Για τρίτη φορά την τελευταία τετραετία, το ελculture βρέθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι. To 59o Φεστιβάλ διεξήχθη από τις 4 ως τις 12 Ιουλίου του 2025 και σημαδεύτηκε -τουλάχιστον για τους ανθρώπους του- από τον θάνατο του ιστορικού διευθυντή του Γίρι Μπάρτοσκα, δυο μόλις μήνες πριν την έναρξή του. Ο Μπάρτοσκα, ηθοποιός στο επάγγελμα και φίλος του Βάτσλαβ Χάβελ (πρώτου προέδρου της Τσεχίας μετά το τέλος των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και τον χωρισμό της Τσεχοσλοβακίας σε δύο ανεξάρτητα κράτη), συντέλεσε καθοριστικά τόσο στη διάσωση του Φεστιβάλ, του οποίου τότε η τύχη είχε κινδυνέψει, όσο και στην μετέπειτα νέα άνθησή του, και ήταν ο διευθυντής του από το 1995 και για τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Χαρακτηριστικές φωτογραφίες του Μπάρτοσκα από διάφορες τελετές βρίσκονταν σε περίοπτες θέσεις στους περιβάλλοντες χώρους του Φεστιβάλ.

Κάθε χρόνο το Φεστιβάλ καλεί διεθνείς σταρ απονέμoντάς τους τιμητικά βραβεία. Φέτος ήταν η σειρά της Βίκι Κριπς, της Ντακότα Τζόνσον, του Πίτερ Σάρσγκααρντ, αλλά και του Μάικ Ντάγκλας (του τελευταίου και με αφορμή τα πενηντάχρονα της μυθικής «Φωλιάς του Κούκου» του -Τσέχου- Μίλος Φόρμαν, στην οποία ο Ντάγκλας, ήταν ο παραγωγός). Ο ογδοντάχρονος Ντάγκλας είπε ότι δούλεψε σκληρά επί εξήντα χρόνια, ότι τώρα πια είναι καιρός να ξεκουραστεί και να παρακολουθεί τη σύζυγό του Κάθριν Ζέτα – Τζόουνς στους διάφορους ρόλους της, κι ότι δεν δηλώνει ακριβώς πως αποσύρεται, για το ενδεχόμενο που θα του έρθει μια πρόταση η οποία θα του φανεί τόσο ελκυστική, ώστε να θεωρήσει πως αξίζει τον κόπο να ξαναπαίξει.

Vicky Krieps
Dakota Johnson
Peter Sarsgaard
Michael Douglas

Όλοι αυτοί ήταν καλεσμένοι το πρώτο τριήμερο του Φεστιβάλ και δεν είχαμε την ευκαιρία να τους ακούσουμε από κοντά, σε αντίθεση με τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ, o οποίος έδωσε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Σκοτ Φάινμπεργκ του Hollywood Reporter, δεχόμενος λίγες ερωτήσεις στο τέλος και από άλλους εκπροσώπους του Τύπου. Πρόκειται για συνέντευξη που έκανε αίσθηση και έδωσε υλικό για συζητήσεις και πηχιαίους τίτλους παγκοσμίως, καθώς, ούτε λίγο ούτε πολύ, όταν ο Σκάρσγκαρντ ρωτήθηκε για τον συμπατριώτη του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και τη μοναδική φορά που συνεργάστηκε μαζί του, απάντησε κάθε άλλο παρά διπλωματικά. Ούτε λίγο ούτε πολύ, τον χαρακτήρισε “asshole”. Oύτε λίγο ούτε πολύ, είπε πως στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ναζί. Ούτε λίγο ούτε πολύ, είπε πως ήταν ο μόνος άνθρωπος που ξέρει πως έκλαψε όταν πέθανε ο Χίτλερ. Ούτε λίγο ούτε πολύ, είπε ότι το τελευταίο θα μπορούσε ίσως να το καταλάβει, δεδομένου το ότι ο Μπέργκμαν ήταν ακόμη σχετικά νεαρός, αφελής και ότι οι απόψεις που σχηματίζουμε εξαρτώνται πολλές φορές από το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε, αλλά και από τη ροή πληροφοριών η οποία φτάνει σε μας και μας διαμορφώνει. Ούτε λίγο ούτε πολύ, είπε ότι ακόμη χειρότερο βρίσκει πως ο ίδιος ήταν “not a nice guy”, χειραγωγούσε τους ανθρώπους, δεν ήταν έντιμος απέναντί τους, τους κοιτούσε περίεργα και απαξιωτικά. Παρόλα αυτά έκανε τη διάκριση μεταξύ τέχνης και ανθρώπου – κι ο Καραβάτζιο ήταν μάλλον “asshole” είπε, αλλά μπορούμε και θαυμάζουμε τους πίνακές του.

