Στο κείμενο για την προηγούμενη ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή, τον «Aπόστρατο» καταλήγαμε λέγοντας: «Δώστε μια ευκαιρία στον “Απόστρατο”. Δεν θα ξανανακαλύψετε τον κόσμο απ’ την αρχή μαζί του, δεν θα βιώσετε μια ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία, δεν θα σας προκαλέσει ηδονικούς σπασμούς, δεν θα είναι η καλύτερη ταινία που είδατε ποτέ στη ζωή σας, ωστόσο μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι δεν πηγαίνετε σινεμά μόνο όταν έχετε τέτοιες προσδοκίες. Μην πάτε λοιπόν να τη δείτε συγκαταβατικά και χαριστικά επειδή είναι ελληνική και, εντάξει, ας χαμηλώσετε κάπως τον πήχη των προσδοκιών σας· λάθος θα ήταν μάλλον. Αλλά μην ανεβάζετε και τον πήχη των προσδοκιών σας στον Θεό, προκειμένου να πειστείτε να πάτε να δείτε μια ελληνική ταινία· λάθος είναι σίγουρα. Με άλλα λόγια, όπως εσείς δεν χρωστάτε τίποτα να πληρώσετε λεφτά, να κανονίσετε μια έξοδο και να περάσετε δυο ώρες απ΄τη ζωή σας, βλέποντας μια ταινία που δεν θα βλέπατε αλλιώς, μόνο και μόνο επειδή είναι ελληνική, έτσι και οι ελληνικές ταινίες δεν χρωστάνε τίποτα να εισπράττουν γυρισμένες πλάτες και αδιαφορία από το κοινό, όχι επειδή έχουν κάνει κάποιο άλλο λάθος, αλλά μόνο και μόνο επειδή είναι ελληνικές».
Βέβαια το ημερολόγιο έδειχνε τέλη Φεβρουαρίου του 2020, λίγο μετά έκλεισαν τα πάντα λόγω κόβιντ, και με την ελπίδα ότι δεν θα προκύψει κάποια νέα μεγάλη καταστροφή τώρα κοντά, όσα λέγαμε για τον «Απόστρατο» εξακολουθούν να ισχύουν και για το «Καλοκαίρι της Κάρμεν». Με μια αρκετά σημαντική διαφορά πάντως: ο «Απόστρατος» ήταν πολύ πιο συμβατικός, ο «Απόστρατος» αν είναι μια ταινία που σου αρέσει (όπως εμένα) την θυμάσαι και σου μένει, ειδάλλως μπορεί και κάπου να την ξεχάσεις. «Το Καλοκαίρι της Κάρμεν» όμως ακόμα κι αν δεν σου αρέσει είναι πολύ πιο δύσκολο να το ξεχάσεις, αν μη τι άλλο για το πόσο αντισυμβατικά τολμηρό είναι στο να δείχνει τόσο πολύ ανδρικό γυμνό αλλά και σκηνές γκέι σεξ.
Όσο μετρημένος, καθώς πρέπει και κρυπτικός ήταν ο «Απόστρατος», σε αντιστοιχία με την εποχή την οποία περιέγραφε (και δεν αναφέρομαι στην εποχή που διαδραματιζόταν, αλλά στο παρελθόν των προηγούμενων δεκαετιών που εξερευνά ο βασικός ήρωας), στο «Καλοκαίρι της Κάρμεν» συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, ο Μαυροειδής έχει αλλάξει στον τομέα αυτό μαζί με την εποχή εντελώς και πίστα, όντας (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της ίδιας της ταινίας) κουίρ, φαν και σέξι: ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, υπό τον αθηναϊκόν ήλιον και τα Λιμανάκια της Βάρκιζας. Και βασικά το «Καλοκαίρι της Κάρμεν» δεν είναι καν αντίστοιχο στην ελευθερία της απεικόνισής του με την εποχή του, είναι μάλλον ένα τολμηρό βήμα πιο μπροστά της (εκτός βέβαια κι αν δεχόμασταν ότι έχει φτιαχτεί με πρόθεση να έχει στοχοπροσηλωμένη απήχηση και όχι απεύθυνση προς το πλατύ κοινό, κάτι όμως που δεν προκύπτει καθόλου από την ίδια την ταινία).
