Οι μέρες του ελληνικού Πάσχα δεν είναι η εποχή που γεμίζουν παραδοσιακά τα σινεμά, τώρα όμως, αφήνοντας το Πάσχα πίσω μας, αξίζει μια ευκαιρία σε μια ταινία που μπαίνει στη δεύτερη εβδομάδα της: «Αμαρτωλοί» του Ράιαν Κούγκλερ, με τον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν (σταθερό συνοδοιπόρο του Κούγκλερ σε όλη την ως τώρα πορεία του) σε διπλό πρωταγωνιστικό ρόλο.
Αρχές της δεκαετίας του 1930, δηλαδή σχεδόν ένας αιώνας πια πριν, μετά από ευδόκιμη καριέρα κοντά στον Αλ Καπόνε, αμαρτωλά δίδυμα αδέλφια επιστρέφουν με τις αμαρτωλές οικονομίες τους στη γενέτειρά τους στον αμαρτωλό αμερικάνικο νότο: βαμβακοφυτείες σωρό, η δουλεία έχει βέβαια καταργηθεί εδώ και δεκαετίες, ο ρατσισμός, συστημικός και μη, όχι, η Κου Κλουξ Κλαν μάχιμη στις επάλξεις. Βρίσκουν εκεί τον αρκετά νεότερο τους πρώτο τους ξάδελφο, που τώρα σκάει απ’ το αυγό του. Εκείνος τους ρωτάει γεμάτος ενθουσιασμό, αν είναι όλα τόσο διαφορετικά στο Σικάγο για τους μαύρους σε σχέση με εδώ. Του απαντούν ότι δεν πρέπει να πιστεύει ό,τι ακούει, ότι το Σικάγο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα Μισισίπι με ψηλά κτίρια. Ο ξάδελφος έχει ψυχή και ταλέντο μπλουζίστα, καθώς και μια κιθάρα που του είχαν χαρίσει οι δίδυμοι πριν φύγουν και μια φωνή που του χάρισε ο Θεός για να τα υποστηρίξει. Ο Θεός ή ο διάβολος όμως; Ο ιερέας πατέρας του θεωρεί την μπλουζ μουσική του διαβόλου. Κι οι «Αμαρτωλοί» όντως ξεκινούν εισηγούμενοι την σύμφωνα με τους μύθους υπερβατική δύναμη της μουσικής σε διάφορα μέρη της γης και σε διάφορες κουλτούρες και εποχές, μια δύναμη ικανή να καταλύει τα σύνορα του ορατού με τον αόρατο κόσμο.
Οι δίδυμοι αγοράζουν από τον -εννοείται λευκό- ιδιοκτήτη ένα παλιό και άδειο πια πριονιστήριο, θέλοντας να το μετατρέψουν σε στέκι που θα έχει εκτός από μαύρους ιδιοκτήτες και μαύρη πελατεία, με μουσική (όχι βέβαια «πριόνια» αλλά μαύρη), χορό, ποτό, φαγητό, τζόγο. Σκοπός τους είναι να αυγατίσουν τα λεφτά που μόλις επένδυσαν, δεν επιστρέφουν ως ιδεολόγοι αλλά ως επιχειρηματίες, δεν παύουν όμως να έχουν επενδύσει και κάπως συναισθηματικά στην όλη ιδέα ότι γύρισαν προκειμένου να υπάρχει ένας χώρος από μαύρους για μαύρους, ένας χώρος αυτονομίας και ελευθερίας, γεμάτος με τη δική τους μουσική, τους δικούς τους καημούς που η συγκεκριμένη μουσική μεταδίδει, αλλά εξίσου και τη δική τους διασκέδαση. Όλα θα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, μέχρι να σκάσουν μύτη οι βρυκόλακες.