Actor Stellan Skarsgard – Crystal Globe – Outstanding Artistic Contribution

Αντίθετα υπερασπίστηκε με θέρμη έναν άλλο μεγάλο Σκανδιναβό σκηνοθέτη που είχε κατηγορηθεί ως ναζί, τον Λαρς Φον Τρίερ, με τον οποίο έχουν άλλωστε συνεργαστεί επανειλημμένα στη διάρκεια των ετών. Εξήγησε αναλυτικά πώς ο Τρίερ είχε απλώς κάνει ένα κακό αστείο στη συνέντευξη Τύπου για το “Melancolia” στο Φεστιβάλ των Καννών του 2011 και συνέχισε επισημαίνοντας δηκτικά ότι οι Αμερικάνοι πρέπει να μάθουν επιτέλους να μην παίρνουν τα πάντα κυριολεκτικά. Εννοείται ότι ρωτήθηκε και για την πρώτη ταινία που έκαναν μαζί, το «Δαμάζοντας τα Κύματα» και απάντησε ότι εκείνο που κυρίως τον κέρδισε όταν πρωτοδιάβασε το σενάριο, είναι ότι επρόκειτο για ένα σενάριο που μιλούσε για την ουσία της αγάπης και την καθαρότητα της. Είναι μια ταινία που κι εγώ όπως άπειροι άλλοι αγαπάμε πάρα πολύ και τη βρίσκουμε συνταρακτική, ήθελα όμως να τον ρωτήσω πώς ακριβώς την εννοεί την καθαρότητα, όταν η ταινία είναι μεγάλη ακριβώς και επειδή τίποτα μέσα της δεν το λες κι ακριβώς καθαρό (αφού συνυπάρχει σε όλο αυτό που συμβαίνει τόση διαστροφή κι αφού πρόκειται για μια ταινία που το διαστροφικό συναντά το υπερβατικό, η ψυχική ασθένεια την καλοσύνη και η θυσία το θαύμα). Σήκωσα το χέρι, ο χρόνος για τις ερωτήσεις ήταν λιγοστός, δεν πρόλαβα, κι έτσι κύρια viral είδηση παρέμεινε ο Μπέργκμαν και το κλάμα του για τον Χίτλερ.

Ο Σκάρσγκαρντ πρωταγωνιστεί στo “Sentimental Value”, στην καινούρια ταινία του άλλου Τρίερ, του Νορβηγού Γιόακιμ, που μας είχε δώσει τον «Χειρότερο Άνθρωπο του Κόσμου», σε μια ερμηνεία που λέγεται ότι μπορεί να είναι η καλύτερη της ως τώρα καριέρας του και ο Φάινμπεργκ προέβλεψε πως τους επόμενους μήνες, στην σεζόν των βραβείων, ο Σκάρσγκαρντ θα είναι διαρκώς παρών. Καθόλη τη διάρκεια της συνέντευξης ο Σκάρσγκαρτ επανερχόταν στη σημασία που έχουν για τον κινηματογραφικό ηθοποιό το βλέμμα, τα μάτια, το πρόσωπο, τα οποία αποτελούν τα βασικά του εργαλεία, αλλά και τη σημασία που έχει το πώς αυτά φωτίζονται από τους σκηνοθέτες και τους διευθυντές φωτογραφίας (λέγοντας μάλιστα πως κανείς δεν το έκανε καλύτερα από τον Σβεν Νίκβιστ). Όσο για τον ίδιο, η φορά που πρωτοκατάλαβε τι σημαίνει ηθοποιός και πόσο μαγικό πράγμα είναι, ήταν στα 11 του, όταν ο πατέρας του τον έβαλε να δει «Τα Παιδιά του Παραδείσου» του Μαρσέλ Καρνέ. Σε μια σκηνή ο πρωταγωνιστής, που είναι ένας μίμος, ενώ δίνει παράσταση και έχει ένα πρόσωπο χαμογελαστό, πιάνει με την άκρη του ματιού του την γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος να είναι μαζί με έναν άλλο άντρα. Κι εκεί υπάρχει ένα ράγισμα στο πρόσωπό του και το βλέμμα του, εκεί κάτι σπάει. Κι ίσως κατάγεται ως ηθοποιός κι ο ίδιος από το συγκεκριμένο ράγισμα.

Actor Stellan Skarsgard – Crystal Globe – Outstanding Artistic Contribution

Αξίζει όμως να πούμε δυο λόγια και για λίγες ταινίες που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε.

