«…Το “Αγαπητέ μαλάκα” είναι ένας ύμνος στη φιλία, στον δεσμό εκείνο που τουλάχιστον μπορεί να κάνει τον άνθρωπο λιγότερο “μαλάκα” και τη ζωή πιο υποφερτή, τουτέστιν να τη σώσει. Αναμειγνύοντας τα θέματα, τις φωνές των ηρώων και τα γλωσσικά ιδιώματα, το “Αγαπητέ μαλάκα” είναι ένα φωτεινό μυθιστόρημα μεγάλης ευγένειας. Αυτό μπορεί να φαίνεται οξύμωρο όταν πρόκειται για τη Βιρζινί Ντεπάντ, αλλά δεν είναι», έχει γράψει η Le Monde για τη νουβέλα της Βιρζινί Ντεπάντ «Αγαπητέ μ@λάκα».

Το έργο αυτό μεταφέρει στη θεατρική σκηνή παγκοσμίως για πρώτη φορά ο Σωτήρης Καραμεσίνης και η Εύα Κοτανίδη και με αφετηρία ένα περιστατικό κακοποίησης ξετυλίγεται η ιστορία που πραγματεύεται όλα τα ζητήματα που μας απασχολούν μέσα από «ένα καταιγιστικό κείμενο που τα ακουμπά όλα αυτά με ενσυναίσθηση και πολύ χιούμορ», όπως μoιράζεται στο ελc ο σκηνοθέτης Σωτήρης Καραμεσίνης.

Η παράσταση προτείνει ένα δρόμο συμφιλίωσης με τον εαυτό μας και τους άλλους, «Η Ντεπάντ μιλάει απλά και αναλυτικά ταυτοχρόνως, για ό,τι μας έχει βασανίσει και συνεχίζει να ταλαιπωρεί τον καθένα μας τα τελευταία χρόνια», αναφέρει ο Σωτήρης Καραμεσίνης για το έργο μιλώντας στο ελc για την παράσταση «Αγαπητέ μ@λάκα»:

 

Σωτήρης Καραμεσίνης

 

Πώς σας ήρθε η ιδέα να ανεβάσετε το έργο «αγαπητέ Μ@λ#κα» της Βιρζινί Ντεπάντ; Μιλήστε μου εκτενέστερα καθώς μεταφέρεται στη θεατρική σκηνή παγκοσμίως για πρώτη φορά.

Με το βιβλίο της Ντεπάντ με έφερε σε επαφή για πρώτη φορά η Εύα Κοτανίδη πέρυσι τον Σεπτέμβριο. Δεν γνώριζα τη συγγραφέα, και η Εύα άρχισε να μου μεταφράζει από τα γαλλικά απευθείας το βιβλίο, το οποίο την είχε συνεπάρει το καλοκαίρι του ’23. Τελικά είδαμε πως τόσα θέματα του βιβλίου μας απασχολούσαν πολύ και ταυτίζονταν με τις συζητήσεις που κάναμε μεταξύ μας όλα τα χρόνια της φιλίας μας, έτσι σκεφτήκαμε πως έχει έρθει η ώρα για μας για να κάνουμε κάτι ξανά μαζί στο θέατρο.

Η Ντεπάντ μιλάει απλά και αναλυτικά ταυτοχρόνως, για ό,τι μας έχει βασανίσει και συνεχίζει να ταλαιπωρεί τον καθένα μας τα τελευταία χρόνια. Η καταγγελία για μια παρενόχληση και οι καραντίνες ήταν απλά η αφορμή για να αρχίσει την πλοκή της ιστορίας της, μέσα από την οποία καταφέρνει να μιλήσει για τα πάντα σχεδόν. Για τη μοναξιά μας παρόλο που είμαστε τόσο δικτυωμένοι με εκατοντάδες και χιλιάδες «φίλους» στα social. Για την υπαρξιακή δυσκολία να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Τι σημαίνει να είσαι γυναίκα και να είσαι άντρας σήμερα; Πώς μπορεί να οδηγηθεί σε μια λύση η αντιπαράθεση των δύο φύλων; Πώς γίνεται να είσαι καλός πατέρας, καλή μητέρα, καλός εραστής, καλός φίλος; Γιατί ακόμα πολεμάμε ως ανθρωπότητα; και άλλα πολλά.