Ο Ράιαν Κούγκλερ ξεκίνησε την καριέρα του το 2013 με το “Fruitvale Station” και μπάτζετ κάτω του εκατομμυρίου, στη συνέχεια ανανέωσε το 2015 τον μύθο του Ρόκι με το “Creed” και μπάτζετ κοντά στα 40 εκατομμύρια δολάρια, το 2018 το “Black Panther” είχε μπάτζετ 200 εκατομμυρίων, το 2022 με το “Black Panther: Wakanda Forever” ακόμα μεγαλύτερο, ενώ τώρα, μετά τη θηριώδη επιτυχία των δύο μαύρων πανθήρων, είχε στα χέρια του ένα μπάτζετ κοντά στα 100 εκατομμύρια, όχι για ταινία του Ρόκι ή πολύ περισσότερο του σύμπαν της Marvel, αλλά για κάτι εντελώς δικό του. Κι αφού τα έβγαλε πέρα και με το παραπάνω με εκείνους τους μύθους, προσπαθεί τώρα να μιλήσει για ζητήματα φυλετικών διακρίσεων και μαύρης παράδοσης μέσω του μπολιάσματος μιας κλασικής ιστορίας με τον μύθο των βρυκολάκων. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ υπάρχει ένα γενικότερο ρεύμα των σύγχρονων μαύρων δημιουργών, αν φέρουμε στο μυαλό την αλληγορική τριλογία του Τζόρνταν Πιλ, στην οποία κι εκείνος επιχειρεί ανάμιξη των κινηματογραφικών ειδών (“Get Out”, “Us” και “Νope”).
Το πρόβλημα με τους «Αμαρτωλούς» είναι ότι η μεν ανάμιξη των ειδών λειτουργεί (δεν κλωτσάει το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο, δεν νιώθεις πως ό,τι λεγόταν ως ένα σημείο σοβαρά τώρα αλλοιώνεται ή ευτελίζεται, υπάρχει μια ενότητα ύφους και δεν επικρατεί αχταρμάς), η αλληγορία όμως όχι, χάνεται, βασικά δεν ξέρω καν αν υπάρχει. Ο Κούγκλερ είναι σαν να μην αποφασίζει τελικά ποτέ τι θέλει να πει, τόσο με τους βρυκόλακές του, όσο και για τη σχέση της μουσικής με τον εντός εισαγωγικών διάβολο, διστάζει να πάει ως το τέρμα, αφήνοντας τους βρυκόλακες σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Για δυο πράγματα είναι σίγουρος:
1) Ο Χριστιανισμός και η ενοχική αμαρτοφοβία του ιερέα πατέρα είναι μια φορεμένη στους μαύρους παράδοση, ενώ τα μπλουζ και γενικότερα η μουσική βγαίνει από μέσα τους. 2) Χειρότερη όλων των εκδοχών ήταν το να ζεις ως μαύρος και μαύρη στο Νότο του 1932. Κλαν υπαρχούσης, ακόμα και οι βρυκόλακες δεν μπορούν να είναι το απόλυτο κακό. Όταν το κακό το ιστορικό και το χειροπιαστό ήταν τρισχειρότερο, ακόμα και οι βρυκόλακες είναι συγκριτικά καλύτερη φάση.
Από εκεί και πέρα όμως, δυο ειδών αμφισημίες υπάρχουν στην τέχνη: η εντελώς ηθελημένη, εκείνη στην οποία τα πράγματα μπορούν να είναι και έτσι και αλλιώς ανάλογα με τη ματιά του θεατή, και η κατά λάθος, η αμφισημία ως αποτέλεσμα δημιουργικής θολούρας. Για κάποια ώρα πιστεύεις ότι οι βρυκόλακες είναι μια μεταφορά της λευκής εξουσίας, του ρατσιστικού κακού. Δεν είναι. Για κάποια άλλη ώρα πιστεύεις ότι μπορεί τελικά να είναι μια μεταφορά μιας ιδανικής κοινωνίας ισότητας, συμπερίληψης και εξάλειψης των διαφορών. Δεν είναι ούτε αυτό. Όταν τους βλέπεις να χορεύουν και να τραγουδάνε παραδοσιακή ιρλανδική μουσική, αρχικά σκέφτεσαι ότι κι η μουσική είναι προϊόν μιας ευρύτερης άλλης κουλτούρας και τρόπου ύπαρξης, την οποία τώρα ο Κούγκλερ θέλει προκλητικά να ειρωνευτεί – «δαιμονοποιήσει». Ο Κούγκλερ δηλώνει σε συνεντεύξεις πόσο την αγαπάει και ότι την έβαλε ως φόρο τιμής. Ναι, αλλά κάπου το μπέρδεψες το πράγμα κι εμάς μαζί του.
