Πριν από σχεδόν σαράντα χρόνια, στις 26 Σεπτεμβρίου 1986, κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το Akumajō Dracula, ένα action-platform βιντεοπαιχνίδι εμπνευσμένο από κλασικές ταινίες τρόμου και δράσης του Χόλιγουντ. Σκοπός του δημιουργού του, Hitoshi Akamatsu, ήταν να φτιάξει ένα παιχνίδι που θα έχει μια πιο κινηματογραφική σκοπιά και θα απευθύνεται σε παίκτες που «συνειδητά θα θελήσουν να κάνουν κάτι κινηματογραφικό παίζοντάς το». Κατά προσέγγιση, μια ορθή μετάφραση του “Akumajō Dracula” είναι «Το Σατανικό Κάστρο του Δράκουλα», κάτι που τρομοκράτησε τον τότε αντιπρόεδρο της Konami Αμερικής, ο οποίος συμφώνησε να προωθήσει το παιχνίδι μόνο αν αλλαχτεί ο τίτλος για την αμερικανική και ευρωπαϊκή αγορά. Ο τίτλος άλλαξε και έγινε το franchise που γνωρίζουμε όλοι σήμερα ως Castlevania, ένα franchise που αν και στον χώρο του gaming έχει να παρουσιάσει νέο τίτλο εδώ και μια δεκαετία, έχει ωστόσο επεκταθεί πέρα απ’ αυτόν με δύο τηλεοπτικές μεταφορές του Netflix (Castlevania και Castlevania: Nocturne), καθώς και πολλές επανακυκλοφορίες κλασικών παιχνιδιών της σειράς επεξεργασμένες για μοντέρνα συστήματα.

 

 

Τον Μάιο του ’19 πήραμε το Castlevania Anniversary Collection, το οποίο περιέχει 8 κλασικούς τίτλους, τον Σεπτέμβριο του ’21 κυκλοφόρησε το Castlevania Advance Collection, που μεταξύ άλλων εμπεριέχει το αριστουργηματικό Castlevania: Aria of Sorrow, ενώ στις 27 Αυγούστου 2024, κυκλοφόρησε η νέα συλλογή “Castlevania Dominus Collection” με τα Dawn of Sorrow, Portrait of Ruin και Order of Ecclesia. Επίσης, το Castlevania έχει κάνει «περάσματα» (crossovers) και από άλλα βιντεοπαιχνίδια μέσω DLC, όπως στο Dead Cells, στο V Rising και πιο πρόσφατα στο Dead by Daylight.

Ξεκάθαρα, οι gamers τα τελευταία σαράντα χρόνια κρατάνε την ψυχή και το πνεύμα του Castlevania ζωντανά, αλλά τι είναι αυτό που μας προσέλκυσε στο μαγνητικό πεδίο αυτής της σειράς εξαρχής; Δεδομένου ότι πρόκειται για μια σειρά, η οποία παραμένει ζωντανή τόσα χρόνια έχοντας αλλάξει πολλές μορφές και έχοντας επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της ακόμα περισσότερες (από action-platform σε Metroidvania και πιο πρόσφατα σε hack and slash, με κάθε τίτλο να προσπαθεί να ορίσει -και άλλες φορές να ακολουθήσει- τα πρότυπα και τα trends της εκάστοτε εποχής), η απάντηση είναι προσωπική για τον καθένα.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένας τίτλος σχετικά με τον οποίο όλοι θα συμφωνούσαμε πως είναι καθοριστικός για τη σειρά: το Symphony of the Night, αδιαμφισβήτητα ένα κορυφαίο παιχνίδι και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών. Πρωτοποριακό, εθιστικό και καλλιτεχνικά πλουσιοπάροχο, το Symphony είναι από εκείνα τα παιχνίδια που δεν γερνάνε και παραμένουν το ίδιο όσο και να περνάνε τα χρόνια. Ένα παιχνίδι που διδάσκει και εμπνέει προγραμματιστές παιχνιδιών ακόμα και σήμερα.

