«Η μνήμη έχει τη δύναμη της βαρύτητας.
Μας έλκει διαρκώς.
Όσοι έχουν μνήμη, ζουν την εύθραστη στιγμή του παρόντος.
Όσοι δεν έχουν, δεν ζουν πουθενά»
Patricio Guzmán, Νοσταλγώντας το φως
Πώς διατηρείται η μνήμη; Και ποια είναι η τιμή της λήθης; Τι ωθεί μια κοινωνία στην αμνησία; Και πώς καταγράφεται η Ιστορία; Πόσο φανταστική είναι η πραγματικότητα; Πόσο πραγματική η φαντασία; Οι μυθοπλασίες μας είναι αντανάκλαση του κόσμου ή ο κόσμος είναι ένας παραμορφωμένος καθρέφτης των μυθοπλασιών μας; Όταν ένα φεστιβάλ διερευνά τόσο επείγοντα ερωτήματα μέσα από υψηλής καλλιτεχνικής αξίας παραστάσεις και εκδηλώσεις, όταν δηλαδή ένα φεστιβάλ συνδέει τον πολιτικό στοχασμό και την ουμανιστική ευαισθησία με την αληθινή τέχνη, τότε δεν μπορεί παρά να είναι πολύτιμο.
.jpg)
Σκίτσο του Νταν Περζόφσκι στην πρόσοψη της Στέγης στο πλαίσιο του φεστιβάλ © Photo: Φωτεινή Χρίστη
Το «Transitions 2», φεστιβάλ της σύγχρονης ανεξάρτητης λατινοαμερικανικής σκηνής, που πραγματοποιήθηκε από τη Στέγη από 18 έως τις 30 Νοέμβρη 2014 με την καλλιτεχνική διεύθυνση της Κάτιας Αρφαρά, κατάφερε να αποτελέσει ένα «ανοιχτό παράθυρο» σε έναν κόσμο τόσο μακρυνό μας και ταυτόχρονα τόσο -επώδυνα- κοντινό μας. «Ενάντια στη λήθη», θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος του φεστιβάλ, που εστίασε σε αυτήν την μετάβαση κατά τη δεκαετία του ’80 από τα δικτατορικά καθεστώτα στις εύθραυστες δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής. Παραστάσεις θεάτρου αλλά και χορού, εκπαιδευτικά εργαστήρια με τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, συζητήσεις, και μια ιδιαίτερη έκθεση του Νταν Περζόφσκι μεταμόρφωσαν τη Στέγη σε έναν χώρο ζύμωσης και ανταλλαγής ιδεών. Διεθνώς διακεκριμένοι νέοι καλλιτέχνες από το Μπουένος Άιρες, το Σάο Πάολο, τη Μπογκοτά, το Σαντιάγκο παρουσίασαν για πρώτη φορά δουλειά τους στην Ελλάδα, καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στα χρόνια των ολοκληρωτικών καθεστώτων και της κρατικής τρομοκρατίας, που έζησαν κατά την εφηβεία και την ενηλικίωση την μετάβαση σε αυτές τις ιδιότυπες δημοκρατίες, και βρέθηκαν ακριβώς μετά αντιμέτωποι με την οδυνηρή οικονομική και πολιτική κρίση.
Η καλλιτεχνική αγωνία για τη διατήρηση της μνήμης, προσωπικής και συλλογικής, αλλά και για τη σύνθετη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας διαπερνούσε σαν αόρατο νήμα τις δημιουργίες που παρουσιάστηκαν στο φεστιβάλ. “Το παρελθόν είναι μια μυθοπλασία που αλλάζει κάθε φορά που το μετατρέπουμε σε ιστορία που την αφηγούμαστε σε άλλους” σημείωσε η Λόλα Αρίας, αυτή η εξαιρετικά σημαντική τραγουδοποιός, ποιήτρια και σκηνοθέτης από την Αργεντινή. Στη δυνατή παράσταση θεάτρου-ντοκουμέντο Η ζωή μου μετά έξι νέοι άνθρωποι, γεννημένοι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στην Αργεντινή επιχειρούν να ανασυνθέσουν τη ζωή των γονιών τους μέσα από αληθινές μαρτυρίες. Η Ιστορία εδώ γράφεται από τους αθέατους πρωταγωνιστές της, οι τραγικές “ανεπίσημες” ιστορίες αποτυπώνουν το συλλογικό τραύμα μιας ολόκληρης χώρας.
