Η υποκριτική την βρήκε κάπου στην πορεία και τότε ένιωσε σαν να μπήκαν όλα στη θέση τους. Η Τζωρτζίνα Λιώση θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί σε ταινία του Wes Anderson, έχει σίγουρα μια θέση στον γεμάτο χρώματα και συμμετρίες κόσμο του. Στο θέατρο συναντήθηκε με συνεργάτες που την «μίκρυναν» μέσα της και μέχρι πολύ πρόσφατα το θεωρούσε θέσφατο, παρόλο που η αγάπη και η ευτυχία της σε αυτή τη δουλειά δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Φέτος στο «Πήδημα», μια αντι-κωμωδία σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Αγιοπετρίτη-Μπογδάνου, συναντήθηκε με την Τζι, την αρχηγό μιας παρέας γυναικών που μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς θα θυμίσει κάτι από μαφία.

Το «Πήδημα» ήρθε και την «πότισε» σε περιοχές που μέσα της είχαν αρχίσει να μαραίνονται και μας μιλά για αυτά που την έκαναν να μην «αναπνέει» για χρόνια στο θέατρο, αλλά και για όσα την κάνουν να μουδιάζει στο τώρα, σε ένα κράτος που σε αφήνει αβοήθητο: «Όσο αισιόδοξοι και αν θέλουμε να είμαστε, στο τέλος εάν δεν βρεθούν φορείς και συνάνθρωποι να βοηθήσουν, είμαστε ανήμποροι. Πάντα η κατακλείδα είναι να μαζευόμαστε γύρω από ένα τσουκάλι και να μαγειρεύουμε ο ένας για τον άλλο».

Μετά από δύο χρονιές σε μια πολύ προσωπική δουλειά στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου με τη Νάνσυ Μπούκλη, φέτος με το «Πήδημα» βρίσκεστε και πάλι μαζί σε μια μεγαλύτερη ομάδα και σκηνή αυτή τη φορά. Πώς ήταν αυτή η μετάβαση;

Ήταν όντως μια πολύ προσωπική δουλειά το «Κάποιος μιλάει μόνος του κρατώντας ένα ποτήρι γάλα», πολύ αγαπημένη, φωτίζω μέσα μου μόνο που το θυμάμαι και επειδή πήγε τόσο καλά αυτό, συναντηθήκαμε με τη Νάνσυ και είπαμε να κάνουμε κάτι μαζί και μετά ήρθε το υπόλοιπο. Είπαμε πόσο ωραίο θα ήταν σιγά σιγά αυτό να το γεμίζουμε και να βρίσκουμε και άλλους ανθρώπους που να ταιριάζουμε. Είχαμε δει δουλειές του Δημήτρη Μπογδάνου και θέλαμε να δουλέψουμε μαζί του. Επίσης η συνεργασία με τον Νέο Κόσμο πήγε καλά, αγκάλιασε και δέχτηκε την παράσταση και κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια πιο οικογενειακή σχέση που μου έδωσε την άνεση να προτείνω ιδέες. Ο Δημήτρης βρήκε αυτό το έργο και έφερε τους υπόλοιπους που ακουμπούσαν τόσο ωραία σε αυτό το πρότζεκτ, τη Λυδία, τις Σκιαδαρέσες και τον Άγγελο. Νομίζω ότι φτιάξαμε μια ομάδα που δεν θα μπορούσα να είχα ευχηθεί για κάτι καλύτερο μετά το «Γάλα» και δεν μπορώ να πιστέψω το πώς από μια υγιή συνεργασία πήγαμε σε ένα μεγαλύτερο σχήμα και καταφέραμε να διατηρήσουμε αυτή τη φωτεινότητα και την υγεία.

