Σε ηλικία 15 ετών, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Στιγκ Λάρσον ήταν μάρτυρας στον ομαδικό βιασμό μιας νεαρής κοπέλας από τρεις φίλους του. Μέρες αργότερα, γεμάτος ενοχές που την άφησε αβοήθητη, αποπειράθηκε να ζητήσει συγχώρεση από την κοπέλα, αλλά εκείνη του την αρνήθηκε. Σύμφωνα με τις φήμες, το όνομα της κοπέλας ήταν Λίζμπεθ και ήταν μία από τις βασικές επιρροές στη δημιουργία του χαρακτήρα της Λίζμπεθ Σαλάντερ στη λογοτεχνική σειρά Millennium, της οποίας το πρώτο βιβλίο ονομάζεται «Το Κορίτσι με το Τατουάζ» (The Girl with the Dragon Tattoo).
Αξίζει να σημειωθεί πως ο τίτλος “The Girl with the Dragon Tattoo” είναι μετονομασία για τους αγγλόφωνους αναγνώστες ‒ ο πρωτότυπος σουηδικός τίτλος είναι “Män som hatar kvinnor” και μεταφράζεται ως «Άντρες που μισούν τις γυναίκες». Είναι σημαντική αυτή η διευκρίνιση ως προετοιμασία γι’ αυτό που θα αντιμετωπίσει ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου, αλλά και ως απάντηση σε όσους έχουν ολοκληρώσει το βιβλίο ή έχουν δει τις ταινίες, γιατί η Λίζμπεθ, το κορίτσι με το τατουάζ, αν και πρωταγωνίστρια, εμφανίζεται πιο συστηματικά στο βιβλίο από τη μέση και μετά. Ο αγγλικός τίτλος εξυπηρετεί καλύτερα διαφημιστικούς σκοπούς, ώστε να προωθήσει συνολικά τη σειρά ‒ ο ίδιος ο Λάρσον ήταν ενάντια στην αλλαγή του τίτλου, αλλά η επιθυμία του δεν εισακούστηκε, μιας και τα βιβλία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του.
Το Κορίτσι με το Τατουάζ, μεταμφιεσμένο σε θρίλερ μυστηρίου, έχει ως κεντρικό πρωταγωνιστή τον δημοσιογράφο Μίκαελ Μπλόμκβιστ, ο οποίος έπειτα από μια επαγγελματική και νομική ήττα που υπέστη εξαιτίας των δικηγόρων ενός δισεκατομμυριούχου, αναλαμβάνει να ερευνήσει τη σαρανταετή υπόθεση εξαφάνισης της Χάριετ Βάνγκερ, μέλους διάσημης σουηδικής οικογένειας βιομηχάνων. Κρυμμένος πίσω από αυτή τη συναρπαστική πλοκή, ο Στιγκ Λάρσον εξερευνά τη φύση του καπιταλισμού, την ακροδεξιά και τον ναζισμό, τις παθογένειες της σουηδικής οικογένειας, τη σεξουαλική κακοποίηση, την ανεξάρτητη δημοσιογραφία και κυρίως τη βία κατά των γυναικών.
Το βιβλίο, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, ξεκινάει μάλιστα με στατιστικά κακοποίησης γυναικών:
- Το 18% των γυναικών στη Σουηδία έχει απειληθεί από άντρα.
- Το 46% των γυναικών στη Σουηδία έχει υποστεί βία από άντρα.
- Το 13% των γυναικών στη Σουηδία έχει υποστεί βίαιη σεξουαλική επίθεση εκτός σχέσης.
- Το 92% των γυναικών στη Σουηδία, που έχει υποστεί σεξουαλική επίθεση, δεν έχει αναφέρει το πιο πρόσφατο βίαιο περιστατικό στην αστυνομία.
Βέβαια, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, συνειδητοποιεί πως αν και ο Λάρσον γράφει για τη χώρα του, αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι συμβαίνει εκεί δεν ισχύει σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 2025 «Το Κορίτσι με το Τατουάζ» θα κλείσει είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του και δυστυχώς τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στο βιβλίο -το οποίο με τη σειρά του μιλάει για εγκλήματα που έγιναν σαράντα χρόνια πριν- είναι ακόμα επίκαιρα. Δεν αμφισβητώ πως αντικειμενικά υπάρχει περισσότερη ευαισθητοποίηση απ’ ό,τι υπήρχε το 2005, αλλά τα στατιστικά μιλάνε από μόνα τους.
Το United Nations Office on Drugs and Crime δηλώνει πως μια γυναίκα πεθαίνει κάθε δέκα λεπτά παγκοσμίως από τα χέρια συγγενή ή συντρόφου. Το femicide.gr αναφέρει: Στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημος φορέας, υπεύθυνος για τη συλλογή στοιχείων, την καταγραφή και ανάλυση των κοινωνικών χαρακτηριστικών των γυναικοκτονιών. Η δυσκολία κατανόησης των διαστάσεων του φαινομένου εντείνεται από την έλλειψη δημοσιευμένων δεδομένων και ερευνών αλλά και τις πολιτικές των Μ.Μ.Ε., που επιλέγουν να προβάλλουν μόνο τις “θεαματικές’ δολοφονίες γυναικών ή κάποιες όψεις τους, αποσιωπώντας άλλες, με αποτέλεσμα η αποτύπωση των γυναικοκτονιών από τα εγχώρια μέσα να είναι συγκεχυμένη».
Οι γυναικοκτονίες, όπως κάθε τι πραγματικά σημαντικό σε αυτή τη χώρα, δεν απασχολεί ιδιαίτερα τους πολίτες. Βγαίνουμε από το καβούκι μας για να κουτσομπολέψουμε το πιο πρόσφατο περιστατικό, να πούμε την αποψάρα μας λες και είμαστε στο καφενείο, και ύστερα πίσω στο καβούκι μας να παριστάνουμε πως αυτά είναι πράγματα που δεν μας αφορούν, ή αφορούν κάποιους αλλά όχι εμάς, γιατί εμείς είμαστε οι «καλοί» κι «εδώ» (όπου είναι το «εδώ» του καθενός) δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, είναι μακριά από εμάς. Άλλοι απλώς δεν ενδιαφέρονται. Πλήρης απάθεια. Αδυνατούν να νιώσουν και να κατανοήσουν πως τέτοια ζητήματα δεν επηρεάζουν μόνο τους παθόντες. Πάντα βλέπουμε μια μειονότητα ανθρώπων να προσπαθεί να παλέψει και την πλειονότητα να της κάνει τη ζωή πιο δύσκολη. Η ίδια πλειονότητα που γκρινιάζει για τις πορείες, τις απεργίες και τα έκτακτα δελτία γιατί της κόβουν τα ριάλιτι.
Ο Στιγκ Λάρσον, μέσω του συγγράμματός του, καταφέρνει να ρίξει φως στις σκοτεινές πτυχές των σεξουαλικών εγκλημάτων και να αναδείξει τις ζωές θυμάτων και θυτών, ακολουθώντας το νήμα του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού λαβυρίνθου, στου οποίου τις γωνιές η κοινωνία μας βρίσκεται σε σήψη. Βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο, δείχνοντάς μας την αφέλεια γύρω από συζητήσεις που θέτουν το θέμα ως άσπρο ή μαύρο, καλό και κακό· πως δεν είναι απλώς θέμα «επιλογής» του θύτη -ασχέτως αν είναι καταλυτικός παράγοντας- αλλά ενός συστήματος που συντηρεί και ευνοεί συμπεριφορές αρπακτικών. Κοινώς, το ζήτημα είναι, και πάντοτε ήταν, ταξικό. Η εξαφάνιση της Χάριετ Βάνγκερ συνοδεύεται από πολλές γυναικοκτονίες σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα απ’ αυτό που ανήκει η ίδια, ενώ αργότερα έρχεται και η επιβεβαίωση από τον δολοφόνο της πως ό,τι έκανε το έκανε γιατί μπορούσε και του άρεσε· πως αντλούσε σαδιστική ικανοποίηση σκοτώνοντας γυναίκες που κανείς δεν θα αναζητούσε.
Τα πρώτα θύματα είναι οι θύτες
Θύμωσα με τον φίλο μου:
είπα την οργή μου, η οργή μου έσβησε.
Θύμωσα με τον εχθρό μου:
δεν το είπα, η οργή μου θέριεψε.
Και την πότιζα με φόβο
Νύχτα και μέρα με τα δάκρυά μου
Με χαμόγελα την έκρυψα
και με γλυκές απατηλές γητειές.
Μέρα και νύχτα εκείνη θέριευε,
μέχρι που γέννησε λαμπρό μήλο,
κι ο εχθρός μου το ’δε να λάμπει
κι ήξερε ότι ήτανε δικό μου.
Κλεφτά μπήκε στον κήπο μου
όταν η νύχτα είχε ρίξει τα πέπλα της
και την αυγή τον είδα με χαρά
ξαπλωμένο να κείτεται κάτω απ’ το δέντρο.
-Το Δέντρο με το Δηλητήριο (A Poison Tree), Ουίλιαμ Μπλέικ
Στις 19 Νοεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παιδικής Κακοποίησης, ο λογαριασμός του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ανάρτησε στο Instagram στοιχεία από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού που επιβεβαιώνουν τον κύκλο της βίας, ο οποίος διαιωνίζει το μίσος του ενός ανθρώπου προς τον άλλον:
- Στην Ελλάδα 4.000 παιδιά κακοποιούνται σοβαρά κάθε χρόνο.
- Πάνω από 100 πεθαίνουν και πάνω από 100 μένουν σοβαρά ανάπηρα, ενώ το σύνολο των νέων περιπτώσεων πιθανολογείται ότι ξεπερνά τις 20.000.
- Τουλάχιστον 4 εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως πέφτουν θύματα εξαναγκαστικής εργασίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών.
Όταν η κοινωνία προδίδει τα άτομα που θα έπρεπε να προστατεύει, τότε αυτά τα άτομα μεγαλώνοντας μπορεί να θελήσουν να πάρουν το αίμα τους πίσω. Αυτά τα παιδιά, μεγαλωμένα σαν πρόβατα για σφαγή, αύριο θα είναι οι νέοι δακτυλοδεικτούμενοι βιαστές και δολοφόνοι, και ο κόσμος θα ζητάει να τους μαντρώσουν για ακόμα μια φορά. Θέλει δύναμη και κουράγιο για να σπάσεις τον κύκλο της βίας, και πώς θα μπορέσουν να τη βρουν οι άνθρωποι του αύριο όταν μεγαλώνουν σε έναν κόσμο προορισμένο να τους απογοητεύσει;
Στο βιβλίο, ο Λάρσον, χωρίς να παίρνει θέση, εξετάζει την πλευρά του θύτη, και χωρίς να τον παρουσιάσει ως θύμα, καταφέρνει να σκιαγραφήσει ένα πορτρέτο εκμετάλλευσης, χειραγώγησης και σεξουαλικής κακοποίησης· πράξεις που αποφάσισε να επαναλάβει ο ίδιος γιατί το σύστημα που τον μετέτρεψε σε θύμα τού έδωσε έπειτα την ευκαιρία να σκαρφαλώσει στην τροφική αλυσίδα και να γίνει αρπακτικό.
Έπειτα παρουσιάζεται η πλευρά της Λίζμπεθ, μιας γυναίκας που επίσης το σύστημα που έπρεπε να την προστατεύσει την εγκατέλειψε. Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης κι εκείνη, που όμως δεν βλέπει τον εαυτό της έτσι, αλλά ως μια επιζήσασα, η οποία πήρε την κατάσταση στα χέρια της και αρνείται να αισθανθεί λύπη για βιαστές και δολοφόνους γυναικών. Εστιάζοντας συνεχώς στα χαρακτηριστικά του θύτη, το τραύμα της την ωθεί να βλέπει τα πράγματα ασπρόμαυρα, από τη στιγμή που δεν της προσφέρθηκε ποτέ βοήθεια από το σύστημα.
Πάνω σε αυτό το θέμα ο Λάρσον, επίσης, υπογραμμίζει τη διστακτικότητα των θυμάτων να ζητήσουν βοήθεια από τις αρχές, κάτι που συνήθως είναι το πρώτο πράγμα που ακούγεται όταν αποκαλύπτεται ένα σεξουαλικό έγκλημα. «Γιατί δεν πήγε στην αστυνομία;» ρωτάνε όλοι, ενώ, όπως γνωρίζουμε, η διαφθορά, η εγκληματική απροετοιμασία της αστυνομίας να χειριστεί τέτοιες καταστάσεις και η αδιαφορία προς τα αιτήματα των πολιτών γενικότερα έχουν οδηγήσει σε μια παντελή αναξιοπιστία.
Η Κυριακή Γρίβα ήταν μια γυναίκα που ζήτησε βοήθεια, έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει ένας πολίτης που βρίσκεται σε κίνδυνο, ό,τι μας προειδοποιούν να κάνουμε σε τέτοιες καταστάσεις, και η ανταμοιβή της ήταν να δολοφονηθεί έξω από το ΑΤ Αγίων Αναργύρων.
Ακόμη, κανείς δεν θα μπορέσει να ξεχάσει την προδοσία που υπέστη η δωδεκάχρονη στον Κολωνό, στην υπόθεση με το κύκλωμα μαστροπείας, όταν, από το βήμα της Βουλής αποκαλύφθηκε ο τόπος κατοικίας της και πού πάει σχολείο. Επίσης, είχαν γίνει καταγγελίες πως η δωδεκάχρονη δεν φυλασσόταν από την πολιτεία και πως την είχαν παρατήσει στη μοίρα της· και όλα αυτά βέβαια οδήγησαν σε μια σειρά νέων απειλών και επιθέσεων προς τη δωδεκάχρονη.
Και μόνο αυτά τα δύο περιστατικά απαντάνε στην ερώτηση «γιατί δεν πήγε στην αστυνομία» ενώ δυστυχώς υπάρχουν ακόμα περισσότερα, γιατί όσο και να αλλάζουμε τους ανθρώπους που κάθονται στις θέσεις, αν δεν γίνει ολική αλλαγή του συστήματος προς το συμφέρον των πολιτών, είναι απλώς θέμα χρόνου μέχρι να αλλάξουν τα ονόματα των θυμάτων και οι καταστάσεις να παραμείνουν ίδιες.
Μέσα στο πλαίσιο «τα πρώτα θύματα είναι οι θύτες», είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως η πατριαρχία είναι ένας λάκκος που οι άντρες σκάβουμε για τον εαυτό μας. Είναι ύμνος στην ανασφάλεια και στον φόβο· το νερό που κάνει τον μολυσμένο καρπό να ανθίζει μέσα μας, παγιδεύοντάς μας βαθύτερα στον ίδιο μας τον εαυτό. Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω γεμάτος καλοσύνη, χαρά και τραγούδι, τον οποίο αδυνατούμε να ακούσουμε, γιατί μας πνίγει η κακοφωνία του μυαλού μας που άλλοι άντρες φρόντισαν να μας εμφυτέψουν. Μας γίνεται τέτοια πλύση εγκεφάλου να είμαστε «άντρες», που ξεχνάμε να είμαστε ο εαυτός μας.
Η έμφυλη βία, οι βιασμοί, οι γυναικοκτονίες δεν είναι ούτε προβλήματα των γυναικών, ούτε γυναικεία θέματα. Είναι δικά μας, γιατί εμείς τα δημιουργήσαμε. Αυτός που δημιουργεί το καθεστώς τρόμου είναι και υπεύθυνος για τη συντήρησή του. Από τη στιγμή που εμείς, σαν άλλες Καρυάτιδες, έχουμε το παλαιολιθικό οικοδόμημα στους ώμους μας, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αποτινάξουμε και να το αφήσουμε να καταρρεύσει, ώστε να μπορέσουμε όλοι να αναπνεύσουμε ελεύθερα.
Τέλος, υπάρχουν λέξεις κλειδιά (buzzwords) που έχουν καπηλευτεί αλλάζοντας την ερμηνεία τους, ούτως ώστε όποιος τις ακούει να αγνοεί αμέσως τον συνομιλητή του και να τον ισοπεδώνει εξισώνοντάς τον με το γελοίο βίντεο που είδε στο ίντερνετ ή με την προπαγάνδα μιας διαφημιστικής καμπάνιας από εταιρεία που βγάζει δισεκατομμύρια. Λέξεις όπως «φεμινισμός», «ρατσισμός», «ισότητα», «woke», οτιδήποτε πραγματικά προοδευτικό, ακούγεται γελοίο και ενοχλητικό, εξοστρακίζεται από τα αυτιά όσων είναι πεπεισμένοι πως ζούμε σε μια ουτοπία όπου όλοι είμαστε ίσοι. Όταν όμως ξεπεράσουμε τον θόρυβο που γίνεται από τα μίντια, με τις υπερβολικές αντιδράσεις, τις οποίες προωθούν για να μας «αποδείξουν» πόσο μάταιο είναι να ζητάς ίσα δικαιώματα και αντιμετώπιση για όλους, τότε θα γίνει ευδιάκριτη η μολυσμένη πληγή μιας κοινωνίας που αρνείται να γιατρευτεί ‒ της κοινωνίας που επιβραβεύει τους κακοποιητές της.

