσμου.
*κοινή συζήτηση με τους συναδέλφους Μ.Κρύου και Ι. Σωτήρχου.
Θερμές ευχαριστίες στον κ. Δ. Σαγιάννη
Info παράστασης:
H καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ: «Χορικά Ύδατα» σε κείμενο-σκηνοθεσία της Λίνας Νικολακοπούλου ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα






