Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

 

Στη χώρα μας η τηλεοπτική σειρά The Wire (με τον αδιανόητα βαρετό τίτλο στα Ελληνικά Διώκτες του Εγκλήματος) πέρασε μάλλον απαρατήρητη. Ελπίζω έστω και ελάχιστοι που διαβάζουν αυτό το κείμενο του οποίου το βασικό κίνητρο είναι η αγάπη για κάτι εξαιρετικό, να νιώσουν έμπνευση ή έστω ένα ίχνος περιέργειας και να τολμήσουν να την ανακαλύψουν. Και γιατί αυτό; διότι το Wire δεν είναι απλώς η ενδεχομένως καλύτερη τηλεοπτική σειρά στην ιστορία της τηλεόρασης (κάτι τέτοιο άλλωστε είναι αδύνατον να καθοριστεί, οι εκπληκτικές παραγωγές είναι αναρίθμητες ενώ το γούστο υποκειμενικό) αλλά κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος είναι το κορυφαίο πολιτισμικό προϊόν του εικοστού πρώτου αιώνα. Ένα αριστούργημα που συνδυάζει αρμονικά σύλληψη, τόλμη, καινοτομία και εκτέλεση με αποτέλεσμα κάτι που υπερβαίνει ένα και μόνο είδος τέχνης. Έχει δικαίως χαρακτηριστεί σαν υβρίδιο, όσο πιο κοντά έφτασε ποτέ η τηλεοπτική μυθοπλασία στο μυθιστόρημα. Εγώ θα προσθέσω ότι το Wire είναι από μόνο του σημαντικότερο από κάθε κινηματογραφική ταινία, μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων της χιλιετίας, και αυτό διότι έχει μία εξ’ ορισμού διαλεκτική δομή που συνθέτει και αναδιαμορφώνει, δανείζεται από παντού και δημιουργεί κάτι νέο, σπρώχνει μπροστά τους ορίζοντες αλλά ταυτόχρονα δεν θυσιάζει την ψυχαγωγία στον βωμό της πλούσιας και πολυεπίπεδης ατζέντας του.

Η λέξη wire αναφέρεται στον κοριό, τις συσκευές εντοπισμού και τηλεφωνικής παρακολούθησης που έχει επιστρατεύσει μια ομάδα αστυνομικών της Βαλτιμόρης ώστε να μπορέσουν να σπάσουν το άρτιο δομημένο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών στις – κατά βάση δημογραφικά μαύρες – φτωχογειτονιές της πόλης. Αυτή βεβαίως είναι μόνο η βάση, η αφορμή για κάτι πολύ πιο περίπλοκο και φιλόδοξο. Γίνεται σύντομα προφανές ότι κάθε δράση καταστολής είναι καταδικασμένη να αποτύχει όταν ένα ευρύτερο κυρίαρχο σύστημα δρα ανεξέλεγκτο απλώνοντας τα πλοκάμια του σε κάθε έκφανση της δημόσιας ζωής. Οι δύο δημιουργοί της σειράς, Ντέιβιντ Σάιμον (πρώην ρεπόρτερ της Baltimore Sun) και Εντ Μπερνς, (πρώην αστυνομικός της Βαλτιμόρης) γνώριζαν καλά αυτό το σύστημα εκ των έσω και ήξεραν ότι ήταν αδύνατον να αποδοθεί σωστά αν δεν το προσέγγιζες συνολικά. Έτσι, από την πρώτη κιόλας σεζόν, εστίασαν σε έναν ρεαλισμό που σπάνια έχει εμφανιστεί σε τηλεοπτική παραγωγή, θυμίζοντας τον ρεαλισμό του πολιτικά φορτισμένου αμερικανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’70. Άλλωστε πολλούς από τους δεύτερους ρόλους καταλαμβάνουν ηθοποιοί που υπήρξαν όντως βαποράκια στη Βαλτιμόρη και προδίδουν μία μοναδική αίσθηση αυθεντικότητας. Ολόκληρη η πρώτη σεζόν έχει να κάνει με μία και μόνο υπόθεση, η οποία παίρνει μήνες ώστε να ξετυλιχθεί. Η γραφειοκρατία, τα κρυφά συμφέροντα, η διαφθορά, κάνουν αργά αλλά σταθερά αισθητή την παρουσία τους. Όμως οι δημιουργοί επέμειναν στο όραμά τους: ο μόνος τρόπος να καταφέρουν να αποδώσουν σωστά τις εμπειρίες μιας ζωής ήταν να αντιμετωπίσουν ολόκληρο το σύστημα συνολικά. Αυτό από μόνο του είναι ένα εγχείρημα τρομακτικής φιλοδοξίας που θυμίζει τα βικτωριανά μυθιστορήματα, τα οποία δεν δίσταζαν να απεικονίσουν κάθε κοινωνική τάξη.

Στη δεύτερη σεζόν, (ομολογουμένως την πιο δύσκολη στην παρακολούθηση) στρέφονται στο λιμάνι της Βαλτιμόρης και αντιμετωπίζουν το ζήτημα στην πηγή του. Από πού προέρχονται τα ναρκωτικά, και κατά προέκταση κάθε μορφής λαθρεμπόριο, ακόμα και ανθρώπων; Πώς καταφθάνουν όλα αυτά σε κάθε αμερικανική πόλη, πώς διανέμονται, πώς λειτουργεί όλο αυτό με μεθόδους συγκρίσιμες με πολυεθνικές εταιρείες του Forbes;

Η τρίτη σεζόν είναι όπου το Wire πλέον απογειώνεται. Εδώ πια το επίκεντρο γίνεται το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Η κούρσα των δημοτικών εκλογών στη Βαλτιμόρη είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αναδειχθεί η διαχρονική δυνατότητα της εξουσίας να διαφθείρει. Ανεξαρτήτως πολιτικών προθέσεων, φρέσκιας ματιάς ή ειλικρινούς φιλοδοξίας, κάθε προσπάθεια μιας νέας διακυβέρνησης μοιάζει να βουλιάζει στην κινούμενη άμμο. Οι συνειδήσεις συμβιβάζονται, οι φιλοδοξίες μετριάζονται, το σύστημα τρώει τα παιδιά του. Και επειδή μιλάμε για παιδιά, η τέταρτη σεζόν είναι και η τελειότερη σεζόν τηλεοπτικής σειράς που έχω δει ποτέ. Εδώ, οι Σάιμον και Μπερνς στρέφονται στη ρίζα των πάντων: το εκπαιδευτικό σύστημα, τα δημόσια σχολεία της Βαλτιμόρης. Το κουκούλι των ιδεών και της έμπνευσης για μάθηση αποδεικνύεται ένα κουκούλι κυνικής στροφής προς τη βία, μια σχολή για εκκολαπτόμενους CEO’s εγκληματικών δομών. Όμως αυτό δεν εμποδίζει τους πραγματικούς ήρωες, είτε αυτοί είναι δάσκαλοι που μάχονται μόνοι τους, είτε αστυνομικοί που νοιάζονται, να κάνουν μια ελάχιστη διαφορά, να εμπνεύσουν ένα και μόνο παιδί, ώστε να μπορέσει να διακρίνει έστω και ίχνος από μια εναλλακτική διέξοδο στη ζωή.

Ο πέμπτος και τελευταίος κύκλος στρέφεται στην τέταρτη εξουσία, τον τύπο. Εδώ το κολάζ ολοκληρώνεται. Η επιρροή των μέσων μαζικής επικοινωνίας στην Αμερική είναι νευραλγική και ο Σάιμον δεν διστάζει να στήσει τον παραμορφωτικό καθρέφτη στο ίδιο του το επάγγελμα. Έτσι, με μια πολυπρισματική προσέγγιση, μας αποκαλύπτεται την αμερικανική κοινωνία σε όλο της το μεγαλείο: κάτι που απέχει αρκετά από τα κλισέ του αμερικανικού ονείρου. Όταν ο υποψήφιος δήμαρχος Καρκέτι περνάει από τους δρόμους της δυτικής Βαλτιμόρης, συνειδητοποιεί ότι ένα κομμάτι της ίδιας του της πόλης είναι χειρότερο από τη Φαλούτζα στο Ιράκ.