Το βραβευμένο στις Κάννες γερμανικό “Sound of Falling” της Μάσα Σιλίνσκι είναι μια πολύ μεγάλη ευρωπαϊκή ταινία, ένα instant classic, μια ταινία που ήρθε για να μείνει και να χαραχτεί στις μνήμες, είναι η απόδειξη ότι τίποτα και κανείς δεν εμποδίζει να γυρίζονται αριστουργήματα και στις μέρες μας. Ο ίδιος τόπος, διαφορετικές οικογένειες που βρίσκονται εκεί σε διάρκεια ενός αιώνα, αρκετά ακατάτακτο έργο, έργο -κι ελπίζω να μην λειτουργώ με στερεότυπα- γυναικείας ματιάς, ευαισθησίας, βάθους και ψυχοσύνθεσης, ανυπομονώ να έρθει τους επόμενους μήνες στην Ελλάδα και καλό είναι να ανυπομονείτε κι εσείς. 

Δεύτερη πάρα πολύ δυνατή εμπειρία, δυστυχώς όμως από πολύ διαφορετική οπτική και συναισθηματική γωνία, ήταν το ντοκιμαντέρ “Put Your Soul in your Hand and Walk”. Πρωταγωνιστεί σε αυτό η εικοσιπεντάχρονη Φατιμά Χασούνα, κάτοικος Γάζας. Ο τίτλος είναι από μια δική της φράση που είχε στείλει σε μήνυμα στη δημιουργό του ντοκιμαντέρ Σεπιντέ Φαρσί, Ιρανή αντικαθεστωτική σκηνοθέτη που ζει δεκαετίες στην Ευρώπη. Αναφέρεται στο πόσο βαρύ της είναι να βγαίνει στους δρόμους της Γάζας και να τραβάει φωτογραφίες και βίντεο. Το ντοκιμαντέρ αποτελείται ουσιαστικά από μια σειρά βιντεοκλήσεων ανάμεσα στις δύο γυναίκες και από το υλικό που κατέγραψε η Φατιμά. Οι βιντεοκλήσεις καλύπτουν περίοδο ενός έτους. Η σύνδεση -όταν επιτυγχάνεται- είναι πάρα πολύ κακή, διακόπτεται διαρκώς, η εικόνα της παγώνει, ώρες ώρες μοιάζει με φάντασμα. Στην πρώτη επικοινωνία, παρότι ήδη τρέχουν πολλοί μήνες σφυροκοπήματος της Γάζας, είναι πρόσχαρη, αισιόδοξη, ολοφώτεινη – τόσο που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς γίνεται. Καθώς περνούν οι μήνες, με τον επιβεβλημένο από το Ισραήλ λιμό, το πρόσωπό της αδυνατίζει, η ίδια καταβάλλεται, ενίοτε δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη συνομιλία. Ακόμα και τότε όμως, το χαμόγελο της είναι με έναν στοιχειωτικό τρόπο εκεί. Όταν η σκηνοθέτις επιλέγει να μας δείξει βίντεο που τράβηξε η Φατιμά από τους δρόμους της Γάζας, δεν ξέρω αν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν την εικόνα. Μάλλον δεν υπάρχουν. Όπως δεν υπάρχουν και για την αίσθηση που δημιουργείται όταν ακούμε τον ήχο των βομβαρδισμών. Το ντοκιμαντέρ επιλέγεται για το Φεστιβάλ των Καννών. Στις 15 Απριλίου του 2025, η Φαρσί ενημερώνει τη Φατιμά και αρχίζουν να οργανώνουν τις λεπτομέρειες του ταξιδιού της. Χαράματα της 16ης Απριλίου, με στοχευμένη επίθεση του ισραηλινού στρατού, βομβαρδίζεται το διαμέρισμα της Φατιμά. Σκοτώνεται μαζί με άλλα έξι μέλη της οικογένειάς της. Κανονικά κάπου εδώ θα έπρεπε να τελειώσει το κείμενο. Αλλά το συνεχίζω, όπως συνεχίζεται η ζωή, η δική μας ζωή, η ζωή όλων ημών που δεν βομβαρδιζόμαστε, δεν εξαναγκαζόμαστε σε λιμό και εκτόπιση, δεν είμαστε δυνάμει θύματα γενοκτονιών.

Πάμε έτσι στο κινέζικο “Girls on Wire”  της Βίβιαν Κιου, με συμμετοχή στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Αν το αναλύσεις μπορείς και να καταλήξεις ότι τελικά είναι κατά βάση μια μελό ιστορία. Δεν έχει τόσο σημασία όμως, γιατί μέχρι να καταλήξεις εκεί, έχει ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια σου όλος ο εικαστικός πλούτος και η αναπαραστατική ρώμη που μόνο το σινεμά της Άπω Ανατολής δίνει σε τέτοιον βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες. Απολαυστικότατο κινηματογραφικό θέαμα, ό,τι ενστάσεις κι αν υπάρχουν για την ιστορία πολύ μικρή σημασία έχουν, αφού τα μάτια σου γεμίζουν σινεμά.