Για μένα αυτό δεν ήταν δεδομένο γιατί έχω περάσει δύσκολα στο θέατρο και στις συνεργασίες γενικά και θεωρούσα ότι πάντα έτσι είναι τα πράγματα, πάντα υπάρχουν οι άνθρωποι που θα σε αδικήσουν και που θα γυρίσεις σπίτι σου κλαίγοντας και τώρα κατάλαβα ότι δεν είναι κανόνας αυτό. Για μένα στο εργασιακό πλαίσιο οφείλει να υπάρχει σεβασμός και κατανόηση. Το ξέρω ότι θα συναντήσεις ανθρώπους που δεν ταιριάζετε και αυτό θα φέρει συγκρούσεις αλλά το θέμα είναι η σύγκρουση να είναι ίση ή από ίσο προς ίσο, όχι από διευθυντή σε μαθητή, όχι από πατέρα σε παιδί. Κατάλαβα ότι οι γονείς μου που δεν με μάλωσαν ποτέ με τρόπο που να με μικρύνουν, αλλά έχω συναντήσει συνεργάτες που με «μάλωσαν» με τρόπους που με μίκρυναν μέσα μου και δεν ανέπνεα για χρόνια με αυτό. Οπότε το «Πήδημα» ήρθε και με «πότισε» πολύ σε περιοχές που μέσα μου είχαν αρχίσει να μαραίνονται.

Πριν γίνει αυτή η πολύτιμη συνειδητοποίηση, βρέθηκες κοντά στη σκέψη να αφήσεις αυτό το επάγγελμα;

Όχι, γιατί έχω σκεφτεί διάφορα κατά καιρούς, από τις περιόδους του covid ή άλλες περιόδους, γιατί εμείς πηγαίνουμε κάθε λίγους μήνες από τη μία δουλειά στην άλλη και έχω σκεφτεί πολλές φορές μήπως δεν κάνω, μήπως πρέπει να δω κάτι άλλο, αλλά εγώ είμαι ευτυχισμένη με αυτή τη δουλειά και ξέρω ότι αν είναι να ταλαιπωρηθώ για κάτι, αξίζει να ταλαιπωρηθώ για τη δουλειά που αγαπώ. Οπότε όσες φορές έχω διαπραγματευτεί μέσα μου, πάντα αναρωτιόμουν για το αν πρέπει να το τελειώσω, έχω αναρωτηθεί γιατί σκεφτόμουν μήπως δεν προχωράει άλλο, όχι μήπως δεν θέλω εγώ.

 

 

Το «Πήδημα» λοιπόν, είναι μια παράσταση που παρόλο που όλα αυτά που εκτυλίσσονται θα σε κάνουν να γελάσεις, δεν το χαρακτηρίζετε ακριβώς κωμωδία. Πώς προέκυψε αυτό;

Ο Δημήτρης Μπογδάνος δημιούργησε μια λέξη, ένα υβρίδιο, ψάχνοντας να βρει πώς θα το χαρακτηρίσει και το είπε αντι-κωμωδία. Δεν είναι και τόσο μαύρη κωμωδία, είναι κωμωδία, αλλά μέσα από το χιούμορ λέγονται πιο φιλοσοφικά πράγματα. Και η επιλογή του φινάλε είναι κάτι το οποίο κάπως το βάζει σαν έργο κάτω από μια ομπρέλα πιο σκοτεινή ίσως, αλλά σε γενικές γραμμές είναι η πρόθεσή του να γελάσεις και από γραφής και η δική μας όπως το ανεβάσαμε.

Είναι ένα έργο βρετανικό του ’99, που παίζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα και έχει ανέβει άλλη μια φορά στην Αγγλία. Αποφασίσαμε να υπάρχει ένα hint από τα ρούχα για τη χρονολογία του, αλλά όσο μπορούμε να μην δείξουν πολύ καθαρά, αν αυτό είναι 20 -30 χρόνια πριν ή σήμερα. Για μένα είναι δύο φράσεις κλειδιά μέσα στο έργο που φαινομενικά είναι απέναντι μεταξύ τους και η μία λέει πως ο έρωτας δεν είναι μόδα, είναι συναίσθημα κι η άλλη λέει πως έχουμε απελευθερωθεί με την έννοια του ότι αν δεν πετύχει με έναν άνθρωπο, δεν σημαίνει ότι τελείωσαν όλα, παίρνουμε μια ανάσα και ξαναψάχνουμε την ευκαιρία μας στον έρωτα. Οπότε αυτό το ντιμπέιτ που πραγματεύεται για μένα είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όπως και να έχει όμως, είναι πράγματα άχρονα, που μπορείς να τα πεις με χίλιους δυο τρόπους. Από το πώς λέγονται στον Σαίξπηρ μέχρι το πώς λέγονται σήμερα, ίσως πιο πεζά, ίσως με όλη αυτή την χαζή αφορμή της παράστασης του θα σε κλειδώσω μέχρι να δώσεις πίσω τα λεφτά γιατί με απάτησες. Αλλά ο πυρήνας τους είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, ο έρωτας και η προδοσία και η αγάπη είτε με τους φίλους σου είτε με τους αγαπημένους σου, όχι απαραίτητα μεταξύ ενός ερωτικού ζευγαριού.