.jpg)
Φωτογραφία από «Το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο» του Μαριάνο Πενσότι
Η εισβολή της πραγματικότητας στη μυθοπλασία είναι σημείο αφετηρίας και για τον απίθανο αργεντίνο συγγραφέα και σκηνοθέτη Μαριάνο Πενσότι. «Όταν ο κόσμος διαδήλωνε στην Αργεντινή διεδικώντας τα κοινωνικά του δικαιώματα, αισθάνθηκα ότι αυτό που συνέβαινε στον δρόμο ήταν πολύ πιο δυνατό από αυτό που συνέβαινε στο θέατρο. Άρχισα τότε να δημιουργώ και site-specific περφόρμανς κυρίως επειδή ένιωσα την ασυγκράτητη ορμή να βγω στους δρόμους» ανέφερε ο χαρισματικός δημιουργός. Οι θεατρικές παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους, η επιρροή του από τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα τον Γκοντάρ και μια επίμονη ανησυχία σε επίπεδο θεματικής -η σύγκρουση μεταξύ παρουσίας και απουσίας- μπόλιασαν το έργο του και με έναν τρόπο συναντήθηκαν στην έξοχη παράσταση με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο σε κείμενο και σκηνοθεσία του ιδίου. “Είμαστε ό,τι αφηγούμαστε” λέει ο Πενσότι που εδώ αντλεί από αυτοβιογραφικά στοιχεία, εμπνέεται από αληθινές ζωές φίλων του, από φωτογραφίες που βρίσκει πεταμένες από εργαστήριο στη γειτονιά του και συνθέτει ένα έργο που ανήκει, ωστόσο, στο πεδίο της μυθοπλασίας. Η χειμαρρώδης λυρική γραφή του, που πλησιάζει περισσότερο την πεζογραφία παρά τη θεατρική φόρμα ξαφνιάζει με τη δύναμη και το χιούμορ της. Αληθινός storyteller, ο Πενσότι τολμά να μιλήσει για την πιο πρόσφατη ιστορία της Αργεντινής μέσα από μια επικής χροιάς αφήγηση της ζωής τεσσάρων ανθρώπων στο πέρασμα μιας δεκαετίας (1999-2009): ο Μάριο θα αφήσει το όνειρο για μια καριέρα κινηματογραφιστή, η Λόρα θα εγκαταλείψει την παραπαίουσα χώρα της με το όνειρο μιας μποέμικης ζωής στο Παρίσι, η Βίκυ θα ανακαλύψει πως ο πατέρας της έχει μια κρυφή οικογένεια και ο Πάμπλο θα βρεθεί να έχει στην κατοχή του ένα κομμένο χέρι… Τέσσερις έξοχοι ηθοποιοί που ερμηνεύουν με υποκριτική δεινότητα τα δεκάδες πρόσωπα που περνούν από τις ζωές των πρωταγωνιστών-θυμάτων της Ιστορίας, μια περιστροφική σκηνή σε διαρκή κίνηση-νύξη για τον χρόνο που κυλά, εκρήξεις χαρμολύπης, πνιχτές αυτοκτονίες, κι ένα κομμένο χέρι που λειτουργεί ως ανάμνηση των εκατοντάδων αγνοουμένων των δικτατοριών. «Ζούμε πατώντας σε χιλιάδες πτώματα, αλλά εγώ είμαι ζωντανός» λέει ο Πάμπλο, και λίγο πιο μετά παρατηρεί «Είμαστε το μείγμα αυτού που είμαστε και αυτού που θα μπορούσαμε να είμαστε» και στη φράση του αιωρείται το τέλος της ουτοπίας.
