Πρώτη σκηνή της ταινίας και βλέπουμε μια γυναίκα να κοιμάται φορώντας κάτι στα μάτια για να μην την ξυπνά το φως. Δεν είναι μια κολακευτική για το σώμα της και γενικά για την ίδια γωνία λήψης, κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι μια γωνία λήψης με την οποία θα συστηνόμασταν με την πρωταγωνίστρια σε οποιαδήποτε αμερικάνικη και μάλλον και ευρωπαϊκή ταινία ή σειρά. Πάνω απ’ το κρεβάτι της, ανάμεσα σε άλλες, μια φωτογραφία απ’ όταν ήταν νύφη. Η πολύ μακρινή πια εποχή που ήταν νεότατη, η πολύ μακρινή πια εποχή πριν την Ισλαμική Επανάσταση, που, αν κι εφόσον ήθελε, μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ με ντεκολτέ και τακούνια. 

Την λένε Μαχίν, είναι εβδομήντα χρονών, συνταξιούχος, τριάντα χρόνια χωρίς σύζυγο αφού εκείνος πέθανε πρόωρα, τριάντα χρόνια χωρίς άντρα γενικά και με όλες τις έννοιες του όρου, μπόλικα πια χρόνια χωρίς τα δυο της παιδιά, τα οποία έφυγαν από το Ιράν και ζουν στο εξωτερικό. Είχε πάει κάποιες φορές να τα επισκεφτεί, τώρα δεν της δίνουν βίζα, τώρα περιμένει τις σπάνιες φορές που θα έρθουν να τη δουν από κοντά εκείνα, περιοριζόμενη σε υποκατάστατα βιντεοκλήσεων μαζί τους. 

 

 

Ένα τραπέζι στο σπίτι με φιλενάδες μιας ζωής, κάποιες που θέλουν να μιλάνε μόνο για τις κολονοσκοπήσεις τους ή και τις πάνες ακράτειας που φορούν, κάποιες άλλες που τα χρόνια τους έχουν φερθεί κάπως καλύτερα, ή που οι ίδιες έχουν φερθεί καλύτερα στα χρόνιά τους, έτσι ώστε είναι ακόμα σε θέση να περιγράφουν μια υποψία φευγαλέου φλερτ με κάποιον άγνωστο, ή ίσως ούτε καν αυτό, απλά τη λήψη μιας αύρας ευμένειας και αβρότητας από έναν «αληθινό τζέντλεμαν». 

Το ζήτημα εδώ προφανώς δεν είναι να αντιπαρατεθεί και συγκριθεί η μία με την άλλη επιλογή, πολλώ μάλλον όταν τις περισσότερες φορές η επιβάρυνση της υγείας δεν είναι ζήτημα επιλογής. Ούτε το ζήτημα είναι να επιτιμηθεί το ποσοστό των μεγάλων ανθρώπων που αφήνεται, σταματά να ασχολείται με ό,τι θα μπορούσε να του δίνει πια κάποια χαρά και επικεντρώνεται μόνο σε πόνους και ασθένειες.

Γιατί αν όντως υπάρχει κάτι διαφορετικό στο συγκεκριμένο τραπέζι, είναι ότι βλέπουμε συγκεντρωμένες γύρω του αποκλειστικά και μόνο μεγάλης ηλικίας γυναίκες. Δεν είναι ένα θέαμα που συνηθίζουμε να βλέπουμε στο σινεμά, στην τηλεόραση, στις πλατφόρμες. Είναι ένα θέαμα και μια συνθήκη που κάθε άλλο παρά προτιμάται στις οπτικοακουστικές ιστορίες που διηγούνται οι άνθρωποι στους ανθρώπους, είναι ένα θέαμα και μια συνθήκη που μάλλον κρύβεται, σαν να είναι κάτι που δεν πρέπει να βλέπουμε. Ή έστω δεν θέλουμε να βλέπουμε, δεν πουλάει, δεν είναι ελκυστικό στο μάτι. Είτε οι σεναριογράφοι επιλέγουν να μην γράφουν για αυτό, είτε οι σκηνοθέτες επιλέγουν να μην το δείχνουν, είτε οι παραγωγοί επιλέγουν να μην το χρηματοδοτούν, είτε όλα μαζί, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και η εστίαση σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας είναι τρανταχτά απούσα, με τους συγκεκριμένους όρους τουλάχιστον.