Γιατί ακριβώς αυτό για το οποίο αν δει κανείς την ταινία θα τη θυμάται ούτως ή άλλως, αυτό που για κάποιους μπορεί να αποτελεί δέλεαρ και για κάποιους άλλους αποτρεπτικό παράγοντα, αυτό που προφανώς και είναι σημαντικότατο κομμάτι της ταυτότητάς της, δεν είναι πάντως σε καμία περίπτωση όλη της η ταυτότητα, δεν καθιστά τα υπόλοιπα κομμάτια της ταυτότητάς της δευτερεύοντα ή συμπληρωματικά. Είναι η «όψις» της, όχι τα πάντα της. Το «Καλοκαίρι της Κάρμεν» μπορεί να είναι μια άσκηση και δήλωση ελευθερίας, αλλά δεν πάει να βρει μια ιστορία για να τη χρησιμοποιήσει σαν πρόσχημα, έχει μια ιστορία πάνω στην οποία πατάει γερά και χτίζει.
Ο Δημοσθένης είναι ο ήρωας, ο Νικήτας είναι ο φίλος του, ο Πάνος ο γκόμενος με τον οποίο μόλις χώρισαν μετά από τέσσερα χρόνια σχέσης, η Κάρμεν το σκυλί που παίρνει ο Πάνος μετά τον χωρισμό τους κι ο Θύμιος ο φακ μπάντι που βρίσκει ο Δημοσθένης μετά τον χωρισμό τους, η μάνα του Δημοσθένη είναι η μάνα του, ο πατέρας του είναι ο πατέρας του (και ταυτόχρονα μια σκιά, μια φωνή, ένα εν ζωή φάντασμα, μια απουσία).
Όλα περιστρέφονται γύρω από τον Δημοσθένη λοιπόν; Και ναι και όχι. Παράλληλα με τον Δημοσθένη υπάρχει ένας εξίσου βασικός ήρωας, αν μη τι άλλο απρόσμενος και ασυνήθιστος, ένας ακόμη παράγοντας γύρω από τον οποίο δεν περιστρέφονται τα πάντα, αλλά μέσα στον οποίο ενσωματώνονται τα πάντα, αφού πρώτα συνδιαλλαγούν μαζί του: αυτοτελής ήρωας που ξεγυμνώνεται κι αυτός από τα ρούχα του είναι το κινηματογραφικό σενάριο κι οι γραμμένοι σε πέτρινες πλάκες κανόνες του.
O Δημοσθένης κι ο Νικήτας προσπάθησαν μία φορά, δυο καλοκαίρια πριν, σε αυτό που ονομάζουν καλοκαίρι της Κάρμεν, να φτιάξουν σενάριο ταινίας μεγάλου μήκους διασκευάζοντας ένα παλιότερο ημιερασιτεχνικό θεατρικό τους έργο με τίτλο «Αδερφές», προσπαθούν ξανά τώρα, ολημερίς, μια καλοκαιρινή ημέρα στα βραχάκια παραλίας, να φτιάξουν ένα σχεδιάγραμμα σεναρίου ταινίας μεγάλου μήκους πάνω στο καλοκαίρι της Κάρμεν και σε όλα όσα τους συνέβαιναν τότε, προκειμένου ο Νικήτας να το δείξει σε έναν παραγωγό με γαλλικό όνομα που έχει εκδηλώσει ένα γενικό ενδιαφέρον.