.jpg)
Φωτογραφία από τον «Κήπο» σε σκηνοθεσία Λεονάρντο Μορέιρα
Πραγματικές και επινοημένες αναμνήσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα και στον Κήπο, αυτήν την ελεγεία πάνω στη μνήμη του ταλαντούχου βραζιλιάνου συγγραφέα και σκηνοθέτη Λεονάρντο Μορέιρα και της ομάδας του Hiato, που κέρδισε δικαίως τις εντυπώσεις στο φεστιβάλ. Το έργο βασισμένο σε προσωπικά βιώματα του Μορέιρα και σε αληθινές ιστορίες των ηθοποιών του στήνει στην ουσία ένα παιχνίδι μνήμης για τον θεατή. Ταυτόχρονα, συνομιλεί υπογείως με έναν αδιανόητα ευρηματικό τρόπο με τον Τσέχοφ χωρίς να αποκλείει το μη εξοικειωμένο με το τσεχοφικό έργο κοινό. Τρεις σκηνές, τρεις διαφορετικοί χρόνοι, ένας χώρος: κουτιά χωρίζουν τη σκηνή στα τρία, κερκίδες σε «π» χωρίζουν το κοινό αντίστοιχα, οι τρεις σκηνές παίζονται ταυτόχρονα επί τρία. Μια παράσταση με μουσική στίξη που συντελείται ολόκληρη ταυτόχρονα μόνον στο μυαλό του δημιουργού της. 1938, ένα άτεκνο ζευγάρι παίρνει διαζύγιο. 1979, ο διαζευγμένος άντρας Τιάγκο που πάσχει πια από Αλσχάιμερ γιορτάζει με τις κόρες του τα γενέθλιά του. 2011, η εγγονή του Τιάγκο μαζί με την οικιακή βοηθό προσπαθεί να συμμαζέψει το εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι. Και ενώ τα αληθινά οικογενειακά κειμήλια είναι επί σκηνής, τα ονόματα των ρόλων είναι αυτά των ηθοποιών και ο απόηχος της ίδιας της ζωής του Μορέιρα, της απώλειας του πατέρα και της οικογενειακής εστίας-ξενοδοχείου -αυτή ήταν η οικογενειακή επιχείρηση που πτώχευσε-, είναι αισθητός, είναι βέβαιο ότι ο «Κήπος» αποκτά αυτόνομη οντότητα, τέτοια που αναλογεί σε ένα σημαντικότατο κείμενο. Η ιστορία, σπαραχτική, παρουσιάζεται θραυσματικά, όπως λειτουργεί και η μνήμη, και το κοινό επιχειρεί την ένωση των ψηφίδων. Η ενέργεια του «να θυμηθούμε» -σε αντιπαράθεση με το πρόταγμα «να ξεχάσουμε» που επιβλήθηκε άνωθεν κατά την μετάβαση στις δημοκρατίες στη Λατινική Αμερική και είχε ως συνέπεια την ατιμωρησία- μετατίθεται στον θεατή. «Στη Βραζιλία, έχουμε ρηχή μνήμη, δεν μιλάμε καθόλου για την ιστορία μας» δηλώνει ο Μορέιρα που ακολουθεί εσκεμμένα την αντίθετη πορεία στη δραματουργία του. Στον Kήπο η μνήμη και το παρελθόν συνθέτουν την ταυτότητα μιας οικογένειας και της περιπέτειάς της στο πέρας 80 χρόνων.
Μια περφόρμανς-αστική παρέμβαση με κεντρικό πυρήνα επίσης τη μνήμη, το Όσα είναι δίπλα μου του Αργεντινού σκηνοθέτη και εικαστικού Φερνάντο Ρούμπιο λάμβανε χώρα για πέντε μέρες σε έναν δημόσιο χώρο στο κέντρο της Αθήνας, τη στοά Ορφέως. Επτά κρεβάτια, επτά ηθοποιοί, επτά θεατές τη φορά. Η συνάντηση δύο αγνώστων (θεατή-ηθοποιού) σε ένα κρεβάτι, το κατεξοχήν προσωπικό άδυτο σε έναν δημόσιο χώρο μεγιστοποιούσε την αίσθηση της ιδιωτικότητας. Ο ήχος της πόλης που ακούγεται διαφορετικά όταν ξαπλώνεις σε ένα κρεβάτι δίπλα στον δρόμο, το βλέμμα σε μια παρηκμασμένη στοά, η αμηχανία της εγγύτητας και προπαντός η ανάδυση μιας παιδικής μνήμης καθιστούν την περφόρμανς ένα ψυχολογικό πείραμα με βιωματικά χαρακτηριστικά πρόσληψης άκρως προσωπικά.