Όλα αυτά διαδραματίζονται την παραμονή Πρωτοχρονιάς που φαίνεται να παίζει ρόλο στον τρόπο που εξελίσσεται η ιστορία και ειδικά για την Τζι, την ηρωίδα που υποδύεσαι, η οποία νιώθεις ότι κάνει ένα ξέσπασμα που δεν συνηθίζει. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ναι, υπάρχει μια ένταση χρόνου με την έννοια ότι τα μεσάνυχτα κάτι πρέπει να γίνει, αλλάζει ο χρόνος και όλοι περιμένουμε κάτι και ίσως είναι και μια αφορμή να παίρνονται αυτές οι αποφάσεις που είναι όλες λίγο δυσανάλογες του συμβάντος. Παίζει σημαντικό ρόλο νομίζω η παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε όλες αυτές τις σπασμωδικές κινήσεις και αποφάσεις που παίρνουν οι χαρακτήρες του έργου. Σε 2-3 σημεία καταλαβαίνουμε ότι η Τζι βαρέθηκε να την κοροϊδεύουν οι άνθρωποι. Η γραμμή η δική μου ήταν μια πολύ έντονη σύνδεση με τη Σαλ, που επίσης έχει χωρίσει μια βδομάδα πριν, όπως και η Τζι και είναι ίσως μια παλαιότερη εκδοχή του εαυτού της, γιατί η Σαλ είναι η νεότερη από όλους, οπότε πιστεύω πως μερικά χρόνια πριν, μπορεί και μέχρι μια μέρα πριν, να ήταν πολύ πιο παρόμοια με τη Σαλ και γι’ αυτό βλέπουμε αυτό το ξέσπασμα.

Νομίζω πως οι άνθρωποι που δεν μιλάμε συχνά για αυτά που μας ενοχλούν, τείνουμε όταν αποφασίσουμε να το κάνουμε, να το κάνουμε πολύ ατσούμπαλα, γιατί δεν έχουμε μάθει πώς, με αποτέλεσμα να χάνουμε το δίκιο μας, να ξεφεύγουμε και να γίνεται μια αντίδραση δυσανάλογη του συμβάντος, η οποία όμως προκύπτει από πολλά άλλα τραύματα του παρελθόντος που αναγάγουμε στη θεωρία του ότι επιλέγω αυτό να μην το σχολιάσω, αλλά στην πραγματικότητα είναι αδυναμία του να έρθω σε αντιπαράθεση. Το λέω γιατί το έκανα πολλά χρόνια κι ακόμη το κάνω, αλλά το δουλεύω όσο μπορώ να το αλλάξω, γιατί ενοχλεί και εμένα και τους ανθρώπους μου.

 

 

Βρήκες πολλά κομμάτια δικά σου στην Τζι;

Νομίζω ότι γενικά ως ηθοποιός τείνω να τα ψάχνω ή να τα δημιουργώ ασυνείδητα, αλλά εγώ είμαι αυτή έτσι κι αλλιώς που καλούμαι να μιλήσω για την Τζι οπότε προκειμένου να την καταλάβω, ανασύρω από τον εαυτό μου πληροφορίες. Έτσι τη διαβάζω και έτσι την καταλαβαίνω προφανώς γιατί προτάσσω τα δικά μου φίλτρα. Γι’ αυτό γίνονται και ξαναγίνονται κλασικά έργα γιατί κάθε Αντιγόνη είναι διαφορετική κι ας είναι το ίδιο κείμενο κι ας είναι τα ίδια λόγια. Εγώ βρήκα και πάντα βρίσκω κοινά κομμάτια, γιατί αυτός είναι ο τρόπος που συνδέομαι με τους ρόλους που διαβάζω και καλούμαι να αφηγηθώ.