Κι εμείς τους παρακολουθούμε να προσπαθούν, παρακολουθούμε όσα συνέβησαν εκείνο το καλοκαίρι, καθώς τα ανακαλούν στη μνήμη τους με τον τρόπο που τα θυμάται ο καθένας, επιχειρώντας να τα κολλήσουν στο σχεδιάγραμμα του σεναρίου τους, ενώ ταυτόχρονα, από την πρώτη στιγμή βλέπουμε να περνάνε μπροστά στα μάτια μας κάρτες με τους ιερούς κανόνες συγγραφής των κινηματογραφικών σεναρίων. Κι όσο εξελίσσεται η πλοκή, οι ήρωες αναρωτιούνται σε ποιο σημείο της εξέλιξής της βρισκόμαστε, αν όσα θυμήθηκαν ανταποκρίνονται στον έναν ή τον άλλο ιερό κανόνα. Κι όσο εξελίσσεται η πλοκή, η ταινία σχολιάζει τον ίδιο της τον εαυτό. Μόνο μπράβο για το εύρημα, αλλά και μόνο μπράβο για την ικανοποιητικότατη υλοποίησή του.
Και κάπως έτσι «Το Καλοκαίρι της Κάρμεν» είναι μια ταινία και για τους ανθρώπους της, αλλά και για τη συγγραφή ενός σεναρίου, τα προβλήματά του, τη φύση του. Και ο Ζαχαρίας Μαυροειδής μαζί με τον συν-σεναριογράφο του Ξενοφώντα Χαλάτση σχολιάζοντας και ακολουθώντας τους κανόνες των σεναρίων (και όχι μόνο του σεναρίου, αλλά και της παραγωγής, της τυποποίησης που απαιτείται για να πουληθεί στους παραγωγούς ένα πρότζεκτ, του τρόπου που γυρίζεται μια low budget ταινία), ταυτόχρονα τους τρολάρουν, τους αμφισβητούν, τους αποδομούν, κάθονται και συζητούν μαζί τους φωναχτά και μπροστά στα μάτια μας.
Μετά από τέσσερα χρόνια σχέσης, ο Δημοσθένης έχει πολλά παράπονα από τον Πάνο. Κι επειδή το σκέφτηκε πολύ, κατέληξε ότι η πηγή του προβλήματος δεν είναι ότι δεν κάνουν πια σεξ, αλλά ότι έχει κοπεί η μεταξύ τους επικοινωνία. Ο Πάνος απ’ την άλλη πιστεύει ότι ποτέ τα προβλήματα δεν λύνονται στα αλήθεια με τη συζήτηση, ότι εμείς είμαστε τα προβλήματά μας κι ότι εμείς δεν λυνόμαστε. Άρα τι λέει τελικά ο Πάνος, τι θέλει τελικά ο Πάνος; «Δημοσθένη, εγώ δεν θα σου πω ποτέ να χωρίσουμε». Του το λέει ο Δημοσθένης λοιπόν. Και νομίζει δηλαδή ότι του το είπε όντως εκείνος. Και λέει συνεχώς ότι ο ίδιος ήταν που τον χώρισε.
Αλλάζουν οι άνθρωποι; Αλλάζουν διαφορετικά στις ταινίες απ΄ό,τι στη ζωή; Και πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι όντως άλλαξαν; Πώς μπορούμε να ξέρουμε τι γίνεται όταν τελειώνει μια ταινία; Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι οι αλλαγές του κινηματογραφικού ήρωα είναι αυθεντικές και δεν έπεισε απλά τον εαυτό του και μαζί και τους θεατές; Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι θα είναι μόνιμες; Ποιες προτεραιότητες βάζει στη ζωή του ο Δημοσθένης; Αντέχει ο Δημοσθένης να είναι μόνος του ή δεν την παλεύει χωρίς σχέση; Θα έπρεπε ντε και καλά να αντέχει να είναι μόνος του κι είναι κακό που προτιμά να είναι σε σχέση, αν κι εφόσον η σχέση είναι με καλούς όρους;
Μπορεί το σενάριο να είναι το πολύ μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα του «Καλοκαιριού της Κάρμεν», αλλά και στις επιμέρους τεχνικές κατηγορίες είναι πολύ φροντισμένο (με καλύτερες όλων κατά τη γνώμη μου τη φωτογραφία και τα σκηνικά), ενώ και όλοι οι ηθοποιοί, με επικεφαλής τον Γιώργο Τσιαντούλα, είναι πολύ συντονισμένοι στον τόνο που θέλει να δώσει ο Μαυροειδής. Θα γκρινιάξω μόνο για κάτι εντελώς δευτερεύον, αλλά ο καθένας και τα σκαλώματά του, κι εγώ σκάλωσα με τις τόσες σκάλες: στους εξωτερικούς χώρους δεν χρειαζόταν να ανεβοκατεβαίνουν συνέχεια σκαλοπάτια οι ήρωες, δηλαδή δεν ξέρω αν γίνεται για λόγους συμβολικούς, ή χιουμοριστικούς, ή απλά μένουν όλοι στην περιοχή, πάντως υπερβολικά πολύ σκαλοπάτι. Σε αντιδιαστολή, λίγες σκηνές με θέα τον ακάλυπτο ή ακόμα και μια ταράτσα δίνουν μια αρκετά αληθινότερη εικόνα της Αθήνας.