Η θεματική της μνήμης συνάντησε αυτήν της αντίστασης στο Σχολείο του χιλιανού συγγραφέα και σκηνοθέτη Γκιγιέρμο Καλντερόν, μια παράσταση-μύηση στον ένοπλο επαναστατικό αγώνα, τις μεθόδους και τα μυστικά του μέσα από ένα έργο βασισμένο σε ντοκουμέντα και έναν καλλιτέχνη «τσακισμένο» από το καθεστώς του Πινοσέτ. Ενώ τη βεντάλια του θεατρικού μέρους του φεστιβάλ συμπλήρωσε η δουλειά του ραγδαία ανερχόμενου κολομβιανού συγγραφέα και σκηνοθέτη και Χόρχε Ούγκο Μαρίν και της ομάδας του «La Maltida Vanidad» με δύο παραστάσεις –Ο διανοούμενος συγγραφέας και Οι δράστες– που εστίασαν στις αιτίες που οδηγούν σε μία αυτοκτονία και μια δολοφονία αντίστοιχα: εξαιρετικές ερμηνείες, νατουραλιστική μορφή σε μια δραματουργία-ανατομία του θανάτου. H ποιητική του σώματος, η διερεύνηση της σεξουαλικότητας, η τελετουργία βρήκαν τη σκηνική τους υπόσταση στο LOOP3 του σημαντικού χιλιανού χορογράφου Χοσέ Βιδάλ και στο Πιντόραμα της καταξιωμένης χορογράφου Λία Ροντρίγκες από τη Βραζιλία. Οι δύο παραστάσεις χορού έμοιαζε να λειτουργούν ως μεταφορά για τους συλλογικούς αγώνες στις μέρες μας.
.jpg)
Φωτογραφία από το LOOP3 του χορογράφου Χοσέ Βιδάλ
Στη διαφωτιστική συζήτηση με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Μετάβαση προς ποια δημοκρατία;” ο διακεκριμένος ιστορικός Ολιβιέ Κομπανιόν υπογράμμισε ότι «υπάρχει μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική συνέχεια στην πρακτική της βίας από πλευράς του κράτους που μας επιτρέπει να βλέπουμε με σκεπτικισμό την κανονικότητα των δημοκρατιών της Λατινικής Αμερικής», μιλώντας για «ατελείς» δημοκρατίες και επισημαίνοντας το ανεκπλήρωτο αίτημα για απόδοση δικαιοσύνης στους υπεύθυνους των εγκλημάτων των δικτατοριών και την άρρηκτη σχέση ανάμεσα στην αυταρχική ιστορία των χωρών της Λατινικής Αμερικής και τη θεσμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο δοκιμάστηκε για πρώτη φορά στη Χιλή του Πινοσέτ και δεν αμφισβητήθηκε κατά τη μετάβαση στις δημοκρατίες τη δεκαετία του ’80.
Καθώς εξελισσόταν το φεστιβάλ όσο και μετά την ολοκλήρωσή του οι σκηνικές εικόνες, οι λέξεις των κειμένων αλλά και οι ειδήσεις για τους αγνοούμενους φοιτητές στο Μεξικό συνδέονταν στο μυαλό μου με ερεθίσματα από τον κινηματογράφο και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα: οι γυναίκες που αναζητούν τους νεκρούς τους στην έρημο Ατακάμα (Νοσταλγώντας το φως, Πατρίσιο Γκουσμάν), η φτώχεια ως «καλλιτεχνικό προϊόν» με αγοραστική δύναμη (Estrellas, Φεντερίκο Λεόν-Μάρκος Μαρτίνες), οι Σύριοι πρόσφυγες στο Σύνταγμα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων στην Αμυγδαλέζα, το ακροδεξιό απόστημα της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης, η βίαιη καταστολή της ελληνικής αστυνομίας, η ενδεικτική κίνηση μείωσης κατά 8% των κονδυλίων του υπουργείου πολιτισμού και η αντίστοιχη αύξηση κατά 8% των κονδυλίων του υπουργείου δημόσιας τάξης στον νέο προϋπολογισμό, οι αθόρυβες αυτοκτονίες, η εκπλήρωση του αιτήματος για εκπαιδευτική άδεια του Νίκου Ρωμανού, μόλις σήμερα, μόλις πριν λίγο, μετά από 31 μέρες απεργίας πείνας, που έφερε την κοινωνία στο όριο, ξεγυμνώνοντάς την ανελέητα. Πόσο απέχουμε αλήθεια από τις “ατελείς” όπως τις ονομάζουν οι ιστορικοί δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής; Και ως πού μπορούμε να φτάσουμε;
—
Info: Το φεστιβάλ της σύγχρονης ανεξάρτητης λατινοαμερικανικής σκηνής Transitions 2 πραγματοποιήθηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από τις 18 έως τις 30 Νοεμβρίου 2014
