Σκέψεις για πρόσωπα, μέρος πρώτο: μάσκες. Όταν ο Μπάτμαν επιστρέφει στο batcave και βγάζει τη μάσκα του, συνειδητοποιείς την ομοιότητα, συνειδητοποιείς και τη διαφορά. Τα τελευταία δυο χρόνια μάθαμε πώς είναι να κυκλοφορείς με μάσκα, έχουμε πια ένα κοινό βίωμα να μας συνδέει μαζί του, βίωμα που δεν μας συνέδεε στις προηγούμενες ταινίες. Αλλά ο Μπάτμαν φοράει τη μάσκα στο πάνω μέρος του προσώπου ως και τη μύτη, ενώ εμείς στο κάτω μέρος του προσώπου ως και τη μύτη.

Αν ο κόβιντ έφτανε ποτέ στη Γκόθαμ, μπορούμε να φανταστούμε έναν Μπάτμαν με μάσκα πάνω κάτω ή ίσως αν κάποιοι από εμάς προλάβαν να ντυθούν Μπάτμαν στις φετινές απόκριες πάλι το αποτέλεσμα θα ήταν ανάλογο, εφόσον βέβαια επιδεικνύαμε υπεύθυνη επιδημιολογικά στάση κι εμείς κι εκείνος. Έχουμε υπάρξει πια όλοι μασκοφόροι, μόνο που δεν ήταν επειδή είχε δυο χρόνια απόκριες, μόνο που δεν ήταν επειδή ζήσαμε δυο χρόνια σαν υπερήρωες με τρομερές δυνάμεις και υπερηρωικό εξοπλισμό. Ζήσαμε δυο χρόνια με μάσκα για να προστατευτούμε απ’ το κακό και να μην μεταδώσουμε το κακό, και τώρα που την ψιλοβγάζουμε την μάσκα, το κακό άλλαξε όψη και λέγεται πόλεμος, προσφυγιά, ακρίβεια, πιθανότητα παγκόσμιου πολέμου, πιθανότητα πυρηνικού πολέμου: τι μάσκες φοράς τότε, τι κράνη, ποιος υπερήρωας να σε σώσει απ’ αυτά;

Σκέψεις για πρόσωπα, μέρος δεύτερο: το παράδοξο του Πιγκουίνου. Είναι μια από τις σπάνιες φορές που το μακιγιάζ αλλοιώνει εντελώς το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του ηθοποιού. Συνήθως, και ειδικά όταν ο ηθοποιός είναι σταρ, όσο έντονο κι αν είναι το μακιγιάζ και η μεταμφίεση, ο σταρ πρέπει να παραμένει αναγνωρίσιμος από πίσω της. Εδώ όμως όχι. Ο Κόλιν Φάρελ που υποδύεται τον «Πιγκουίνο» είναι αγνώριστος. Και μου συνέβη το εξής: μην αναγνωρίζοντάς τον και μην έχοντας πληροφορηθεί εκ των προτέρων ποιος είναι, δεν μπορούσα να δικαιολογήσω γιατί τρώει τόσο χρόνο στην οθόνη και μου προκαλούσε έναν σχετικό σκανδαλισμό να παρακολουθώ έναν αδιάφορο άγνωστο. Γιατί τον βρήκα αδιάφορο; Μήπως έπαψε ξαφνικά να είναι καλός ηθοποιός; Όχι. Να είναι άραγε τόσο υποσυνείδητα προκατειλημμένη η αντίληψή μας και η κρίση μας; Εν πάση περιπτώσει, ό,τι σχετίζεται με το πρόσωπο των άλλων ανθρώπων και την πρόσληψή του από εμάς και την επιρροή του επάνω μας, θα παραμένει πάντα ένα βαθιά γοητευτικό και σε μεγάλο βαθμό ανεπίλυτο μυστήριο.

Σκέψεις για έναν ακόμα Μπάτμαν, μέρος πρώτο: πόση ανάγκη είχαμε άραγε από έναν ακόμα Μπάτμαν; Αυτό το ερώτημα, ενώ θα έπρεπε να είναι κρίσιμο, είναι τελικά αφελές και εκτός θέματος. Τέτοιου είδου επιστροφές και reboots γίνονται ακριβώς επειδή η ανάγκη τους έχει προϋπολογιστεί και προεξοφληθεί πάνω στον κόσμο που θα σπεύσει να τα δει, πάνω στα εισιτήρια που θα κοπούν.

Και επειδή βρισκόμαστε πλέον σε μια εποχή πλατφορμών και δύο ετών πανδημίας που κλόνισαν πάρα πολύ τις κινηματογραφικές αίθουσες, ο κόσμος που βλέπει μια ταινία και τα εισιτήρια που κόβονται για παρακολούθησή της σε σινεμά, τείνουν να αποτελούν διακριτές έννοιες. Τουλάχιστον οι υπερήρωες του σύμπαντος της Marvel και του σύμπαντος της DC, των πολλαπλών, εκτεταμένων και αλληλοδιασταυρούμενων συμπάντων τους, έχουν ακόμη τον τρόπο να μαζεύουν θεατές σε αίθουσες.

Υπ’ αυτήν λοιπόν την οπτική και σε αυτό το πλαίσιο, αν  είμαστε καταδικασμένοι να ανακυκλώνουμε διαρκώς ταινίες με υπερήρωες, το “Τhe Batman” του Ματ Ριβς δεν είναι μια κακή περίπτωση ανακύκλωσης, δεν είναι μια προσπάθεια που δεν έχει από πίσω της ένα δημιουργικό όραμα, δεν είναι και ως τελικό αποτέλεσμα ένα έργο στο οποίο θα βάλεις αρνητικό πρόσημο.