Προχωράμε στο “Μadly” του Πάολο Τζενοβέζε (απ’ τον οποίο πήραμε και μια συνέντευξη). O σκηνοθέτης και σεναριογράφος των «Τέλειων Ξένων», της ταινίας με το παγκόσμιο ρεκόρ ριμέικ (49, όπως μας είπε), επιστρέφει στα ίδια μονοπάτια του “Room Com”, έχοντας με την ταινία να έχει μόλις κυκλοφορήσει άλλη μια τριαντάρα προτάσεις για ριμέικ. Πρώτο ραντεβού ενός άντρα και μιας γυναίκας στο σπίτι της τελευταίας, ταυτόχρονα οκτώ άλλοι ηθοποιοί υποδύονται τέσσερις αλληλοαντικρουόμενες προσωπικότητες μέσα στον άντρα και τη γυναίκα, που τους λένε να κάνουν την μία κίνηση ή την αντίθετή τους, σινεμά φτιαγμένο για να περνάς καλά και περνάς καλά, ενώ ως μπόνους η ταινία συμπεριλαμβάνει μια σκηνή οργασμού που είναι πραγματικά σκηνή κωμικής ανθολογίας. 

Υπήρχε και ελληνική πρεμιέρα στο Κάρλοβι Βάρι. Το «Βγαίνουν Μέσα απ’ τη Mάργκο», όγδοη μεγάλου μήκους ταινία του The Boy. Σινεμά ιδιοσυγκρασιακό, προσωπικό, ή μπαίνεις μέσα του και συνεπαίρνεσαι ή δεν τα καταφέρνεις και σε πετάει έξω. Kρατάω ένα εμμονικό χτύπημα κεφαλιού σε μια πόρτα κάπου στα μισά της. Προσωπικά θα ήθελα πάρα πολύ να δω αυτή την ταινία, κάτι πολύ πιο κοντά δηλαδή σε ταινία είδους, αλλά είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια αδυναμία ανταπόκρισης σε προσδοκίες τρίτων ή σε μη υπερπήδηση ενός αντικειμενικού πήχη, αλλά στο ότι ο Aλέξανδρος Βούλγαρης κάνει μια ταινία που σου λέει ένα αυτός είναι ο κόσμος μου, το ύφος μου, ο τρόπος μου, take it or leave it – καλλιτεχνική επιλογή προφανώς εντελώς σεβαστή.

Και για τελειώματα το “Chain Reactions”, ένα ντοκιμαντέρ με έξι συνεντεύξεις γύρω από το «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι», την ταινία του Τόμπι Χούπερ απ’ το 1974. Κάποιες απ’ αυτές, όπως ας πούμε του Πάτον Όσβαλντ με τον οποίο ξεκινάει, σε κάνουν να σκεφτείς ότι καμιά φορά η λατρευτική εμμονή πάνω σε έργα τέχνης μπορεί να είναι έργο τέχνης από μόνη της.

Επίλογος: τo μόνο που κάπως τα χάλασε σε σχέση με τις προηγούμενες δύο επισκέψεις μας στο Κάρλοβι Βάρι ήταν ο καιρός. Είδαμε ελάχιστο ήλιο και είχε φουλ συννεφιά. Και κάποιες σποραδικές βροχές. Υπάρχουν όμως δύο τρόποι να κοιτάει κανείς τη βροχή. Ο πρώτος, μισοστραβωμένος και μισομίζερος, σκεπτόμενος αν θα του χαλάσει το περπάτημα και την περιήγηση, τον δεύτερο θα τον ανακαλύψετε αν πάτε στο τέλος της συνέντευξης που μας έδωσε ο Χλίμουρ Πάλμασον (σκηνοθέτης της «Χώρας του Θεού», που ήρθε στο Κάρλοβι Βάρι, με τη νέα του ταινία το “The Love that Remains”). Ας πούμε ότι η διαφορά ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τρόπους είναι η διαφορά ανάμεσα στους αληθινά δημιουργικούς ανθρώπους και σε εκείνους που περιορίζονται να γράφουν για εκείνους και για όσα δημιουργούν. Ακόμα κι έτσι, οι πιο τυχεροί απ’ τους δεύτερους, εκτός από μεταφορικά, ταξιδεύουν ενίοτε και κυριολεκτικά, σε μέρη που όσες φορές κι αν τα επισκεφτείς δυσκολεύεσαι να συνηθίσεις τη σαγήνη τους.