«Για το άστρο της ανατολής κινήσαμε μικροί / Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει / Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί στο Κονακρί / Με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη»: στίχοι απ’ τον «Λύχνο του Αλαδδίνου», ποίημα που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Πούσι» του Νίκου Καββαδία, η οποία κυκλοφόρησε το 1947, ποίημα που μελοποιήθηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο και τραγουδήθηκε απ’ τους Αδελφούς Κατσιμίχα στη «Γραμμή των Οριζόντων», η οποία κυκλοφόρησε το 1991. Κάποιος νεαρότατος Έλληνας ναυτικός, ίσως και κυριολεκτικά και όχι μόνο μεταφορικά παιδί, μπαρκάρει είτε από οικονομική ανάγκη είτε από λαχτάρα για θάλασσα και ταξίδια είτε από συνδυασμό τους, φτάνει ως το Κονακρί, την πρωτεύουσα της Γουινέας που τότε ακόμη ήταν γαλλική αποικία, δεν θα φύγει ποτέ από εκεί, θα ταφεί στον χώμα του, μαζί του θα ταφούν οι συμβουλές της μάνας του να προσέχει. 

Ο Σουλεϋμάν Σανγκαρέ, γεννημένος στο τέλος του αιώνα, κάνει την αντίστροφη διαδρομή, απ’ το Κονακρί προς την Ευρώπη, απ’ την Αφρική προς το Παρίσι, την πρωτεύουσα του κράτους αποικία του οποίου ήταν κάποτε το δικό του. Θα ακολουθήσει παρόμοια διαδρομή με τον Σεϊντού και τον Μούσα του «Εγώ, Καπετάνιος», της περσινής ταινίας του Ματέο Γκαρόνε. Εκείνοι ξεκινούν το δικό τους ταξίδι απ’ την πρωτεύουσα της γειτονικής Σενεγάλης, το Ντακάρ. To Mάλι, η έρημος, οι φυλακές της Λιβύης, τα βασανιστήρια, η προσπάθεια των βασανιστών να πάρουν λεφτά από συγγενείς τους στην πατρίδα για να τους αφήσουν ελεύθερους, το λίαν επικίνδυνο ταξίδι μέσω θαλάσσης προς την Ιταλία: ο Σουλεϋμάν περιγράφει σκηνές που τις έχουμε δει στο «Εγώ, Καπετάνιος». Ιστορίες κοινές. Πραγματικότητα αδυσώπητη. Το «Παρίσι του Σουλεϋμάν» θα μπορούσε να είναι το σίκουελ του. Εκεί παρακολουθούσαμε τις πολλαπλές δοκιμασίες των Αφρικάνων μεταναστών μέχρι να φτάσουν στην πολυπόθητη Ευρώπη, εδώ τη συνέχιση των δοκιμασιών τους αφού έχουν φτάσει.

 

 

Ο Σουλεϋμάν έχει να δώσει τη συνέντευξή του για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου. Για να γίνει δεκτό το αίτημά του, πρέπει να αποδείξει ή έστω να ισχυριστεί εντελώς πειστικά, ότι από την πατρίδα του έφυγε επειδή διωκόταν, επειδή η ζωή του εκεί ήταν σε κίνδυνο για λόγους πολιτικούς, θρησκευτικούς, φυλετικούς κλπ. Αλλά, όπως οι ήρωες του «Εγώ, Καπετάνιος», έφυγε επειδή το επέλεξε, έφυγε ονειρευόμενος ένα καλύτερο μέλλον. Πρέπει να πει ψέματα λοιπόν. Να μιλήσει για την πολιτική κατάσταση στην πατρίδα του, την πολιτική ανωμαλία, την πολιτική αναταραχή. Αλλά δεν ξέρει τίποτα για την πολιτική, δεν ασχολείται με την πολιτική. Κάπως ειρωνικό, όχι; Υπάρχει άραγε πιο δομική πολιτική απόφαση απ’ το να αποφασίζεις να ρισκάρεις τη ζωή σου και να υποστείς ό,τι μπορεί να υποστεί άνθρωπος, προκειμένου να αναζητήσεις την τύχη σου σε ένα άλλο μέρος του κόσμου; Δεν ασχολείσαι με την πολιτική, αλλά εκείνη πάντα ασχολείται μαζί σου. Η πολιτική, η οικονομία, η τάξη στην οποία γεννήθηκες, η ιστορία, η γεωγραφία, το μέρος του κόσμου στο οποίο γεννήθηκες, όλα όσα σε ορίζουν. Αποφασίζεις να μην σε ορίζουν, αποφασίζεις να ζήσεις αλλιώς. Με τον κίνδυνο η Οδύσσεια του ταξιδιού προς την Ευρώπη και η Οδύσσεια της επιβίωσης στην Ευρώπη να αποδειχθούν μάταιες και να επιστρέψεις πίσω. 

