Όταν ο Γιόακιν Φίνιξ, στο ρόλο του αλκοολικού, τετραπληγικού και σημαντικού σκιτογράφου Τζον Κάλαχαν, στην αληθινή ιστορία του οποίου βασίζεται η τελευταία ταινία του Γκας Βαν Σαντ, πρωτοπάει σε συγκέντρωση των Ανώνυμων Αλκοολικών και παίρνει τον λόγο, θα ξεκινήσει με την εισαγωγή την οποία χρησιμοποιούν όλοι όσοι συμμετέχουν ή θέλουν να ενταχθούν στο πρόγραμμα: «Είμαι ο Τζον και είμαι αλκοολικός». Υπάρχουν όμως προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, όπου ακολουθώντας τα ο εθισμένος πρέπει να λέει -και να το λέει όσο πιο φωναχτά γίνεται- το ακριβώς αντίθετο: «Είμαι ο Τζον και είμαι εντάξει».
Και δεν ξέρω αν η ειδοποιός διαφορά στη νοοτροπία αντιμετώπισης του προβλήματος μπορεί να εντοπιστεί στο είδος της εξάρτησης, ότι δηλαδή άλλο η ηρωίνη – άλλο το αλκοόλ, αλλά νομίζω ότι το, γενικότερου ενδιαφέροντος, θέμα βρίσκεται αλλού: ότι όταν ο λόγος πηγαίνει στον ανθρώπινο ψυχισμό και στο τι μπορεί να κινητοποιεί θετικά και λυτρωτικά τον κάθε άνθρωπο δεν υπάρχουν σίγουρες απαντήσεις. Ότι μπορεί να προσπαθεί να φτάσει κανείς στον ίδιο προορισμό από εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις. Ότι ίσως το κλειδί είναι ανεξαρτήτως κατεύθυνσης: η σταθερότητα, η συνέπεια, η επιμονή και η πίστη στην ορθότητα της κατεύθυνσης. Κι έτσι η μια προσέγγιση σού λέει να λες διαρκώς στον εαυτό σου είμαι εντάξει, είμαι καλά, δεν είμαι αδύναμος, μπορώ και η άλλη να λες διαρκώς στον εαυτό σου, ότι ακόμη κι αν έχεις χρόνια να βάλεις γουλιά στο στόμα σου, ήσουν, είσαι και θα παραμείνεις αλκοολικός, δεν είσαι δυνατός, είσαι αδύναμος, μπορείς μόνο να απέχεις, δεν μπορείς να το ελέγξεις, αν αρχίσεις να ξαναπίνεις δεν θα πίνεις με μέτρο, το μέτρο θα χαθεί άμεσα, γιατί είσαι αλκοολικός.
Κι ανεξάρτητα από εξαρτήσεις σε ουσίες κι από προγράμματα θεραπείας, ο καθένας μας πώς είναι άραγε προτιμότερο να αντιμετωπίζει τον εαυτό του, προκειμένου να τον κρατά σε εγρήγορση και να μην του επιτρέπει να βουλιάζει είτε σε κάποια άλλου τύπου έξη ή είτε απλά στην αδράνεια και τη στασιμότητα; Στους εσωτερικούς μας διαλόγους για οτιδήποτε θέλουμε να πετύχουμε, πώς είναι προτιμότερο να του μιλάμε; Να του λέμε διαρκώς μην κοιτάς τι λάθη έχεις κάνει και ξανακάνει στο παρελθόν, είσαι δυνατός, πίστεψε στη δύναμή σου, ή ό,τι είσαι αδύναμος και ο μοναδικός τρόπος να αποδεικνύεις το αντίθετο είναι με την πράξη σου κάθε ώρα και στιγμή;
Επειδή όμως τέτοιου είδους αμφιβολίες μάλλον δεν θα λυθούν στο πλαίσιο ενός κειμένου, ας πούμε στο δικό του πλαίσιο κάτι πολύ πιο αναμφίβολο: το «Μην ανησυχείς, δεν θα φτάσει μακριά με τα πόδια» δεν είναι μια καλή ταινία, δεν είναι μια σημαντική ταινία, δεν είναι μια πετυχημένη ταινία. Οπότε όποια καλή κουβέντα ακολουθήσει, δεν θα είναι παρά αστερίσκοι συμπάθειας σε ένα μέτριο στην πιο επιεική εκδοχή έργο. Και γιατί να ακολουθήσουν καλές κουβέντες; Επειδή μέσα στην πρόδηλη αποτυχία του υπάρχει πάντως ένας αέρας ανθρωπίλας, ελευθερίας, χαλαρότητας, όχι άγχους να γίνουν όλα σωστά, όχι άγχους να γίνουν όλα όπως πρέπει και μια συνειδητοποίηση -ελπίζω να υπάρχει κι αλίμονο αν δεν υπάρχει- ότι εδώ δεν γυρνάμε το biopic που θα κάνει τον κόσμο να σπαράξει στο κλάμα, να κατασυγκινηθεί, να γελάσει ώρες ώρες και εν τέλει να εμπνευστεί ως τα βάθη της ψυχής του, αλλά κάτι πολύ πιο «δεν τρέχει τίποτα κι αν δεν είναι αριστούργημα, εγώ πάντως γουστάρω να το γυρίσω».