Πρόκειται για ένα καταιγιστικό κείμενο που τα ακουμπά όλα αυτά με ενσυναίσθηση και πολύ χιούμορ βεβαίως, στοχευμένα βαθιά, μέσα από τη σχέση τριών προσώπων. Εγώ άρχισα δουλεύοντας από τη δραματοποίηση- ένα project σχεδόν αδύνατο με την πρώτη ματιά μέσα σε τόσο πολύπλοκο υλικό. Όλα αυτά όμως αποτελούν ιστορία πλέον, καθώς τώρα συνυπογράφουμε την παραγωγή και τη δραματοποίηση της παράστασής μας, εγώ ανέλαβα τη σκηνοθεσία και τη σκηνογραφία και η Εύα υποδύεται το ένα από τα τρία πρόσωπα του έργου, την πρώην σούπερ σταρ του γαλλικού σινεμά Ρεμπέκα Λατέ.

 

 

Πώς προσεγγίζεις σκηνοθετικά το έργο που μιλάει για τόσο επίκαιρα, για καίρια και σοβαρά ζητήματα της κοινωνίας μας.

Στην παράστασή μας επέλεξα να είναι ο πρωταγωνιστής το κείμενο της Ντεπάντ, έτσι το βάρος της εργασίας μας έπεσε κυρίως στον λόγο. Η προσέγγισή μου είχε ως πρώτο στόχο μια υπόγεια σκηνοθεσία, χωρίς δηλαδή προκλητικά σκηνοθετικά κολπάκια, αν και η κατάσταση των ηρώων θα μπορούσε σε μια πρώτη ανάγνωση να ταιριάξει με τέτοια κόλπα. Όμως σε αυτή την περίπτωση ο πρωταγωνιστής θα ήταν η σκηνοθεσία. Επειδή ακριβώς όπως το επισημαίνετε, τα θέματα που θίγονται από τα πρόσωπα του έργου είναι καυτά και επίκαιρα, αλλά και λεπτά θα προσέθετα- σε οποιοδήποτε σκηνοθετικό σφάλμα καραδοκεί παρεξήγηση. Υπάρχει ο κίνδυνος η παράσταση να λειτουργήσει σε αντίθετη κατεύθυνση από την πρόθεση της Ντεπάντ και αυτό ήθελα να το αποφύγω.

Ξέρετε, δεν είμαι από τους «μεταμοντέρνους» σκηνοθέτες. Όταν διαλέγω ένα κείμενο για να δραματοποιήσω ή να σκηνοθετήσω, είμαι βέβαιος πως έχω κατανοήσει το περιεχόμενο και την βαθύτερη πρόθεση του συγγραφέα και ότι ταυτίζομαι ή έστω συμφωνώ με αυτήν σε έναν μεγάλο βαθμό. Δεν μου αρέσει να σκηνοθετώ κόντρα στο κείμενο, ούτε να παραπλανώ τους θεατές. Θεωρώ πως ο ρόλος μου ως σκηνοθέτης είναι να προχωρήσω βαθύτερα την κατανόηση, να φωτίσω και εκεί που δεν έπεσε πολύ φως. Να φέρω το έργο πιο κοντά μας εντέλει μέσα από τη ζωντανή παρουσία των ηθοποιών, μέσα από τη δύναμη του θεάτρου. 