Θέλω να κάνω ξεχωριστή μνεία σε μια σκηνή: ένας χαρακτήρας μαθαίνει κάτι πολύ δυσάρεστο, το πλάνο ανοίγει και βλέπουμε πάνω από το κεφάλι του, σε μια γωνιά στο ταβάνι, ένα κατάμαυρο σημείο, που το έχει φάει η υγρασία. Είναι σαν να έχουμε μεταφερθεί ξαφνικά σε μια άλλη ταινία και αυτή η μαυρίλα είναι η υπαρξιακή μαύρη τρύπα που θα μας καταπιεί όλους. Αλλά ακριβώς επειδή ο Μαυροειδής θέλει να παραμείνουμε στην ίδια ταινία, όσο αξιοθαύμαστη κι αν είναι η συγκεκριμένη εικόνα, εξίσου αξιέπαινη είναι η σκηνοθετική του απόφαση να μην απομακρυνθεί από το γενικότερο κλίμα της αφήγησης, να μην βαρύνει αιφινδιαστικά και εκβιαστικά την ατμόσφαιρα, να μείνει συνεπής δραματουργικά και αισθητικά σε όσα έχουν προηγηθεί και όσα θα ακολουθήσουν, με αποτέλεσμα να δείξει τη μαύρη τρύπα πάνω απ’ το κεφάλι διακριτικά και για λίγο.
Οι διάλογοι σε όλη την ταινία είναι απολαυστικοί (απ΄το μπεστ σέλερ δοκίμιο για τον Πλάτωνα, μέχρι τις «Συκιές» του ιρανικού σινεμά και τον καμεραμάν της ΕΡΤ στην ανακοίνωση του Μνημονίου), αλλά αναμφίβολα την παράσταση κλέβει η εξής αριστουργηματική στιχομυθία του Δημοσθένη με τη μητέρα του:
«-Έχεις παράπονο; Τόσες θυσίες έχουμε κάνει για να σε μεγαλώσουμε.
-Τι θυσίες, μαμά;
-Ε, τρόπος του λέγειν.
-Χαίρεσαι που είμαι γιος σου ή ντρέπεσαι;
-Αλίμονο τώρα, ποια μάνα δεν έχει νιώσει ντροπή για το παιδί της;»,
Η ίδια μάνα λέει διαρκώς στον Δημοσθένη, όταν δεν της αρέσουν οι αποφάσεις του, «Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις». Με την ίδια χειριστική παθητικοεπιθετικότητα θα αλλάξω κι εγώ τροπάρι και ανακαλώντας εν μέρει την προτροπή μου στην αρχή του κειμένου, δεν θα πω να πάτε να δείτε το «Καλοκαίρι της Κάρμεν», θα πω κάντε ό,τι καταλαβαίνετε. Με έναν τρόπο άλλωστε, όλοι μας ό,τι καταλαβαίνουμε κάνουμε.