Το Symphony of the Night έχει -αυτό που προσωπικά εγώ αποκαλώ- την αγία τριάδα του gaming, δηλαδή τον Koji Igarashi στον προγραμματισμό και στο σενάριο, την Michiru Yamane στη μουσική σύνθεση και -την αποψινή μας πρωταγωνίστρια- την Ayami Kojima στον σχεδιασμό των χαρακτήρων ‒ γενικώς ό,τι εξώφυλλο/concept art/illustration έχει υπάρξει για το παιχνίδι και για άλλα παιχνίδια που ακολούθησαν. Αυτοί οι τρεις ξανασυνεργάστηκαν στην πορεία και σε άλλα projects,  ωστόσο άλλοτε ήταν δύο από τους τρεις, κάποιος με λιγότερο δημιουργικό έλεγχο ή απλώς σε ένα παιχνίδι όπως το Aria of Sorrow, το οποίο ναι μεν είναι καταπληκτικό, αλλά φτιάχτηκε για ένα πιο αδύναμο σύστημα από το Playstation 1, το Game Boy Advance, και ως εκ τούτου η παραγωγή ήταν μικρότερη. Το Symphony παραμένει «το τέλειο έγκλημα» της σειράς, εκεί όπου ο κεραυνός χτύπησε τρεις φορές απανωτά ‒ ένας στοιχειωμένος καθεδρικός ναός, από τον οποίο δεν θέλεις να δραπετεύσεις.

 

 

Γιατί όμως αναφέρομαι στην Ayami Kojima; Γιατί ήταν αυτή που ξεχώρισα πρώτα από την τριάδα. Πριν πρωτοπαίξω Castlevania και πρωτακούσω τη μουσική του, θυμάμαι να κρατάω το κουτί του Castlevania, Curse of Darkness, για το Playstation 2, και να κοιτάω για ώρες το εξώφυλλό του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να μην μου κάνει εντύπωση το παιχνίδι και ακόμα και για τα δεδομένα του 2005 (ήμουν εννέα τότε) τα γραφικά να μου είναι αδιάφορα, αλλά τα μάτια μου να πέφτουν συνεχώς στον πίνακα της Kojima, που κοσμούσε το εξώφυλλο. Οι χαρακτήρες της έχουν μια απόκοσμη ομορφιά η οποία προδίδει το σκοτάδι που κρύβεται μέσα τους -καθώς μιλάμε για βρικόλακες ή για κυνηγούς βρικολάκων- ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει να τους αποτυπώνει με τέτοια μαεστρία στον καμβά, που η μπαρόκ αισθητική της σε μεταφέρει σε περασμένους αιώνες και δεν σου πάει ο νους πώς αυτό φτιάχτηκε από σύγχρονο καλλιτέχνη.

Η Ayami Kojima είναι αυτοδίδακτη ζωγράφος και γεννήθηκε στο Τόκιο. Ήταν μια επιτυχημένη ανεξάρτητη επαγγελματίας ακόμα και πριν αρχίσει να ζωγραφίζει για βιντεοπαιχνίδια, την εποχή που έφτιαχνε εξώφυλλα για βιβλία κλπ., αλλά η φήμη της ξεκίνησε το 1997, από το Symphony of the Night, από όπου έγινε στη συνέχεια ευρέως γνωστή για τη δουλειά της στο Castlevania. Από εκεί και πέρα θα δουλέψει και σε άλλα παιχνίδια (όπως το Dynasty Warriors), παρ’ όλα αυτά η αισθητική της θα παραμείνει για πάντα συνώνυμη με το Castlevania. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της σειράς είναι που παραγκώνισαν την αισθητική της για μια βασική anime, πιο προσιτή στο νεανικό κοινό της Ιαπωνίας, σε μια προσπάθεια να αυξήσουν τις πωλήσεις τους στη χώρα. Δυστυχώς -ή ευτυχώς για την καλλιτέχνιδα- δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την ίδια στο διαδίκτυο, όπως και δεν υπάρχουν πολλές καλές αναλύσεις των πορτρέτων της online. Ευτυχώς, -μέσω του Internet Archive– το βιβλίο της “Santa Lilio Sangre” είναι διαθέσιμο και είναι ο καλύτερος τρόπος για κάποιον ώστε να εξοικειωθεί με τη δουλειά της.

 

 

Το τελευταίο Castlevania που δούλεψε η Kojima είναι το mobile game “Grimoire of Souls”, το 2019 (έχει να δουλέψει σε κεντρικό παιχνίδι της σειράς από το 2010). Έκτοτε κυκλοφόρησε ο πνευματικός διάδοχος του Sympony of the Night με τίτλο “Bloodstained: Ritual of the Night”, όπου ο Igarashi, η Yamane και η Kojima επανένωσαν τις δυνάμεις τους, με την τελευταία να φτιάχνει έναν ξεχωριστό πίνακα για το παιχνίδι.

Η προσπάθεια της Konami, για τη συντήρηση παλαιών παιχνιδιών σε μοντέρνα συστήματα, είναι αξιέπαινη, αλλά υπάρχει ένα ολόκληρο κοινό εκεί έξω που διψάει να δει το Castlevania να επιστρέφει στις ρίζες του. Μέχρι τότε, οι τρεις επανακυκλοφορήσεις που υπάρχουν θα μας κρατούν συντροφιά.