Αλλά ας το πάμε και στο πιο συγκεκριμένο της πολιτικής. Αν ο Σουλεϋμάν πάρει πολιτικό άσυλο και αποκτήσει νόμιμα έγγραφα διαμονής και εργασίας. Αν ο Σουλεϋμάν κάπως τακτοποιηθεί. Τι θα θέλει στα επόμενα χρόνια; Σουλεϋμάν και Σεϊντού, σαν εκείνον, να μην χρειαστεί να ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους και να είναι πιο ανοικτοί οι ορίζοντες μετανάστευσης, ή μήπως θα πρωτοστατούσε προς ένα ακόμα μεγαλύτερο κλείσιμο και αυστηροποίηση,  λέγοντας όσοι ήρθαν ήρθαν, τις δικές μας θέσεις είναι που θα φάνε, δεν χωράμε όλοι; Ό,τι απ’ τα δύο κι αν θα πίστευε, πολιτική θέση θα ήταν, γιατί δεν γίνεται να μην ανήκεις ιδεολογικά κάπου. Ακόμα κι αν δεν ανήκεις συγκροτημένα, συνεκτικά και συνειδητά, πάντως η θέση που παίρνεις απέναντι σε τέτοιου είδους διλήμματα σε κατατάσσει από μόνη της κάπου. Από εκεί και πέρα βέβαια, το σε τι βαθμό η πολιτική θέση και η πολιτική δράση του καθενός μπορούν να επηρεάσουν και να αλλάξουν τα πράγματα, παραμένει το πιο πολιτικό όλων των ερωτημάτων. 

 

 

48 ώρες στη ζωή του. Οι δυο τελευταίες ημέρες πριν τη συνέντευξή του για το άσυλο. Ο Σουλεϋμάν είναι όλη μέρα σε ένα ποδήλατο δουλεύοντας ντελίβερι. Απορρυθμισμένη και «ευέλικτη» αγορά εργασίας, όχι σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, χαλαρότατη προστασία εργαζομένων που δεν θεωρούνται καν εργαζόμενοι, συμβόλαια «συνεργατών» που μπορούν να διακοπούν ανά πάση ώρα. Εφαρμογές απ’ το κινητό σου. Κωδικοί επιβεβαίωσης. Με ένα κινητό μπορώ να κάνω τα πάντα. Κι η τεχνολογία της κάθε εποχής διαμορφώνει συνθήκες και μας ορίζει εξίσου.  Όσο ακόμα εκκρεμεί η αίτηση ασύλου του, δεν έχει δικαίωμα να εργάζεται. Νοικιάζει το συμβόλαιο από έναν Καμερουνέζο που έχει άδεια διαμονής και εργασίας. Κάνει τις παραδόσεις στο όνομά του. Εκείνος κάθεται και παίρνει σεβαστό ποσοστό της αμοιβής του. Πολλαπλά ψεύτης ο Σουλεϋμάν, πολλαπλά παράνομος, άνθρωπος λαθραίος. Ένα καθεστώς που βολεύει τελικά τους πάντες, γιατί τα πράγματα πρέπει τελικά να λειτουργήσουν. Το Παρίσι πρέπει να τραφεί με το μικρότερο δυνατό κόστος· οικονομικό, περιβαλλοντικό, κυκλοφοριακό. Το τρέφουν μετανάστες, νόμιμοι ή μη, με ποδήλατα που τρέχουν σφαίρα. 

 

 

Υπάρχουν δυο τρόποι να δει κανείς το τρέξιμο, το αλάφιασμα, το εντός εισαγωγικών ξύλο που τρώει καθημερινά ο Σουλεϋμάν. Είτε ως ίδιον και απότοκο της δικής του φάσης, της δικής του κατάστασης εξαίρεσης, είτε ως κανόνα και κάτι γενικότερο. Αυτό το να σκίζεσαι και να μην παίρνεις ανάσα είναι μόνο δικό του γνώρισμα; Ντόπιοι ντελιβεράδες δεν σκίζονται; Υπάλληλοι; Ελεύθεροι επαγγελματίες; Μα δεν είναι ύβρις μια τέτοια σύγκριση; Κοιμούνται αυτοί σε δομές αστέγων; Κινδυνεύουν να απελαθούν; Όχι. Όταν όμως σκίζεσαι για να τα βγάλεις πέρα, όταν δεν ξέρεις αν θα έχεις για νοίκι, έχουμε άραγε να κάνουμε με έναν τρόπο ζωής τόσο ριζικά διαφορετικό; Ίσως και είναι και δεν είναι ύβρις να συγκρίνεις καταστάσεις. Κάπως και τα δύο μαζί ταυτόχρονα: απ’ τη μια οφείλεις να αναγνωρίσεις ότι εσύ και ο Σουλεϋμάν δεν θα μπορούσατε να έχετε ζήσει πιο διαφορετικές ζωές, απ’ την άλλη οφείλεις να αναρωτηθείς πόσο τελικά διαφορετικές είναι οι ζωές σας.