Όταν πήραμε το έργο, ο Δημήτρης δεν μας είχε πει για καιρό ποιος θα κάνει ποιον ρόλο, διαβάζαμε κυκλικά. Όταν μου έδωσε τη Τζι, στρεσαρίστηκα, γιατί ήταν ένας χαρακτήρας έντονος που είναι πολύ μακριά από μένα και είναι πολύ μακριά από οτιδήποτε έχω κάνει μέχρι σήμερα. Δουλέψαμε πολύ στις πρόβες με το πώς κατά κάποιον τρόπο αυτή θα είναι «αρχηγός μαφίας» ας το πούμε χαριτωμένα. Μου πήρε πολύ να νιώσω άνετα μέσα σε αυτό, αλλά όταν κατάλαβα τι την πυροδοτεί και από πού έρχεται αυτή η βία, το θεώρησα τεράστιο δώρο που ο Δημήτρης μου έδωσε αυτό τον ρόλο γιατί με βοήθησε πολύ να βγω από την ευκολία μου και να ψάξω πράγματα που δεν θα το έκανα σε άλλη περίπτωση.

Ωστόσο η συνθήκη την οποία χρησιμοποιείτε παίζει πολύ με τα όρια. Θα γελάσεις με όλο αυτό που συμβαίνει επί σκηνής δεδομένου ότι οι πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες και όχι άντρες, αλλά στην ουσία είναι βίαιο.

Υπάρχει η πολύ ωραία στιγμή που η Μπεθ λέει «Αν εμένα με κλείδωναν στην τουαλέτα πέντε άντρες…» και ξαφνικά καταλαβαίνουμε ότι τόση ώρα γελάμε με κάτι που δεν είναι καθόλου αστείο στην πραγματικότητα. Οπότε είναι και αυτός ένας λόγος που το είπαμε αντι-κωμωδία, γιατί μας φαίνεται πολύ αστείο κάτι μόνο και μόνο επειδή το κάνουν γυναίκες σε άντρα. Το συμβάν το πραγματικό, απογυμνωμένο από φύλα, είναι επικίνδυνο.

Μέσα σε όλο αυτό η μουσική που γράφουν οι Σκιαδαρέσες είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης. Με ποιον στίχο ή τραγούδι συνδέεσαι περισσότερο;

Η παράσταση είναι κάτι σαν ιντερλούδιο. Συνολικά έχουμε επτά κομμάτια και είναι όλα ένα και ένα. Το αγαπημένο μου τραγούδι αλλά νομίζω και όλων μας, αν μας ρωτήσεις, είναι το «Δέκα» – «το τραγούδια για τα τσίσα». Σε πολύ κόσμο αρέσει το τραγούδι του διαλείμματος που και αυτό το αγαπώ πολύ. Το «Έχω γεμίσει με σημάδια που τσούζουν μέχρι και στα χάδια» είναι τόσο ωραίο και τρυφερό. Ο «Ωκεανός» έχει τον στίχο που λέει «Νόμιζα πως είσαι ποιητής. Νόμιζα πως είσαι ωκεανός. Τον ωκεανό τον είδα και δεν σου έμοιαζε καθόλου. Κι αν είσαι ποιητής, είσαι ποιητής του κώλου».

Για μένα ο τρόπος που γράφουν στίχους οι Σκιαδαρέσες δεν υπάρχει, είναι εξωγήινες, δεν έχω συναντήσει κάτι παρόμοιο. Ο τρόπος που λειτουργεί το μυαλό τους στο πώς γράφουν μουσική και στίχους είναι μοναδικός. Δεν ψάχνουν να βρουν τη λέξη που θα φέρει μια καλλιέπεια, ψάχνουν να βρουν τον τρόπο που μιλάμε, την αλήθεια και το καταφέρνουν με τέτοιον τρόπο… υπάρχει ας πούμε ο στίχος «είσαι ποιητής του κώλου» σε ένα τραγούδι, το οποίο μπορεί να σε γονατίσει στο κλάμα.

 

 

Καταλαβαίνω ότι συνδέεσαι πολύ με την ομάδα και τους ανθρώπους. Είναι αλήθεια;

Δουλεύουμε μεταξύ μας με το συναίσθημά μας οπότε είναι σπουδαίο να μπορείς να τους συναντάς αυτούς τους ανθρώπους ψυχικά, να μπορείς να συνδεθείς και να υπάρχει μια σχέση πιο κανονική από αυτά που μπορεί να συναντήσουμε σε διάφορες άλλες συνεργασίες. Αυτό το λέει η Νάνσυ και μ’ αρέσει πολύ. Μας λένε είστε φίλοι και λέει γίναμε, γιατί δουλέψαμε ωραία, γιατί αν ήμασταν φίλοι πρώτα θα μπορούσαμε να έχουμε σφαχτεί αλλά δουλέψαμε ωραία κι αυτό μας έδεσε και μας έκανε φίλους. Κι αυτό είναι σπουδαίο.