Η συγγραφέας μιλάει μέσα από τους ήρωές της κόντρα στα κυρίαρχα αφηγήματα της τρέχουσας μόδας των media, ενεργοποιώντας τη λογική και παράλληλα την ενσυναίσθηση των θεατών. Δεν φοβάται να δείξει τρυφερότητα και σεβασμό, ακόμα κι αν κάνει σκληρή κριτική, στη φύση των ανδρών όσο και των γυναικών. Δεν φοβάται να κάνει κριτική στις ακτιβιστικές ακρότητες και στις ακυρωτικές ιδεολογίες. Οπότε ο δεύτερος και εξίσου σημαντικός στόχος της σκηνοθεσίας ήταν να αποφύγω πάση θυσία τις παρανοήσεις, χωρίς να χάσουμε το χιούμορ, την κριτική και τον σαρκασμό της Ντεπάντ από την παράσταση. Η σκηνική ισορροπία είναι πολύ ευαίσθητη σε τέτοιου είδους κείμενα όπου οι ήρωες υποστηρίζουν ο καθένας τη θέση του. Οφείλει ο καθένας να έχει τον χώρο του, τον χρόνο του και κυρίως να έχει δίκαιη αντιμετώπιση από τον σκηνοθέτη. Γι’ αυτό κάθε λέξη, κάθε σκέψη που μεταφέρεται μετράει. Οι θεατές πρέπει να μείνουν προφυλαγμένοι από περιττούς περισπασμούς, ώστε να παραμείνουν συγκεντρωμένοι όσο το δυνατόν στο δράμα που εκτυλίσσεται. Είναι σημαντικό να έχουν την κρίση τους ενεργή ως το τέλος της παράστασης.

 

 

Έχετε έρθει σε επικοινωνία με τη Βιρζινί Ντεπάντ; 

Αν και την καλέσαμε στην πρεμιέρα μας και υπήρξε μεγάλη πιθανότητα να έρθει να μας δει, δεν είχαμε τη χαρά αυτή τελικά. Η Ντεπάντ είναι μια μεγάλη σταρ, περιζήτητη και φαίνεται πως ανήκει σε αυτό το παλιό και σπάνιο είδος συγγραφέων που είναι ακριβοθώρητοι και προφυλαγμένοι από τους πολλούς κοινωνικούς περισπασμούς. Ήμασταν σε επικοινωνία σχετικά με τα δικαιώματα και ό,τι χρειάζονταν με τον ατζέντη της στο Παρίσι, και φυσικά με τις εκδόσεις «στερέωμα» που εκδίδουν τα βιβλία της στην Ελλάδα.

 

Μοιραστείτε μαζί μας ένα αγαπημένο σημείο του έργου που απολαμβάνετε πλέον να βλέπετε να παίζουν οι ηθοποιοί της παράστασης.

Είναι πολλές οι στιγμές του έργου που μου έρχονται στο νου. Θα ξεχωρίσω δύο από αυτές. Το σαρκαστικό χιούμορ με το οποίο αντιμετωπίζει το γελοίο των καταστάσεων που ζούμε- και ζει φυσικά και η σταρ του σινεμά Ρεμπέκα Λατέ, την οποία ερμηνεύει η Εύα Κοτανίδη. Όσες φορές και να ακούσω τις ατάκες της, ακόμα και τώρα που τις γνωρίζω τόσο καλά, πάντοτε γελάω.

Και σε μια άλλη διάσταση πέρα από το χιούμορ του έργου, υπάρχει μια στιγμή που κάνουμε μια σκηνική-ποιητική υπέρβαση της απόστασης και της απομόνωσης των ηρώων. Τα δύο πρόσωπα του έργου που αλληλογραφούν επειδή ακριβώς ζουν σε βαθιά μοναξιά, βρίσκονται σε μια νοερή φανταστική συνάντηση στον ίδιο χώρο, καθώς μιλούν μέσω μηνυμάτων για τους προσωπικούς, βαθύτερους φόβους τους. Αυτή παραμένει μια συγκινητική στιγμή για μένα επειδή είναι πολύ ανθρώπινη. Η ανάγκη τους να βρεθούν κοντά, φαίνεται πως κατά κάποιον τρόπο νικάει τον ανθρώπινο περιορισμό στον χωροχρόνο. Έτσι όπως έχουμε φτιάξει αυτήν τη στιγμή, το αίσθημα που αφήνει είναι ανακουφιστικό.