Γιατί όντως προσπαθείς να καταλάβεις ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης αυτής της ταινίας, για τι θέλει τελικά να μας μιλήσει, ποιο είναι το κέντρο βάρους της. Τα της καλλιτεχνικής διάστασης του Κάλαχαν στο πρώτο μέρος της ταινίας απουσιάζουν εντελώς, κάνοντας την εμφάνισή τους μόνο στο δεύτερο. Και τότε όμως η επαφή μαζί τους είναι μάλλον επιδερμική. Δεν είναι μια ταινία για τα σκίτσα και το έργο του Κάλαχαν, δεν είναι μια ταινία για την αναπηρία του Κάλαχαν, οι προβολείς πέφτουν τελικά στο αλκοόλ. Το πώς το καταστροφικό αλκοόλ τον οδηγεί στην αναπηρία αφενός και αφετέρου και κυρίως το πώς ξεπερνάει τον εθισμό του με τα περίφημα «12 βήματα» των Ανώνυμων Αλκοολικών.
Υπάρχουν κι -ευτυχώς λίγες- ανεκδιήγητες σκηνές, όπως εκείνη με την εμφάνιση της μητέρας του ήρωα. Yπάρχουν και -ευτυχώς όχι πάρα πολλές- στιγμές που σκέφτεσαι ότι εδώ ο μεγάλος Γιόακιν Φίνιξ θα μπορούσε οριακά να πρωταγωνιστεί σε ταινία των αδελφών Φαρέλι. Η Ρούνι Μάρα κούκλα με το κοντό της το μαλλάκι και το λαμπερό της πρόσωπο, αλλά πραγματικά δεν έχει ρόλο, δεν έχει χαρακτήρα, εμφανίζεται έτσι για να εμφανιστεί. Γενικότερα το σενάριο προσπαθεί να συναρμολογήσει και να χωρέσει μέσα του πράγματα ατάκτως ερριμμένα.
Σε μια συγκέντρωση των Αλκοολικών Ανώνυμων ο -εμφανισιακά αγνώριστος- Τζόνα Χιλ λέει ότι το πρωί ξύπνησε, πήγε στην καφετέρια και ήπιε έναν υπέροχο αρωματικό καφέ. Καλεί τους παρευρισκόμενους να αποδεχτούν και να γιορτάσουν τη μετριότητα στην καθημερινότητά τους και τη ζωή τους. Κανείς δεν μπορεί να συγκρίνει την επίδραση ενός καφέ με την επίδραση ενός ποτού. Κανείς δεν μπορεί να συγκρίνει τη νηφαλιότητα με τη γλυκιά ζαλάδα. Κανείς δεν μπορεί να συγκρίνει τη γείωση με τις απογειώσεις. Αλλά αν το «Μην ανησυχείς, δεν θα φτάσει μακριά με τα πόδια» είναι μια ταινία που αποκλείεται να σε μεθύσει, από την άλλη είναι και μια ταινία που δεν νιώθει ενοχές να γιορτάσει τη μετριότητά της.
Ο Γκας Βαν Σαντ είναι σαν να βγήκε μια βόλτα θεωρώντας ότι ξέρει που θέλει να πάει, αλλά στην πραγματικότητα να βγήκε απλά μια βόλτα. Σε μια άσχετη σκηνή βλέπουμε στο βάθος ενός πάρκου ένα μεσήλικο γκέι ζευγάρι να κάθεται σε ένα παγκάκι. Είτε ζουν κρυφά είτε φανερά ως γκέι, είτε έχουν κανονικές ζωές και γάμους με γυναίκες και παιδιά είτε όχι, είναι μια σκηνή που βρίσκει τρόπο και χωράει. Ακριβώς γιατί ο Βαν Σαντ την απολαμβάνει τη βόλτα του. Κι αν είναι να γιορτάζεις μέτριες ταινίες, ας είναι μέτριες ταινίες σημαντικών σκηνοθετών, ας είναι ταινίες που ακόμη κι όταν αποτυγχάνουν διατηρούν μια αύρα που δεν θα έχει ποτέ κανένα ημιεπιτυχημένο φιλμ γυρισμένο με τις προδιαγραφές προϊόντος.