Σε αυτή τη δουλειά συναντάς συνέχεια ανθρώπους, έρχεσαι κοντά και χάνεσαι. Το καλό είναι να πλέκεις νήματα που θα σε ξαναφέρουν σε αυτούς τους ανθρώπους. Χάνεσαι και όταν ξαναβρίσκεσαι είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα, ξέρεις ότι τη στιγμή που θα ξαναβρεθούμε θα είναι το ίδιο ωραίο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτός είναι ένας λόγος που μου αρέσει η δουλειά μου. Είναι ευλογία και κατάρα, γιατί ξέρεις ότι δεν έχεις το πήγα στο γραφείο, είδα τους 15 ίδιους ανθρώπους, έκανα παρόμοια πράγματα και έφυγα. Αλλάζουν οι παραστάσεις συνεχώς και αυτό σε ανανεώνει αλλά και κάθε τόσο σε βάζει σε μια διαδικασία αναπροσαρμογής, γνωριμίας και ανασφάλειας για το αν θα ταιριάξεις.

Γενικά είσαι άνθρωπος που χρειάζεται το safe space του;

Πάρα πολύ.

Άρα αυτή η εναλλαγή περιβάλλοντος που για σένα είναι στα θετικά, καταλαβαίνω ότι δεν είναι και το πιο εύκολο κομμάτι.

Όχι δεν είναι, έχω μειώσει αρκετά τον χρόνο προσαρμογής, αλλά το θεωρώ υγιές να τον χρειάζομαι και να τον παίρνω. Δεν θέλω να με πιέσω παραπάνω, να αφήνομαι, να δένομαι, να ανοίγομαι.

 

 

Φέτος, μετά από 10 χρόνια επέστρεψες και στην τηλεόραση με τον «Γιατρό». Πώς ήταν αυτή η επιστροφή για σένα δεδομένου ότι τότε συστήθηκες στο ευρύ κοινό με το «Ταμάμ», μία σειρά που ξεχώρισε σε μία εποχή που δεν ήταν και από τις «χρυσές» της τηλεόρασης;

Την εποχή που βγήκε το «Ταμάμ» είχαν πέσει τα πράγματα, δεν γίνονταν καθόλου σειρές, μόνο επαναλήψεις και μεταγλωττισμένες, ξένες σειρές και μετά ήρθε μια καλή εποχή στην τηλεόραση. Ήταν προσεγμένη δουλειά, είχαμε πολύ καλό σκηνοθέτη, καλή φωτογραφία, αρκετές ημέρες γυρίσματος και ήταν βασισμένη στα νέα παιδιά. Είχε κάνει τόση επιτυχία που ακόμη μου γράφουν γι’ αυτό και νομίζω ότι ήταν καλό που έλειψα λίγο. Αυτά τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν ήρθαν πράγματα που δεν μου ταίριαζαν και μπορεί να μην ταίριαξα εγώ σε κάποια άλλα. Τελικά ήρθε ο «Γιατρός» που είναι και αυτή μια πολύ ωραία δουλειά και μ’ αρέσει που επέστρεψα με κάτι τέτοιο.

Τι βλέπεις να έχει αλλάξει από τότε στο τοπίο της τηλεόρασης; Είναι πιο ανοιχτή σε σύγχρονες ιστορίες;

Σήμερα νιώθω ότι οι σύγχρονες ιστορίες λείπουν. Νομίζω ότι είναι πολύ λίγα τα νέα παιδιά που γράφουν και λίγα τα πρωτότυπα concept. Παίρνουμε πολλές μεταφορές, παρόλο που υπάρχουν νέοι άνθρωποι που είναι ταλαντούχοι και μπορούν να γράψουν. Θα πρέπει να δοθούν ευκαιρίες. Από το να αποτύχει κάτι δοκιμασμένο, που παίρνουμε μια συνταγή και αν πάει καλά δεν σταματάμε να την αναπαράγουμε μέχρι να σιχαθεί η ανθρωπότητα να την τρώει, καλύτερα να αποτύχουμε σε καινούργιες πειραματικές φάσεις και να ψάξουμε να βρούμε το νέο. Δεν ξέρω και ποιον αφορά πια σήμερα να δούμε κι άλλο σειρές εποχής. Ίσως είναι λίγο σκληρό αυτό που λέω, γιατί όπως και να ‘χει έχουν μια ομορφιά και μια ωραία αύρα, μια εικόνα που σε τραβάει, έναν ρομαντισμό που και στην Ελλάδα δεν τον ζήσαμε τόσο. 

