Ο Φοίβος δεν είναι το χειρότερο που έχει συμβεί στην ελληνική μουσική. Δεν είναι καν το δεύτερο χειρότερο. Τι να πει κι η Πάολα, δηλαδή, που τον τελευταίο καιρό την έχουν κάνει ρεζίλι των σκυλιών. Μπορεί οι περισσότεροι να μην είναι σίγουροι ποια τραγούδια έχει γράψει, και να του αποδίδουν όλα τα σκυλάδικα των τελευταίων είκοσι χρόνων. Παρόλα αυτά, τον θεωρούν υπεύθυνο για την κατάντια της ελληνικής pop και του ραδιοφώνου, για το ότι η νεολαία δεν ακούει μαζικά τον άλλο Φοίβο, τον Δεληβοριά, ακόμα για την οικονομική κρίση. Ο Άρης Αλεξανδρής κάτι τέτοιο υπονοεί: «Το εφήμερο σουξέ κατέκτησε τη συλλογική συνείδηση όχι μόνο ως εύπεπτο καλλιτεχνικό προϊόν, αλλά και ως γενικότερη στάση ζωής. Το υλικό που σε αφθονία παρήγαγε ο Φοίβος έθρεψε ιλιγγιώδη budget εμετικών μπουζουκοπαραστάσεων, συντήρησε τον αυτιστικό πιλότο ραδιοφωνικών σταθμών, γέμισε όπως όπως την προϋπάρχουσα τηλεοπτική ένδεια, γέννησε πρωτογενή τηλεοπτικό πολτό και τελικά χάρισε καριέρες και περιουσίες σε πανομοιότυπες μετριότητες.» Εν μέρει έχει δίκιο, αν και «εμετικό» θα χαρακτήριζα μάλλον το The Human Centipede 2 [Full Sequence] παρά το Gucci φόρεμα. Ο Φοίβος έχει γράψει μεγάλες σαχλαμάρες καταρρακώνοντας το προφίλ των τραγουδιστών που τον εμπιστεύονται τυφλά προκειμένου να εκτοξευτούν στην κορυφή μιας αμφίβολης επιτυχίας, αλλά μερικά τραγούδια του είναι, υπό συνθήκες, κομματάρες. Θέλει ταλέντο να γράφεις από τη μία «Οινοπνευματάκι μου μην μου εξατμίζεσαι/και σε άλλες αγκαλιές μην μου χαραμίζεσαι» κι από την άλλη το Νυχτολούλουδο. Αλλά η ζυμωμένη στα τσίπουρα και στον αστικό συναισθηματισμό της Μποφίλιου ιντελιγκέντσια δυσκολεύεται να το αναγνωρίσει. Είναι αυτός ο δυσκοίλιος τρόπος σκέψης που ακόμα δεν έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η πλειοψηφία του κόσμου πάντα θα ακούει φριχτές μουσικές, θα βλέπει φριχτές ταινίες και θα θεωρεί αστείους τους Ράδιο Αρβύλα. Ότι αν δεν υπήρχε Φοίβος, θα έπρεπε να εφευρεθεί.
