«Ούτε Καν» του Τζόρνταν Πιλ: Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ το θέαμα

ουτε καν

Αντίστροφα θαύματα στον ουρανό

Η μόνη μαύρη οικογένεια εκτροφέων και εκπαιδευτών αλόγων στην ευρύτερη περιοχή του Χόλιγουντ συνεργάζεται για δεκαετίες με τη βιομηχανία του θεάματος, παρέχοντας άλογα για ταινίες και σειρές, χωρίς ωστόσο να έχει καταφέρει ποτέ να πιάσει την καλή. Όταν μια μέρα εντελώς ξαφνικά και εντελώς μυστηριωδώς θα πέσουν αντικείμενα απ’ τον ουρανό σκοτώνοντας τον πάτερ φαμίλια, ο γιος του και η κόρη του θα προσπαθήσουν να κρατήσουν όρθια την οικογενειακή παράδοση και επιχείρηση. Ταυτόχρονα όμως εκεί ψηλά στον ουρανό πάνω απ’ την περιοχή τους κάτι όλο και πιο ανεξήγητο μοιάζει να συμβαίνει, γεγονός που θα τους δώσει την ιδέα να το καταγράψουν σε κάμερες, ώστε να αναζητήσουν στη συνέχεια εναλλακτική πηγή εσόδων. Παράλληλα, σε κοντινή απόσταση απ’ το ράντζο τους, Αμερικανοασιάτης πρώην παιδί θαύμα της σόου μπίζνες, διατηρεί πάρκο ψυχαγωγίας σε στυλ γουέστερν.

Μετά το «Τρέξε!» (“Get Out”) του 2017 που του χάρισε το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου και το «Εμείς» (“Us”) του 2019, ο Τζόρνταν Πιλ με το «Ούτε Καν» (“Νοpe”) υπογράφει μια ακόμα ταινία αλληγορικού ημιτρόμου, έχοντας για τρίτη φορά την τριπλή ιδιότητα του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και παραγωγού. Στο «Ούτε Καν» το είδος του τρόμου αναμιγνύεται με αυτό της επιστημονικής φαντασίας αλλά και υπό μία έννοια του γουέστερν, με την αλληγορία να παραμένει πανίσχυρη στη θέση της ως η αληθινή κινησιουργός δύναμη του σινεμά του Πιλ.

Υπάρχουν λοιπόν και στο τρίτο του αυτό φιλμ πράγματα που μπορείς να εντοπίσεις, να αναλύσεις και πάνω στα οποία να θεωρητικολογήσεις – και είναι κάτι που όντως θα κάνουμε παρακάτω. Πράγματα ενδιαφέροντα ως συλλήψεις, ενδιαφέροντα και ως αντικείμενο συζήτησης. Όσο όμως κι αν στο δεύτερο του επίπεδο το «Ούτε Καν» παρουσιάζει ενδιαφέρον, προσωπικά τουλάχιστον βρήκα το πρώτο του επίπεδο πολύ λιγότερο ικανοποιητικό: δεν κατάφερα ποτέ να νιώσω αληθινή αγωνία για την τύχη των ηρώων, έπιασα συχνά τον εαυτό μου να παρακολουθεί την ιστορία και όσα συνέβαιναν στους ήρωες αδιάφορα, σαν να μην τους συμβαίνουν στα αλήθεια, φτάνοντας κάποιες φορές μέχρι το σημείο της αμηχανίας και του να αναρωτιέμαι αν πρόκειται για εσκεμμένη φάρσα. Κάτι δεν πήγε και τόσο καλά. Καλό και άγιο το δεύτερο επίπεδο, αλλά πρέπει να λειτουργεί και το πρώτο. Να απολαμβάνεις την ιστορία που παρακολουθείς την ώρα που την παρακολουθείς. Από εκεί ξεκινάνε όλα, στον κινηματογράφο το πρώτο επίπεδο είναι το εκ των ουκ άνευ, όχι το δεύτερο. Σε διαφορετική περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα σινεμά αυτάρεσκο και κατ’ αποτέλεσμα άνιωθο. Υπάρχει μια ηχηρή εξαίρεση: η μικρής διάρκειας σκηνή με τον χιμπατζή (για την οποία περισσότερα εντός ολίγου) έχει μέσα της και μεγάλη ένταση και δύναμη σκηνοθετική και σε ταράζει. Η υπόλοιπη ταινία παραείναι πλαδαρή. Για να το συνοψίσω με μια κουβέντα: αν την εκ του ουρανού απειλή την ένιωθα απειλή, αν την εκ του ουρανού επίθεση την ένιωθα επίθεση, αν ψηνόμουν κι εγώ ότι υπάρχει στον κόσμο της ταινίας μια αληθινά απειλητική οντότητα, θα ήταν πάρα πολύ καλύτερα.