Επίσης, δεν καταλαβαίνω γιατί υπάρχουν τόσα πολλά ριάλιτι. Δεν ξέρω πια τι προβάλλεται. Δεν καταλαβαίνω πώς επενδύεις τόσο πολύ στα ριάλιτι και δεν επενδύεις σε μια σειρά που κακά τα ψέματα το ξέρουμε όλοι σου δημιουργεί μια βιβλιοθήκη και κάποιες σειρές παίζονται ακόμη και 20 χρόνια μετά.

 

 

Είσαι η περίπτωση του ανθρώπου που ξεκίνησε με σπουδές σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο και η υποκριτική κάπως σε βρήκε στην πορεία. Είχες αντίστοιχα ερεθίσματα από μικρή ηλικία;

Είχα μέσα μου κάτι που με πήγαινε προς τα εκεί από μικρή, μου άρεσαν πάρα πολύ δημιουργικά πράγματα. Η μαμά μου κεντούσε, ζωγράφιζε και ζητούσα να μου μαθαίνει, να βλέπω. Μικρή ήθελα να γίνω ζωγράφος, όλη μέρα κι όλη νύχτα ζωγράφιζα συνέχεια, έφτιαχνα παραμύθια, έλεγα ιστορίες. Παρόλα αυτά στα θεατρικά που παίζαμε με τα ξαδέλφια μου και στα παιχνίδια, οτιδήποτε είχαμε να κάνουμε σε αυτοσχεδιασμούς, ήμουν η χειρότερη.

Μεγαλώνοντας άρχισα να λέω ψυχολογία, γιατί υπήρχε και μια αντίληψη από το σπίτι μου ότι ρε παιδί μου ΟΚ ζωγράφος, αλλά αυτό δεν είναι δουλειά. Κάπως έτσι τα ξέχασα όλα αυτά γιατί μπαίνοντας και στο γυμνάσιο δεν υπάρχει ώρα καλλιτεχνικών, δεν υπάρχει σχέδιο ας πούμε. Μου κάνει εντύπωση πώς παλιότερα οι επιφανείς και οι πλούσιοι στρέφονταν στα σχέδια, στη γλυπτική και στη ζωγραφική και τώρα δεν διδάσκεται καν στο σχολείο αυτό. Οπότε μπαίνοντας στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο τα έθαψα όλα αυτά, τα ξέχασα και δόξα τω Θεώ ήρθε και με βρήκε και όταν με βρήκε, μπήκαν όλα στη θέση τους. Κατάλαβα τι είχα ξεχάσει και που είχα χαθεί στον δρόμο. Δεν θεωρώ ότι έχασα χρόνο, την αναζήτησα και την ψυχολογία στη ζωή μου πολύ και δεν το μετανιώνω ούτε στιγμή, αλλά σίγουρα όταν με πήρε ας πούμε ο Χρήστος Νικολαΐδης για τον «Κανένα» και άρχισα τις πρόβες, το coaching και τα γυρίσματα, κούμπωσαν ξανά όλα. 

 

 

Στο τώρα τι σε φοβίζει περισσότερο;

Τα φυσικά φαινόμενα. Είμαστε ανέτοιμοι πάντα ως χώρα σε σχέση με αυτά. Είναι νούμερο ένα στις φοβίες μου και βλέπω πολύ συχνά στον ύπνο μου και τέτοια όνειρα. Αλλά νομίζω ότι αν είσαι ένας άνθρωπος με basic ευαισθησίες, όχι κάτι παραπάνω, ένας κανονικός, ευαισθητοποιημένος άνθρωπος δηλαδή, δεν μπορείς να ξυπνάς ήρεμα σε αυτή τη χώρα. Είμαστε ανέτοιμοι σχεδόν στα πάντα. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι όλα θα πάνε καλά. Όσο αισιόδοξοι και να θέλουμε να είμαστε, στο τέλος εάν δεν βρεθούν φορείς και συνάνθρωποι να βοηθήσουν, είμαστε ανήμποροι, αβοήθητοι. Πάντα η κατακλείδα είναι να μαζευόμαστε γύρω από ένα τσουκάλι και να μαγειρεύουμε ο ένας για τον άλλο και να φέρνουμε τρόφιμα και ρούχα ο ένας στον άλλον. Είμαστε μόνοι μας, είμαστε σαν ένα τσούρμο πεντάχρονα που μας παράτησαν σε ένα νησί οι γονείς, δεν υπάρχει κάποιος να φροντίσει για μας. Είναι πολύ πιο δεδομένο το να σε βοηθήσει ο διπλανός σου από το να σε βοηθήσει το κράτος. Έτσι νιώθω. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα.