Παρ΄όλα αυτά, το ότι δεν βρίσκει στόχο δεν ενοχλεί τόσο, γιατί η ταινία δεν είναι βαρύγδουπη, δεν είναι επιτηδευμένη, δεν είναι δήθεν, όπως ας πούμε το βρυκολακικό “Τhe Dead don’t Die” του Τζάρμους, που πραγματικά δεν βλεπόταν. Ενώ το “From Dusk Till Dawn” των Ροντρίγκεζ – Ταραντίνο θα βλέπεται πάντα με απόλαυση, και οι «Αμαρτωλοί» εκτός από τις ταινίες του Πιλ είναι και δικοί του συγγενείς, όπως είναι συγγενείς και του σκέτα ταραντινικού «Django: ο Τιμωρός». Παραείναι ζωντανή και δυνατή σκηνοθετικά ταινία για να σε βγάλουν εκτός οι αστοχίες της. Απλά, αν λειτουργούσαν οι αλληγορίες, θα είχαμε να κάνουμε συνολικά με μια ταινία αναφοράς. Και έτσι όπως είναι όμως, προσωπικά κάθε άλλο παρά απογοητευμένο με άφησε, χορτασμένο και ικανοποιημένο με άφησε, κι ίσως τελικά αυτό είναι και το νόημα των πειραμάτων: ότι αν ήταν τόσο εύκολο να πετύχουν όλα και πλήρως, δεν θα αποτελούσαν καλλιτεχνικά ρίσκα.
Η μακράν καλύτερη σκηνή της ταινίας, μια σκηνή που αναμιγνύει οργασμικά όλα τα είδη της μαύρης μουσικής, της τότε και των πολλών επόμενων δεκαετιών, πρέπει εφεξής να παίζεται δίπλα δίπλα με αυτή τη σκηνή απ’ τον “Elvis” του Μπαζ Λούρμαν, ο οποίος πάντως λέει το ακριβώς αντίθετο για τη σχέση χριστιανικής εκκλησίας και μαύρης μουσικής: ότι παραδόσεις μπολιάστηκαν, μπλέχτηκαν, αναμίχθηκαν, το ριθμ εντ μπλουζ, ο έντονος αισθησιασμός κι ερωτισμός, αλλά και η γκόσπελ πλευρά της μαύρης μουσικής που μπορεί να μην είναι ερωτική, αλλά παίρνει τον χριστιανισμό και τον κάνει μέσα σε μια εκκλησία τραγούδι, συλλογική συμμετοχή, γιορτή, γεγονός που τους εμπλέκει όλους.
Ίσως πιο σημαντικό πάντως κι απ’ το τι έμεινε θολό μέσα στην ίδια την ταινία, είναι η ξεκάθαρη πολιτική θέση του Κούγκλερ στο ζήτημα της διαχείρισης των δικαιωμάτων του και των δικαιωμάτων της. Εκεί ο Κούγκλερ πολύ πιο συνειδητοποιημένα και έχοντας την ευχέρεια διαπραγμάτευσης λόγω των προηγούμενων εμπορικών του επιτυχιών, πέτυχε μια σειρά ευνοϊκών συμφωνιών, από το final cut, ως τον χρόνο και τον τρόπο διανομής των κερδών, μέχρι και τα δικαιώματα της ταινίας που θα περάσουν σε 25 χρόνια στα χέρια του, γεγονός που, όπως είπε, εκτός από πρακτικής είναι και συμβολικής αξίας, για μια ταινία που έχει ως θέμα της την ιδιοκτησία των μαύρων.
Αυτά πάνω – κάτω. Α, και κάτι τελευταίο: μην σηκωθείτε μόλις πέσουν οι τίτλοι του τέλους, περιμένετε, έχει κι άλλο.