Μερικές συγκρίσεις: στο «Μανόλια» του Πολ Τόμας Άντερσον, που όπως και εδώ υπάρχουν και πρώην παιδιά θαύματα της σόου μπιζ και βιβλικές τιμωρίες που πέφτουν απ’ τον ουρανό, όλα λειτουργούν υποδειγματικά, κουρδισμένα και η ταύτιση με τους ήρωες είναι πλήρης, ενίοτε δε σε βαθμό σπαραγμού. Όταν ο Σιάμαλαν στο υποτιμημένο αλλά σπουδαίο «Σκοτεινό Χωριό» επεφύλασσε στους θεατές κάποια ψεύτικα «μπου», ήξερε μετά να κάνει και αληθινά και κυρίως έπαιζε αριστοτεχνικά με το αληθινό και το ψεύτικο τρομάζοντάς σε εξίσου σε όλα. Όταν σε κάποια φάση του «Ούτε Καν» θα έχουμε ένα τέτοιο ψεύτικο τελικά «μπου», αισθάνεσαι περισσότερο εξαπατημένος και ξενερωμένος, παρά εντυπωσιασμένος. Όσο για τη σχέση με το σινεμά του Σπίλμπεργκ, η διαφορά στην ένταση και το σασπένς και τη σύνδεση με τους ήρωες είναι μάλλον χαώδης. Τέλος προς το φινάλε είμαστε πολύ πιο κοντά στους πρώτους “Ghostbusters” παρά οπουδήποτε αλλού. Μολονότι μου έρχονται στο μυαλό και διάφορες αναλογίες και μαζί διαφοροποιήσεις με ταινίες του Ταραντίνο, σταματάω εδώ.

Σε μια σκηνή, ενώ βρισκόμαστε σε αναμονή της πιο μεγάλης δράσης, ενώ έχει στηθεί το σκηνικό της αναμονής της, ένας ήρωας θα αναφωνήσει: «Πόσο θεσπέσια ηλίθιο είναι όλο αυτό». Νομίζω ότι μπορούμε να πούμε ότι τελικά με το «Ούτε Καν» συνέβη το ακριβώς αντίστροφο. Ο Πιλ δεν μας προσφέρει μια υπέροχη βλακεία, αλλά μια όχι υπέροχα φτιαγμένη ψαγμενιά. Είναι αρκετά ειρωνικό ότι ο ήρωας που λέει την ατάκα είναι διευθυντής φωτογραφίας (ο καλύτερος του κόσμου μάλιστα), ο οποίος είναι διατεθειμένος να κάνει το παν για το τέλειο πλάνο, το παν για να μπορέσει να κάνει το αδύνατο να απαθανατιστεί. Το δικό του πάθος και αφοσίωση για την εικόνα δεν φάνηκε να συνεπήρε εξίσου τον Πιλ ως σκηνοθέτη. Αντίθετα, ο δικός του αληθινός διευθυντής φωτογραφίας, Χόιτε βαν Χοϊτέμα, συντελεί καθοριστικά ώστε να απολαύσουμε μερικά πραγματικά υποβλητικά κάδρα μέσα στη νύχτα και τη συννεφιά.

Εν πάση περιπτώσει όμως, για τι θέλει να μιλήσει το «Oύτε Καν»; Για το θέαμα, για τη σχέση όλων μας με το θέαμα, για το βιομηχανοποιημένο θέαμα, για το πώς και με τι όρους εντάσσεται κανείς στο θέαμα, για τη ζωή στις παρυφές του θεάματος, για τις ανατροπές των κανόνων του θεάματος, για την αντικατάσταση των βιωμάτων με το θέαμα, για το βλέμμα του θεατή, για το βλέμμα γενικότερα και πιθανότατα και για διάφορες άλλες παρεμφερείς θεματικές.

 

Στο σίτκομ των μέσων της δεκαετίας του ενενήντα λευκός μπαμπάς, λευκή μαμά, λευκό κοριτσάκι, ένα (μπορούμε να υποθέσουμε υιοθετημένο) αγοράκι με ασιατικά χαρακτηριστικά και τέλος ο οικιακός χιμπατζής. Τι ρόλο παίζει ο χιμπατζής στην οικογένεια; Τι ρόλο παίζει το ασιατάκι στη σειρά; Όταν έφτιαχναν τη σειρά σκέφτηκαν ότι ο ένας θα ήταν το comic relief και ο άλλος θα ήταν εκεί στο πλαίσιο της συμπερίληψης και της διαφορετικότητας; Δεν είναι παρόλα αυτά και οι δύο τους με έναν τρόπο σαν ξένοι; Δεν είναι και οι δύο τους με έναν τρόπο διαφορετικοί στα μάτια των θεατών και δη των λευκών; Μόνο ο χιμπατζής είναι; Και να που οι κανόνες του θεάματος θρυμματίζονται, ο έλεγχος του θεάματος χάνεται, ο χιμπατζής αντιδρά, ο χιμπατζής τα κάνει λίμπα, ο χιμπατζής σκοτώνει, το κανάλι προσπαθεί να πνίξει το συμβάν, αλλά δεν μπορείς να πνίξεις αυτό που σε περιέχει, αυτό του οποίου είσαι υποσύνολο, αυτό που βιομηχανικά παράγεις και υπηρετείς, το θέαμα παραμένει ανίκητο, το θέαμα επιστρέφει, το MAD θα κάνει το συμβάν σαρδόνιο εξώφυλλο, το Saturday Night Live θα το κάνει θρυλικό σκετσάκι, το θέαμα δεν μπορεί να νικηθεί, το θέαμα αναπαράγεται και εξαπλώνεται σαν καρκινικό κύτταρο, σαν ανάγκη απ’ την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς.