Παλεύω πολύ με αυτό μέσα μου και είναι κρίμα, γιατί καταλαβαίνω ότι καμιά φορά προσπαθώ τόσο πολύ να καθησυχάσω ένστικτα που έπρεπε να κοιμούνται, γιατί δεν είμαστε πρωτόγονοι. Μου τρώει όλη μου την ενέργεια και όλο μου το μυαλό το να καθησυχάζω πρωτόγονα ένστικτα, όπως το να φοβάμαι τη φωτιά, και αυτό δεν μπορεί να με πάει παρακάτω ως άνθρωπο.

Επαναδιαπραγματευόμαστε κεκτημένα πράγματα και σκέφτεσαι και αν με γονατίσει; Πώς θα πάμε παρακάτω να εξελιχθούμε και να μεγαλώσουμε; Είναι η μία τρικλοποδιά μετά την άλλη και αυτό σε πνίγει. Σου βάζουν το κεφάλι κάτω από το νερό. Αλλά μετά βλέπεις αυτό, ότι μαζευόμαστε γύρω από ένα τσουκάλι όλοι και μαγειρεύουμε για τον άλλον και λες εντάξει, θα τα καταφέρουμε.

Αυτό σου δίνει ελπίδα;

Είναι κάποιες στιγμές που είναι πολύ σκοτεινές. Δηλαδή όταν πατάει πάνω σε δικά μου βαθιά τραύματα, δεν μπορώ να πιαστώ από κάτι εύκολα, αλλά προσπαθώ. Δηλαδή συγκεκριμένα με τις φωτιές, επειδή εμένα εκεί μου τρυπάει κάτι μέσα μου βαθιά, νιώθω ανήμπορη. Κατευθείαν σβήνω δεν μπορώ ούτε εγώ να είμαι παραγωγική, ούτε να κρατηθώ από κάτι άλλο. Χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου, μουδιάζω. Δεν μπορώ να το περιγράψω.

Πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτός ο τρόπος ύπαρξης δεν είναι κανονική ζωή. Δεν γίνεται το καλοκαίρι να ξεκινάει μια φωτιά στο Γραμματικό και δυο μέρες μετά να καίγεται ένας άνδρας στα Βριλήσσια. Δεν γίνεται στο σπίτι μου να είμαι με βαλίτσα και ανοιχτά τα φώτα για να δω αν γίνεται διακοπή για να φύγω και ανοιχτές τις πόρτες για να μην μπλοκάρει, να μην πέσει το ρεύμα και δεν μπορώ να βγω. Δεν μπορεί να κοιμάσαι με το ένα μάτι ανοιχτό επειδή είναι καλοκαίρι και λες ναι, αλλά είναι στη φύση και μήπως να πάμε όλοι στην πόλη… Είναι δυνατόν;

Πιστεύεις ότι βοηθάει να τα μοιραζόμαστε και να τα συζητάμε;

Για πολλά χρόνια πίστευα ότι δεν έχει νόημα, αλλά είμαι σίγουρη ότι βοηθάει πια, γιατί είναι άλλο να τα σκέφτεσαι ακόμη κι αν ξέρεις ποια είναι η απάντηση στο μυαλό σου και κάνεις διάλογο και λες ναι, έτσι είναι τα πράγματα. Είναι πολύ διαφορετικό να τα συζητάς και γι’ αυτό υπάρχουν και οι σύμβουλοι ψυχικής υγείας και δεν πας για έναν καφέ με τους φίλους σου ή να αποσπάσεις την προσοχή σου με οποιονδήποτε αντιπερισπασμό για να ξεχαστείς.

 

Info

«Το Πήδημα» | Θέατρο Πόρτα

 

*Ευχαριστούμε το Okupa Athens (Ψαρομηλίγκου 9, Αθήνα 105 53) για τη φιλοξενία και τη διάθεση του χώρου του για τη φωτογράφιση.