Η σειρά βρίθει από χαρισματικούς μυθοπλαστικούς χαρακτήρες που αποτέλεσαν ιδανικό όχημα για μια ολόκληρη γενιά εξαιρετικών ηθοποιών: Το δίδυμο αστυνομικών ΜακΝάλτι και Μόρλαντ (ο Βρετανός Ντόμινικ Κούπερ και ο Γουέντελ Πιρς στους αντίστοιχους ρόλους). Η σκηνή που αναλύουν τα ίχνη ενός εγκλήματος χωρίς να πουν οτιδήποτε άλλο από fuck, είναι ένα masterclass κωμικού συγχρονισμού, σκηνοθεσίας και μοντάζ. Ο επίσης Βρετανός Ίντρις Έλμπα στον ρόλο του Κονσιλιέρι  Στρίνγκερ Μπελ προσδίδει σχεδόν σαιξπηρική ένταση στη σχέση του με την εγκληματική οικογένεια Μπάρκσντεϊλ. Ο Μπάμπλς, το καλόκαρδο πρεζόνι, μοιάζει να έχει βγει κατευθείαν από τις σελίδες του Γκόγκολ. Αλλά ο πλέον αξιομνημόνευτος χαρακτήρας (και αγαπημένος μυθοπλαστικός χαρακτήρας του Προέδρου Ομπάμα) είναι ο Όμαρ. Σε ένα Δαρβινικό σύμπαν όπου επικρατούν οι νόμοι της βίας, ο Όμαρ (ο Κένεθ Γουίλιαμς στον ρόλο) δεν διστάζει να κλέβει από τις εγκληματικές οργανώσεις διατηρώντας τον δικό του κώδικα αξιών, ενώ παράλληλα δεν κρύβει την ομοφυλοφιλική του ταυτότητα. Μέχρι και η μουσική των τίτλων είναι ευρηματική και αποδεικνύει την προσοχή στη λεπτομέρεια και την αισθητική των συντελεστών. Κάθε σεζόν έχει μία διαφορετική διασκευή του Way Down in the Hole του Τομ Γουέιτς, από μπλουζ μέχρι hip hop εκδοχές.

Το Wire είναι μια εμπειρία υπερβατική. Ξετυλίγεται σαν πλούσιο μυθιστόρημα – τοιχογραφία ενός τόπου, ενώ χρησιμοποιεί ιδανικά το τοπικό στοιχείο (είναι άλλωστε ένας ύμνος στη Βαλτιμόρη) ώστε να αναδείξει όχι μόνο χαρακτηριστικά που συναντώνται παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πανανθρώπινα στοιχεία που ηχούν γνώριμα ανεξαρτήτως πολιτισμικού υποβάθρου. Και προκαλώ οποιονδήποτε να μη δακρύσει με το πώς κλείνει το τελευταίο επεισόδιο κάθε σεζόν, όταν μας ταξιδεύει σε μερικά μόλις συγκινησιακά φορτισμένα λεπτά, ιχνηλατώντας την εξέλιξη κάθε κύριου ή δευτερεύοντα χαρακτήρα σε μια αρμονική συρραφή πλάνων που ουσιαστικά συνοψίζει τη σεζόν με έναν βαθιά ανθρώπινο τρόπο.

Δεν είναι μία εύκολη σειρά, χρειάζεται προσοχή και επένδυση χρόνου, ιδιαίτερα στις δύο πρώτες σεζόν της, αλλά το αποτέλεσμα δικαιώνει τις προσδοκίες. Μερικές φορές ανοίγουν πόρτες που διευρύνουν τους ορίζοντές μας, ακόμα κι αν δεν τις αναγνωρίζουμε. Δέκα χρόνια μετά το τέλος της σειράς αυτής, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να την ανακαλύψουν κάποιοι για πρώτη φορά και άλλοι, ιδιαίτερα μια νέα γενιά, ξανά.