 

 

Τι είναι τελικά αυτό που μάθατε και κρατάτε από αυτή τη δημιουργική διαδικασία κι εμπειρία της παράστασης «Αγαπητέ Μ@λάκα»;

Με αφορμή το κείμενό μας, κατά τη διάρκεια της δραματοποίησης, αλλά και ακόμα περισσότερο κατά τη διάρκεια των προβών μας, είχαμε μεταξύ μας πολλές συζητήσεις όπως είναι φυσικό. Είχαμε και αρκετές στιγμές ανοίγματος και βαθύτερης επικοινωνίας για πράγματα που δεν λέγονται εύκολα. Επίσης, θέματα ουσιαστικά και προσωπικά κυρίως, δεν είναι δεδομένο πλέον ότι θα συζητηθούν, ακόμα και στη θεατρική συνθήκη συνεργασίας πολλές φορές. Αυτό είναι το σημαντικότερο που μένει για μένα κάθε φορά που δημιουργείται η αφορμή για μια νέα συνεργασία, και ενώ με την Εύα είμαστε χρόνια φίλοι, με τον Ορέστη και τη Μυρτώ δεν γνωριζόμασταν. Για μένα πάνω απ’ όλα βρίσκεται η ανθρώπινη επαφή στη διαδικασία μας, όταν κάνουμε πρόβες. Μια και το θέατρο είναι η τέχνη που κατ’ εξοχήν ασχολείται με το «πώς πρέπει να ζούμε». Από τη μία έρχεται η πολιτική ορθότητα ως νέος αλάνθαστος πάπας, να ορίσει και να επιβάλλει το πώς δεν επιτρέπεται να σκεφτόμαστε και πως δεν επιτρέπεται να εκφραζόμαστε. Προς μεγάλη μου έκπληξη, πολλοί το θεωρούν αποδεκτό και φυσιολογικό αυτό και το υπερασπίζονται, ακόμα και ανάμεσα στους καλλιτέχνες. Ενώ είναι ολοφάνερο πως είναι ένας υποκριτικός ελεγκτικός μηχανισμός εξουσίας λόγου και σκέψης και δεν προσφέρει τίποτα περισσότερο στην κοινωνία.

Και από την άλλη, για να μεγαλώσει η σύγχυση και η παράνοια όλων μας, πλασάρεται και η μεταμοντέρνα άποψη πως δεν υπάρχουν αλήθειες και συμπεράσματα σε κανένα σχεδόν πεδίο, ούτε υπάρχουν «πρέπει». Και τα δύο αυτά εντελώς αντιφατικά ιδεολογήματα, θεωρώ πως είναι πολύ μακριά από την ιστορία και την αλήθεια της ανθρώπινης εξέλιξης, της ισορροπίας και της ελευθερίας μας και ως κοινωνίες και ως πρόσωπα. Οι άνθρωποι έχουμε διαρκώς στη ζωή μας αυτή την ερώτηση μέσα μας και ανάμεσά μας, επειδή ακριβώς υπάρχουν πολλά «πρέπει» που οφείλουν να αντιμετωπιστούν, «πρέπει» τα οποία προκύπτουν από την ίδια μας τη φύση και τη συμβίωσή μας ως είδος πάνω στον πλανήτη. Με αυτά τα ερωτήματα ασχολείται και η Ντεπάντ στο βιβλίο της. Επειδή δεν υφίσταται μια ανώτατη αρχή- μια εξουσία, ένα δόγμα που επιβάλλει τι είναι σωστό και τι λάθος, δεν σημαίνει πως τα σωστά και τα λάθη ως πράξεις και τρόποι ζωής έπαψαν να υπάρχουν. Κερδίσαμε θεωρητικά την ελευθερία επιλογής ως άτομα, αλλά το βάρος της ευθύνης για κάθε απόφαση και κάθε λάθος στη ζωή μας βαραίνει μόνο εμάς. Αυτά και άλλα πολύ ενδιαφέροντα θέματα έφερνε στις συζητήσεις μας το «αγαπητέ μαλ@κα». Μέσα σε αυτό το πνεύμα είχαμε πολλά να βάλουμε στο τεστ του «πρέπει ή δεν πρέπει», και του «σωστού ή λάθους», και να συζητήσουμε πολύ ζωηρά μάλιστα κάποιες φορές για όλα αυτά.

 

 

Πώς νιώθετε από τη μέχρι τώρα ανταπόκριση του κοινού; Υπάρχει κάτι που δεν περιμένατε ή που σας έκανε εντύπωση.

Λόγω του ελαφρώς προκλητικού τίτλου του έργου μας, πολλοί έχουν ένα πρόβλημα, έναν δισταγμό στο να πουν τον τίτλο. Αυτό για μένα είναι εξαιρετικά αστείο, μια και η μια στις δύο λέξεις του νεοέλληνα ως γνωστόν είναι η λέξη μαλ@κας. Το παπάκι το βάζουμε στη λέξη, για την λογοκρισία στα social media, αναγκαστικά. Δεν μπορούμε να δημοσιεύσουμε τη λέξη μαλ@κας γιατί η αναφορά της θεωρείται «μη πολιτικώς ορθή». Εντωμεταξύ η πιο διεθνής λέξη της νέας ελληνικής γλώσσας είναι η λέξη μαλ@κας. Μάλιστα διαπίστωσα πως ακόμα και  στην άλλη άκρη του πλανήτη γνωρίζουν πως την λέμε με διάφορους τρόπους και φιλικά και χιουμοριστικά και τρυφερά και υβριστικά.  Αλλά τώρα φαίνεται πως μας έχει πιάσει ξαφνικά μια ντροπή και μια ευσέβεια, άλλο πράγμα! Πέρα από τα αστεία, το πιο ωραίο που συμβαίνει είναι ότι πολλοί θεατές μας λένε μετά την παράσταση πως ενώ ήρθαν κάπως επιφυλακτικοί λόγω και του τίτλου, μήπως δουν κάτι γεμάτο φεμινιστικά μανιφέστα, καταγγελίες, φωνές και κλάματα, βγαίνουν έχοντας συγκινηθεί, έχοντας γελάσει πολύ και κρατώντας μια γλυκιά αίσθηση. Η παράσταση μας είναι φτιαγμένη για να σκεφτούμε, αλλά και να παρηγορήσει και να συμφιλιώσει. Μέσα από το χιούμορ και τις αλήθειες που τολμούν να πουν τα πρόσωπα του έργου έρχεται μια λύτρωση, και αυτό αφήνει μια αίσθηση ανθρωπιάς και ελπίδας στο τέλος.

 

Τι θα λέγατε τελικά εσείς στον «Αγαπητό Μ@λάκα»

Εγώ θα του έλεγα: Φίλε- φίλη μαλ@κα. Μια και έφτασες στο σημείο μηδέν, εκεί που δεν πάει άλλο η μαλ@κία που σε δέρνει, και αποδέχεσαι το γεγονός της συνειδητοποίησης πως είσαι μαλ@κας, μπορείς εάν θέλεις να κάνεις ένα νέο ξεκίνημα, μια καινούρια αρχή. Όλοι ή σχεδόν όλοι έχουμε βρεθεί λίγο-πολύ κάποια στιγμή της ζωής μας κοντά στο σημείο μηδέν. Δεν είναι το τέλος του κόσμου εδώ. Όλοι έχουμε δικαίωμα στην αλλαγή, και τη συγχώρεση. Αρκετά με τα λόγια λοιπόν και ξεκίνα τις πράξεις. Η μέχρι τώρα εμπειρία σου στις μαλ@κίες είναι πολύτιμη, ώστε να μην βρεθείς στο ίδιο σημείο με τα ίδια λάθη ξανά. Εμείς από τη μεριά μας, ως συντελεστές της παράστασης «αγαπητέ μαλ@κα» σε συμπαθούμε και σε συγχωρούμε, αλήθεια. Σε περιμένουμε στο θέατρο. Αύριο είναι μια καινούρια μέρα!

 

 

Info παράστασης:

Αγαπητέ Μ@λάκα | Θέατρο Μικρό Γκλόρια