Η τυχόν ύπαρξη UFO θα έπρεπε να είναι πηγή υπαρξιακού συγκλονισμού. Το στάδιο αυτό προσπερνιέται. Ό,τι κι αν είναι το άγνωστο που υπάρχει στον ουρανό αντιμετωπίζεται εξαρχής ως θέαμα. Κυνηγούν την κινηματογράφηση και την φωτογράφισή του, προσπαθούν να το καταγράψουν για να μοσχοπουλήσουν μετά την εικόνα του. Άλλοι επιχειρούν να το προσελκύσουν για να παρουσιάσουν ζωντανό σόου στους θεατές τους. Τι συμβαίνει όμως αν το θέαμα στον ουρανό δεν είναι θέαμα, αλλά τελικά είναι εκείνο που έχει το ρόλο του θεατή; Τι συμβαίνει αν εμείς είμαστε το δικό του θέαμα; Ποιος θα εκμεταλλευθεί ποιον ώστε να παραχθεί τελικά το θέαμα; Ποιος θα κοιτάξει το θέαμα στα μάτια; Ποιος θα καταναλώσει ποιον; Εμείς το θέαμα ή το θέαμα εμάς; 

Ο μαύρος πρωταγωνιστής λέγεται Ο Τζέι, η πρώτη λευκή γυναίκα που βλέπουμε τον ρωτάει, «Σοβαρά σε λένε Ο Τζέι;». Ένα εμβληματικό όνομα, ένα όνομα συνώνυμο του θεάματος, ένα από τα κορυφαία θεάματα των νάιντις για την αμερικάνικη κοινωνία ήταν η κάλυψη της υπόθεσης και της δίκης του Ο Τζέι Σίμπσον, ενός μαύρου άνδρα που εξυπηρέτησε την κοινωνία του θεάματος πολλαπλώς, αρχικά ως πρώτης διαλογής σταρ του αμερικάνικου ποδοσφαίρου, στη συνέχεια ως δεύτερης διαλογής σταρ της σόου μπίζνες και τελικά ως μέγκα σταρ υπόδικος της πολύκροτης υπόθεσης δολοφονίας της λευκής πρώην συζύγου του και του λευκού φίλου της, στην υπόθεση που μετέτρεψε όσο καμία άλλη ένα βάναυσο έγκλημα σε τηλεοπτικό θέαμα.

Ο Ο Τζέι της ταινίας, η αδελφή του κι ο πατέρας τους κατάγονται απ’ τον πρώτο άνθρωπο που καταγράφηκε ποτέ σε κινούμενες εικόνες, σε μια σειρά φωτογραφιών του 1884-5: ένας μαύρος πάνω σε ένα άλογο. Αξιοθέατα. Όπως ένα ασιατάκι κι ένας χιμπατζής. Όπως κάτι στον ουρανό που μας κοιτά και το κοιτάμε. Δεν μας αφορά υπαρξιακά, δεν μας αφορά βιωματικά, θέλουμε να το φυλακίσουμε σε μια εικόνα. Και μετά να το πάμε στην Όπρα. Που είναι ο Ο Τζέι που δεν εξέπεσε ποτέ. Που είναι η ανέκπτωτη εκπρόσωπός μας στην καρδιά της βιομηχανίας του θεάματος. Στην αρχή της ταινίας εκείνο που θα σκοτώσει τον πατέρα τους είναι ένα νόμισμα. Θα καρφωθεί μέσα στο μάτι του και θα σφηνωθεί στο κρανίο του. Το μάτι παύει να έχει τη λειτουργία του βλέμματος, μετατρέπεται σε σώμα, γίνεται το ευπαθές σημείο απ’ το οποίο θα εισέλθει το χρήμα κι ο θάνατος. Αλλά και το ίδιο το θέαμα τι άλλο κάνει απ’ το να καρφώνεται στο μάτι μας και να σφηνώνεται στο κρανίο μας; Όταν είναι πρώτης τάξης θέαμα βέβαια. Τα άλλα είναι σκέψεις. Που τις κάνουμε τώρα και μάλλον μετά θα ξεχαστούν. Ενώ αν o Πιλ κατάφερνε να δείξει με κάποια άλλου είδους εικόνα την είσοδο στο μάτι και στο κρανίο; Πώς να μην σου μείνει καρφωμένη μετά, πώς να ξεχάσεις ένα τέτοιο θέαμα μετά;

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας