Μια δεκαετία μετά το οσκαρικό “Crash” -μια μέτρια παραγωγικά δεκαετία, με σημαντική εξαίρεση την «Κοιλάδα του Ηλά»- ο Πολ Χάγκις επιστρέφει με «Τo Τρίτο Πρόσωπο» στην ίδια βασική φόρμουλα: παράλληλη αφήγηση ιστοριών που θα βρουν τελικά το σημείο τομής του. Εδώ δεν έχουμε ένα κοινό χώρο εξέλιξής τους, όπως συνέβαινε με το Λος Άντζελες του “Crash”, αλλά τρεις διαφορετικούς: Παρίσι, Νέα Υόρκη και Ρώμη (ή για την ακρίβεια Ιταλία, αφού η ιταλική ιστορία ξεκινάει μόνο στη Ρώμη και συνεχίζεται στην επαρχία). Επίσης -κι αυτό είναι επίσης μια βασική διαφοροποίηση- ενώ στο “Crash” η αντικειμενική πραγματικότητα ήταν μία και αναμφισβήτητη, εδώ τα όρια μεταξύ αυτού που όντως συμβαίνει κι αυτού που αποτελεί μια ιστορία στο μυαλό ενός συγγραφέα μπλέκονται. Ο συγγραφέας είναι ο Λίαμ Νίσον. Είναι καταξιωμένος, έχει ένα πούλιτζερ να του δίνει αυτοπεποίθηση, αλλά την ίδια ώρα έχει και την ανασφάλεια πως το μυθιστόρημα που τώρα γράφει δεν έιναι καλό. Γράφει σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Εκεί τον επισκέπτεται η πολύ νεότερη και φιλόδοξη συγγραφέας Ολίβια Γουάιλντ. Είναι ερωμένη του. Η σχέση τους περίεργη. Παίζουν με τις επιθυμίες τους και πότε ο ένας πότε ο άλλος καλεί και στη συνέχεια διώχνει τον άλλον. Διασκεδάζουν με το παιχνίδι τους. Αλλά ταυτόχρονα φοβούνται κι ο ένας τον άλλον, αυτό που νιώθουν, τη δέσμευση. Στη Νέα Υόρκη η Μίλα Κούνις έχει χάσει όχι μόνο την επιμέλεια αλλά και το δικαίωμα της φυσικής επικοινωνίας με το αγoράκι της. Κατηγορήθηκε ότι προ ετών πήγε να το πνίξει με μια πλαστική σακούλα, εκείνη ορκίζεται ότι ήταν ατύχημα. Τώρα προσπαθεί να πετύχει δικαστικά τουλάχιστον αυτό, να το επισκέπτεται και να το βλέπει, αλλά ο πατέρας του, ο Τζέιμς Φράνκο, αντιδρά. Στη Ρώμη τέλος ο Έιντριεν Μπρόντι είναι για δουλειές. Όχι και τόσο νόμιμες. Είναι ένα περίεργο είδος απατεώνα που κλέβει σχέδια μόδας από μεγάλους οίκους και τα πουλάει σε μικρότερα καταστήματα. Σε ένα μπαρ συναντά μια πανέμορφη τσιγγάνα, τη Μόριν Άτιας. Δεν μπορεί να σταματήσει να την κοιτάζει. Όταν πιάνουν κουβέντα της μιλά για το κοριτσάκι του κι αυτή με τη σειρά του για το δικό της. Μόνο που το δικό της έχει κι εκείνη, όπως κι η Κούνις, να το δει δυο χρόνια. Το έχει πάρει ένας κακοποιός και πρέπει να πληρώσει 5.000 ευρώ για να το πάρει πίσω. Ευτυχώς τα έχει στην τσάντα της και περιμένει τώρα να επικοινωνήσει μαζί της για να του τα δώσει και να πάρει το παιδί της πίσω

Από την αρχή της ταινίας, το μοντάζ υπαινίσσεται έως σχεδόν ευθέως λέει ότι την μία τουλάχιστον ιστορία, την ιστορία της Νέας Υόρκης, την γράφει ο Νίσον στη γραφομηχανή του στο Παρίσι. Και δεν είμαστε ούτε στα μισά της, όταν οι τόποι αρχίζουν να μπερδεύονται. Αν η Κούνις, που έχει βρει δουλειά ως καθαρίστρια σε ξενοδοχείο, είναι στη Νέα Υόρκη τότε πώς βρίσκεται να φτιάχνει το δωμάτιο του Νίσον στο ξενοδοχείο του Παρισιού; Ο Χάγκις δεν προσπαθεί να αιφνιδιάσει κανένα, «Το Τρίτο Πρόσωπο» δεν βασίζεται στους λαγούς που θα βγουν από το μανίκι. Θα βγουν δηλαδή κι αυτοί στο τέλος, αλλά η βασική συνθήκη του έργου είναι δηλωμένη: να είναι η Κούνις ταυτόχρονα στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι δεν γίνεται, να είναι η ιστορία της ταυτόχρονα μια ιστορία για την οποία γράφει ο Νίσον και η οποία εξελίσσεται δίπλα του δεν γίνεται, όλα όσα παρακολουθούμε στην ταινία είναι μια κατασκευή, μια μεταμοντέρνα μυθοπλασία.

Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως αν επέτρεπαν στον Χάγκις να έχει κι έναν ηθοποιό που θα υποδύεται τον ίδιο να γράφει το σενάριο και να σκηνοθετεί τους ηθοποιούς να το έκανε. Αλλά ακόμη κι αν έπαιρνε το πράσινο χρηματοδοτικό φως να γυρίσει μια τέτοια ταινία, τι θα άκουγε από τους κριτικούς τότε; Η ταινία κατασπαράσσεται στο Rotten Tomatoes και διασύρεται περισσότερο κι από τη Βραζιλία σε ημιτελικό μουντιάλ: 22% και 19% αποδοχή. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι δεν την θάβουν για τον μεταμοντερνισμό της. Κι ούτε θέλω να ισχυριστώ πως κατάλαβα πράγματα που η συντριπτική πλειοψηφία των αμερικάνων κριτικών δεν κατάλαβε, ούτε με ξενίζουν ακριβώς τα κριτήριά τους, ούτε βρίσκω και πως είναι τελείως αβάσιμα. Λέω όμως πως αν η ταινία φλερτάρει με το μεγαλόστομο και το υπερφιλόδοξο και το αυτάρεσκο δήθεν, είναι πάντως ένα μεγαλόστομο και υπερφιλόδοξο και αυτάρεσκο δήθεν που μου αρέσει, με εκφράζει και με ψήνει, είναι πάντως ένα δήθεν που βρίσκεται στο δικό μου μήκος κύματος. Πράγματι, είναι μια ταινία που παίρνει πάρα πολύ σοβαρά τον εαυτό της, είναι μια ταινία που θεωρεί ότι κάνει κάτι σπουδαίο, αλλά από την άλλη κι όλη αυτή η σεναριακή δομή που χτίζει ο Χάγκις δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο και πιστεύω πως πρέπει να σταθεί κανείς απέναντί της αν όχι με θαυμασμό, τουλάχιστον με σεβασμό. Ναι, ο Χάγκις λέει αρκετά πράγματα φωναχτά, ναι, εξηγεί τις συμπεριφορές των ηρώων του, από την άλλη όμως είναι τόσο τελικά πυκνό αυτό που έχει φτιάξει που σου αφήνει κι εσένα επαρκέστατο χώρο να σκεφτείς και πάνω στην ταινία και πάνω στους ήρωές της, όπως π.χ. αναφορικά με την τελική στάση και επιλογή του Μπρόντι. Για το τι ψάχνει ο ήρωας αυτός, για το ποιά είναι τα κίνητρά του φτάνει να τον ρωτάει κι ο βασικός ανταγωνιστής του στην ταινία, σε ένα ακόμη μεταμοντέρνο δείγμα του σεναρίου.

Και το όλο πράγμα πηγαίνει σε ακόμα μεγαλύτερα κλεισίματα ματιού, όπως όταν η Ολίβια Γουάιλντ ξεφυλλίζει ένα βιβλίο σε ένα βιβλιοπωλείο. Σαφώς και δεν διαβάζει το βιβλίο που έχει γράψει ο Νίσον -και δεν θα μπορούσε, γιατί αυτό δεν έχει εκδοθεί ακόμα- αλλά είναι σαν να διαβάζει σοκαρισμένη όσα έχει μέσα το βιβλίο. Ακούγεται δήθεν, ναι. Ίσως και να είναι. Αλλά εμένα μου αρέσει. Και δεν το λέω απολογητικά. Λέω ότι είναι μια ταινία που κατά τη γνώμη μου αξίζει. Γιατί σε αντίθεση με μια επτάρα σε ημιτελικό, που είναι αποτέλεσμα αντικειμενικό κι αναμφισβήτητο, το αν μια ταινία είναι ή δεν είναι αληθινή, είναι κρίση υποκειμενική κι αμφισβητούμενη.