Ένα τραπέζι με γυναίκες στα εβδομήντα, ή και λίγο πιο πάνω, ή για κάποιες και λίγο πιο κάτω. Δεν τις βλέπουμε συμπληρωματικά σε μια ιστορία, όπου ο βασικός τους ρόλος είναι να είναι γιαγιάδες, δεν βλέπουμε καν κάποια κωμωδία που θα αντιμετωπίζει ζητήματα τρίτης ηλικίας χιουμοριστικά. Τις βλέπουμε αυτόνομα. Ως γυναίκες που έχουν φτάσει σε μια ηλικία και ο ρόλος τους είναι να είναι ο εαυτός τους, μέσα στα χρόνια που έχουν μεν περάσει, αλλά και τη ζωή που ακόμα συνεχίζεται. Και μαζί της συνεχίζονται και επιμένουν και τα θέλω τους από τη ζωή. Και είναι επίσης βασικότατο ότι πρόκειται για κανονικές γυναίκες και όχι για σταρ του Χόλιγουντ όπου η -σε μεγάλο βαθμό επιβεβλημένη από τις συνθήκες του επαγγέλματος- αρνησιγηρία και οι παραμορφώσεις θα φτάνουν στα όρια του “Substance”. 

 

 

Το «Αγαπημένο μου Γλυκό» διέπεται από δύο πλαίσια, όχι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, αντίθετα αλληλοεπηρεαζόμενα. Το πρώτο πλαίσιο είναι το ηλικιακό. Υπάρχει κάτι πανανθρώπινο στην ιστορία που θα παρακολουθήσουμε. Το δεύτερο πλαίσιο, το πλαίσιο της έντονης καθεστωτικής καταπίεσης και της Αστυνομίας Ηθικής, το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να συλληφθείς επειδή κυκλοφορείς υπόπτως με άτομο άλλου φύλου με το οποίο δεν έχεις συγγένεια ή, αν είσαι γυναίκα, επειδή δεν φοράς σωστά τη μαντίλα σου. Πρόκειται για ένα πλαίσιο που καταπιέζει άπαντες, νέους, μεσήλικες και ηλικιωμένους, ίσως όμως ειδικά στους ηλικιωμένους να προσφέρει κι ένα άλλου τύπου πάσο. Να προέχει δηλαδή εκεί το ηθικό παύλα θρησκευτικό σκάνδαλο και να είναι δυσκολότερο να υποστείς συλλήψεις, δίκες και φυλακίσεις. Και πάντως ναι, όταν έχεις μεγαλώσει τόσο, ενδεχομένως μπορεί να σκέφτεσαι ότι έχεις λιγότερα πια να χάσεις, με την έννοια ότι η ίδια η ζωή και τα χρόνια σου έχουν στερήσει εξ ορισμού πολλά. Θα είχαμε άραγε την ίδια ιστορία αν βρισκόμασταν σε μια κοινωνία κι ένα καθεστώς ατομικών ελευθεριών; Σαφώς και όχι. Η ιστορία της Μαχίν διαδραματίζεται στη σημερινή Τεχεράνη και το γεγονός αυτό τη σηματοδοτεί και την καθορίζει. Και ακόμα και αν το ηλικιακό είναι τόσο κοινό και ανεξάρτητο από κουλτούρες και πολιτικές, ώστε στην Μαχίν και τον Φαραμάρζ να μπορούν κάλλιστα να δουν τον δικό τους εαυτό άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο, πάντως την ιδιαιτερότητα στο «Αγαπημένο μου Γλυκό» τη δίνει η συνδρομή και αλληλεπίδραση και των δύο πλαισίων.

 

 

Η Μαχίν θα συναντήσει λοιπόν τον επίσης εβδομηντάχρονο Φαραμάρζ. Και ίσως να μας μοιάζει εκ πρώτης όψεως ότι φέρεται και πολύ τολμηρά και πολύ αψυχολόγητα, καλώντας τον σπίτι της. Και δεν ζει σε μια χώρα όπου είναι μια επιλογή – δικαίωμά της να τον καλέσει, ζει σε ένα καθεστώς στο οποίο η επιλογή που κάνει είναι δυνητικά επικίνδυνη. Ειδικά όταν καιροφυλακτεί η γειτόνισσα κέρβερος. Αλλά τα μάζευε μέσα της δεκαετίες. Το μυαλό της γυρίζει. Πλένει τα πιάτα και ακούει ειδήσεις για ρομπότ που είναι σχεδιασμένα να σου κρατάνε συντροφιά. Δεν θέλει ρομπότ, δεν θέλει άλλη μοναξιά.

Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ρομαντισμός από πριν. Στο εστιατόριο των συνταξιούχων θα ακούσει τον Φαραμάρζ να μιλάει με τρίτους. Μαθαίνει ότι είναι μόνος. Τον ακολουθεί. Τον καλεί σπίτι της. Παλιά ήταν επιλεκτική. Μετά το θάνατο του συζύγου της είχε απορρίψει έναν μνηστήρα και όταν ακόμα τα παιδιά ήταν στο σπίτι και μετά που έφυγαν κι εκείνος είχε επανέλθει επιμένοντας. Επέλεξε να ζει μόνη. Τώρα η επιλεκτικότητα της δίνει τη θέση στην επιλογή να τολμήσει κάτι διαφορετικό. Είναι και απελευθερωτικό το να μεγαλώνεις, φοβάσαι λιγότερο, επιθυμείς ίσως και αλλιώς, πιο διαυγώς. Δεν χρειάζεται κανένα άλλου τύπου πρόσχημα. Δεν τον ξεχώρισε αλλιώς. Απλά είναι, όπως και η ίδια, μόνος. Στέκεται τυχερή γιατί ο Φαραμάρζ ανταποκρίνεται ενθουσιωδώς στο κάλεσμά της, σαν να το περίμενε μια ζωή, σαν να του έπεσε ξαφνικά ο πρώτος αριθμός του λαχείου, χωρίς όμως καν να είχε αγοράσει λαχείο. 

Κάπως έτσι ο ρομαντισμός, αν όχι και ο ερωτισμός, θα έρθει. Με τον δικό του τρόπο. Με τις δικές του συντεταγμένες. Συντεταγμένες που δίνει και η ηλικία και των δυο τους και οι δεκαετίες μοναξιάς. Δεν είναι μόνο τα χρόνια τους τα ηλικιακά, είναι και τα χρόνια της αδράνειας και της αποχής στον τομέα της συντροφικότητας. Δεκαετίες μόνη, δεκαετίες μόνος. Σαν app, σαν αμοιβαία εξυπηρέτηση αναγκών. Ένας αμοιβαίος ενθουσιασμός. Δυο αμοιβαίες καταφάσεις. Δυο αιφνίδιες καταφάσεις. Μια κοινή άσκηση ελευθερίας κατεξοχήν και κυρίως προσωπικής, αλλά εκ των πραγμάτων μαζί και έστω δευτερευόντως και πολιτικής. 

 

 

Kαι στο σημείο αυτό, προκειμένου να διατηρήσω τον δικό μου ενθουσιασμό, θα παραστήσω ότι είδα την ταινία μέχρι λίγο πριν το τέλος της. Θα παραστήσω ότι κάτι μου έτυχε πριν το τελευταίο της κεφάλαιο και αναγκάστηκα να φύγω από την αίθουσα. Γιατί, όσο κι αν προσπαθώ, αδυνατώ να το εντάξω σε κάποιο εννοιολογικό πλαίσιο, το οποίο να μπορώ να δεχτώ και να κατανοήσω ότι εντάξει, καταλαβαίνω γιατί πάρθηκε αυτός ο δρόμος. Γιατί, όσο το σκέφτομαι, είναι σαν η ταινία να επιτίθεται στον ίδιο της τον εαυτό, πυροβολώντας τα πόδια της, την καρδιά της, το κεφάλι της. 

Μολονότι δεν πρόκειται για μεταφορικό αλλά για κυριολεκτικότατο θυμό, είναι πάντως ένας πολυτελής θυμός. Η Μάριαμ Μογκαντάμ και ο Μπεχτάς Σαανέχα υπογράφουν τη σκηνοθεσία και το σενάριο της ταινίας, δική τους είναι η ιστορία, δικοί τους οι ήρωες, θα οδηγήσουν τα πράγματα εκεί που νομίζουν, όσο κι αν προσωπικά η επιλογή τους με ξενίζει. Ένας πολύ πιο άμεσης προτεραιότητας, σημασίας και έντασης θυμός, έχει να κάνει όμως με όσα υφίστανται η Μάριαμ Μογκαντάμ και ο Μπεχτάς Σαανέχα. Δυστυχώς για παρόμοιες καταστάσεις διώξεων στο Ιράν, εναντίον δημιουργών που φτιάχνουν σινεμά το οποίο δεν αρέσει στο καθεστώς, μιλούσαμε πολύ πρόσφατα με αφορμή  τον «Σπόρο της Ιερής Συκιάς» του Mοχάμαντ Ρασούλοφ. Στην Μογκαντάμ και τον Σαανέχα αρχικά δεν επετράπη να ταξιδέψουν στο Φεστιβάλ Βερολίνου (όπου «Το Αγαπημένο μου Γλυκό» κέρδισε το Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής και το βραβείο της Fipresci), αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Εξαιτίας της ταινίας είναι υπόδικοι και υφίστανται ανακρίσεις, καθώς τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες για προπαγάνδα εναντίον του καθεστώτος, για χυδαίο περιεχόμενο, για προαγωγή της πορνείας και της ελευθεριότητας. Ναι, με αυτά οφείλει κανείς να θυμώνει πάρα πολύ περισσότερο.