Ο καημένος ο Φοίβος κάνει μια βρώμικη δουλειά που κάποιος θα έπρεπε να κάνει, γιατί έχει ταλέντο στο να αντιγράφει και να σκαρώνει φτηνές ομοιοκαταληξίες με τον ίδιο τρόπο που ο Σεφερλής έχει εύκολα τα λογοπαίγνια – με την ευκαιρία να συγχαρώ τον αντιπαθή για τα γούστα μου Γεωργουσόπουλο για την αποκατάσταση αυτού του αδικο-ξοδεμένου κωμικού ταλέντου. Το ελάχιστο που μπορείς να καταλογίσεις στον Φοίβο είναι το γεγονός πως η pop μας δεν κατάφερε να αποκτήσει τη φινέτσα των Pet Shop Boys. Ο Φοίβος δεν δηλώνει Bach, Wagner ή οποιοδήποτε άλλο όνομα επικαλείται στο παραλήρημά του ο Νίκος Καρβέλας. Είναι ένας σεμνός συνθέτης ο οποίος δεν επιβαρύνει με εμπρηστικές δηλώσεις την ήδη εχθρική απέναντί του κοινότητα που ανατριχιάζει με τη μυσταγωγία μιας συναυλίας του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Είναι απλώς ολίγον τι μπερδεμένος αν κρίνω από μια συνέντευξή του όπου δηλώνει ταυτόχρονα και πως «Πιο σημαντικό για μένα είναι ένα τραγούδι μου να γίνει μεγάλη εμπορική επιτυχία» και «Το θέμα είναι να αγαπάς τη δουλειά σου για να ασχολείσαι με μεράκι, όχι να σε νοιάζουν τα κέρδη». Ο Φοίβος μάλλον δεν ρίχτηκε στη δουλειά για να γίνει Bob Dylan, αλλά Stock, Aitken και Waterman μαζί – που αν δεν κάνω λάθος όλοι εμείς οι αφ’ υψηλού τους εκτιμάμε ιδιαιτέρως όταν χορεύουμε Rick Astley και Kylie Minogue σε πάρτι σε ταράτσες εναλλακτικών συνοικιών του downtown.
Η γκρίνια για την φτηνή μουσική του Φοίβου δεν λέει να καταλαγιάσει. Όπως υπονοεί ότι αν δεν υπήρχε η Μενεγάκη η τηλεόρασή μας θα ήταν γεμάτη Mad Men, έτσι και αν δεν υπήρχε Φοίβος τα αυτιά μας θα τα χάιδευε μόνο η μουσική του Χατζιδάκι. Σε ένα τυπικό δείγμα αυτής της έλλειψης επαφής με την πραγματικότητα της pop κουλτούρας, ο Κοσμάς Βίδος ξεκινάει από μια «ήμουν-κι-εγώ-εκεί» ανάμνηση της κοινής εμφάνισης Νταντωνάκη και Γαλάνη (δυστυχώς δεν θα βρεθεί ποτέ κάποιος να του πει «Καλή, μωρέ, η Φλέρυ Νταντωνάκη, αλλά τι κρίμα που δεν στάθηκες τυχερός όπως εγώ να ακούσεις τον Bach να παίζει εκκλησιαστικό όργανο στη Βαϊμάρη») και συνεχίζει με ένα θάψιμο που στερείται αναφορών και τσαχπινιάς ώστε να είναι απολαυστικό.
Λέω να μην τριγυρνάμε γύρω από την αλήθεια, αλλά να την ομολογήσουμε: Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ντουβάρια, γι’ αυτό ακούν μόνο Φοίβο και όχι electronica. Αλλά όσο θλιβερή είναι αυτή η αλήθεια, άλλο τόσο προβληματική είναι η αηδία που αισθάνονται κάποιοι για ό,τι εκπροσωπεί ο Φοίβος – άρα οι στόχοι πρέπει να αναζητηθούν αλλού. Στα μπουζούκια περνάς τέλεια. Πίνεις μπόμπες, αγκαλιάζεσαι με τους φίλους σου, πετάς κανά γαρίφαλο που έχει πέσει από το τραπέζι των διπλανών, τραγουδάς δυνατά (ακόμα και τις βλακείες), παίρνεις τηλέφωνο μια παλιά σου γκόμενα που δεν την έχεις ξεπεράσει και της βάζεις να ακούσει το «Κέρμα». Μέχρι εκεί. Αν στην επιστροφή για το σπίτι βάλεις ελληνικά στο ραδιόφωνο, τότε εκπίπτεις στην πρώτη κατηγορία. Στη συναυλία για τα εικοσάχρονα του Φοίβου εννοείται πως δεν θα πάω. Αλλά ούτε έχω όρεξη να συμμετέχω σ’ αυτό το στενόμυαλο κίνημα των Αντι-Φοιβίστας.