Η αγριότητα που αποτυπώνεται στο «Παρίσι του Σουλεϊμάν» είναι μια αρκετά ευγενική αγριότητα, είναι μια αρκετά εσωτερικευμένη και νομιμοποιημένη αγριότητα, δεν είναι η ρατσιστική ή αντιμεταναστευτική αγριότητα, δεν είναι η αγριότητα φασιστών, είναι η εγγενής αγριότητα ενός οικονομικού συστήματος, είναι η αγριότητα των ξέφρενων ρυθμών επιβίωσης, είναι το ο καθένας για τον εαυτό του και τα συμφέροντά του, όποιος μπορεί να τα βγάλει πέρα τα έβγαλε, οι υπόλοιποι έπαιξαν και έχασαν. Είναι, να το πούμε κι έτσι, μια αγριότητα που πολιτικά μπορεί να μοιάζει και ειδυλλιακή σε λίγα χρόνια, όχι μόνο για τους Σουλεϋμάν αυτού του κόσμου, αλλά πάντως ξεκινώντας απ’ αυτούς.

 

 

Ο Μπορίς Λοζκίν κινηματογραφεί τον Σουλεϋμάν να τρέχει με το ποδήλατό του, δίπλα ακούμε τους ήχους αυτοκινήτων που δεν βλέπουμε, υπάρχει ένας αόρατος κίνδυνος που ελλοχεύει παντού, που τον αισθάνεσαι, που αισθάνεσαι ότι εδώ ανά πάσα στιγμή όλα παίζονται κορώνα – γράμματα, αλλά η δουλειά πρέπει να γίνει το γρηγορότερο δυνατό. Η μεγαλύτερη αξία της ταινίας του είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε απλά με την κινηματογράφηση μιας ιδέας ή έστω μιας ιστορίας που είχε στο μυαλό του. Προφανώς και τα πάντα ξεκινούν από μια ιδέα, αλλά όλο αυτό που τελικά βλέπουμε, είτε ο Σουλεϋμάν βρίσκεται στη σέλα του ποδηλάτου του είτε όχι, δεν είναι θεωρητικές προβολές, είναι η μεταφορά από το πεδίο των ιδεών στο πεδίο της πραγματικότητας, είναι αποτέλεσμα ψαξίματος, έρευνας και διάθεσης λεπτομερούς αποτύπωσής τους, είναι γεμάτο από τη λεπτομέρεια της αλήθειας, γεμάτο από την πρακτικότητα της καθημερινότητας.

Ίσως κι επειδή λόγω της επικαιρότητας των ημερών το μυαλό πηγαίνει εκεί, «Το Παρίσι του Σουλεϋμάν» δείχνει μια πραγματικότητα σαν αυτή που ως ένα βαθμό μεταφέρει με τη ραπ του ο ΛΕΞ. Έχει αυτό το vibe, το ρέον, το πραγματικό, το μη διεκτραγωδημένο αλλά και μη εξωραϊσμένο, το κολύμπι σε έναν παγκοσμιοποιημένο και σε διαρκή κινητικότητα νεοφιλελευθερισμό του 21ου αιώνα. Δεν είναι ο κόσμος του Ντίκενς, δεν είναι μάλλον καν ο κόσμος του Κεν Λόουτς. Ο μη επαγγελματίας ηθοποιός Αμπού Σανγκαρέ ερμηνεύει τον Σουλεϋμάν Σανγκαρέ, κερδίζει διάφορα βραβεία απ’ τις Κάννες ως τα Σεζάρ, κερδίζει την για λίγο καιρό ακόμα παράταση της νόμιμης παραμονής του στη Γαλλία, ίσως τελικά καταφέρει να μην απελαθεί, η ιστορία του Σουλεϋμάν μόνο ξένη δεν του είναι, την ερμηνεία του παρόλα αυτά μόνο αμελητέα δεν μπορείς να την πεις.     

Και τι θα γίνει τελικά αν ο Σουλεϋμάν πει την πραγματική του ιστορία; Πόση νομική αξία έχει η αλήθειά του; Είναι λυτρωτικό να λες την αλήθεια; Σου εξασφαλίζει έστω ένα ενδεχόμενο ευόδωσης του αιτήματός σου, ή, αντιθέτως, σου καταρρίπτει κάθε ενδεχόμενο; Μήπως η πραγματική σου ιστορία λειτουργεί ως άλλοθι για να γουστάρουν οι πιο ευνοημένοι θεατές, εκείνοι που βλέποντάς σε τολμούν να συγκρίνουν το τρέξιμό σου με το δικό τους; Πώς λειτουργεί ο κόσμος και πώς λειτουργούν οι ιστορίες; Στον κόσμο τον αληθινό τι συμβαίνει αν πεις την αληθινή σου ιστορία; Ποιο είναι το σημείο τομής ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στα αλήθεια ο κόσμος και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν στα αλήθεια οι ιστορίες: Μήπως τελικά κάθε ιστορία και κάθε αναπαράσταση είναι και μια παρηγοριά, κάθε ιστορία και κάθε αναπαράσταση, ακόμα και η πιο πολιτική ακόμα και η πιο αφυπνιστική, δεν είναι παρά μια δραπέτευση απ’ την πραγματικότητα;