Σκέψεις για έναν ακόμα Μπάτμαν, μέρος δεύτερο: συγκριτικά όμως; Συγκριτικά ο Ματ Ριβς δεν είναι ούτε Τιμ Μπάρτον ούτε Κρίστοφερ Νόλαν. Οι δικοί τους Μπάτμαν ζούσαν μέσα στον δικό τους κόσμο ως δημιουργών, στον κόσμο του Μπάρτον που υπάρχει αυτοτελής και διακριτός και στην υπόλοιπη φιλμογραφία του, στον κόσμο του Νόλαν που υπάρχει αυτοτελής και διακριτός στην υπόλοιπη δική του φιλμογραφία.

Ο Ματ Ριβς στεγάζει μεν τον Μπάτμαν του σε έναν διαφορετικό κόσμο, αλλά αυτός, όσα τυχόν αισθητικά χαρίσματα κι αν έχει, δίνει περισσότερο την εντύπωση ενός κόσμου μεταγεγραμμένου -γιατί το αντιγραμμένου θα ήταν μάλλον βαρύ και άδικο παρά το λογοπαίγνιο του τίτλου που έβαλα στο άρθρο- παρά ενός κόσμου που είναι ο κόσμος του Ριβς. Και ο Ριβς, εκτός από Μπάρτον και Νόλαν, δεν είναι ούτε ο Φίντσερ, που από το “Seven” ως το “Ζοdiac” κυρίως (αλλά και απ’ το “Girl with the Dragon Tatoo” ως το “Mindhunter”) ασχολείται με σίριαλ κίλερ, εντυπωσιακές και αποτρόπαιες εκτελέσεις θυμάτων, ψυχοσυνθέσεις κοινωνιοπαθών δολοφόνων, γρίφους που βάζουν στους διώκτες τους, γρίφους που αποτελούν οι ίδιοι μετά τη σύλληψη.

Και το κατ’ εμέ πιο σημαντικό απ’ όλα: ο Ματ Ριβς δεν είναι ο Τοντ Φίλιπς του “Joker”.  Δεν θεωρώ τις δύο ταινίες συγγενείς μεταξύ τους, θεωρώ αντίθετα ότι βρίσκονται σε δυο αντίθετα άκρα. Γιατί με τον Joker του ο Φίλιπς πέτυχε τρία πράγματα που ο Ριβς ακόμα κι αν τα προσπάθησε -όλα ή κάποια απ’ αυτά- δεν τα πέτυχε: 1) Έφτιαξε ένα αυθεντικό κινηματογραφικό υβρίδιο, 2) Ξέφυγε από τα όρια και τις συμβάσεις του υπερηρωικού σινεμά, 3) Δημιούργησε μια αληθινά σημαντική ταινία. Ο Φίλιπς πήρε την Γκόθαμ και τον Τζόκερ, την μπόλιασε με τη Νέα Υόρκη του Σκορσέζε της δεκαετίας του ’70 και των αρχών ’80, και παρουσίασε κάτι που ως αποτέλεσμα ήταν και ολόφρεσκο και ολοδικό του και κυρίως έμπαινε μέσα στο πετσί σου. Ο Χοακίν Φίνιξ σπαράζει, ο Ρόμπερτ Πάτινσον ποζάρει. Όχι γιατί κάνει κάτι ο ίδιος λάθος. Αλλά γιατί όλο το “The Batman” είναι γυρισμένο σαν πόζα. Στο “Joker” η Γκόθαμ ήταν μια αληθινή βρώμικη πόλη, στο “Τhe Batman” είναι μια πόλη αισθητικοποιημένης σκοτεινιάς. Το “Joker” είχε ατμόσφαιρα, το “The Batman” θέλει να έχει αισθητική.

Και έχει αισθητική και αν τελικά πρέπει να την πιστώσει κανείς υπέρ της ταινίας, είναι για τον εξής λόγο: γιατί δεν υπάρχει από κάτω κάτι που φλέγεται και θέλει να βγει στην επιφάνεια και το οποίο εμποδίζει και πνίγει η αισθητική, αλλά συμβαίνει το αντίθετο. Ολόκληρο το “The Batman” είναι γυρισμένο ώστε η ποζάτη αισθητική του να είναι ασορτί με τα ποζάτα διακυβεύματά του, τις ποζάτες αποκαλύψεις του, τα ποζάτα τραύματα των ηρώων του. Εξαιρείται ο Ρίντλερ του Πολ Ντάνο. Εκεί μοιάζει να υπάρχει κάτι πιο τραχύ και πιο ενοχλητικό (ενοχλητικό με την καλή έννοια, ξεβολευτικό, εκτός της ασφάλειας της πόζας). Και ο τρόπος που τον κινηματογραφεί ο Ριβς, όταν μισοφαίνεται μέσα από κινητά τηλέφωνα, αλλά και όταν βγάζει τη στολή του και μιλάει με το πρόσωπό του, ξεχωρίζουν. Κι ακόμα αν ακόμα κι αυτό το έχουμε ξαναδεί, ακόμα κι αν έχουμε ξαναδεί τον Πολ Ντάνο σε παρεμφερή ρόλο, πάλι κάτι που αξίζει μένει.

Όταν στους τόπους του εγκλήματος, μαζί με τους αστυνομικούς και τους ιατροδικαστές περιφέρεται ένας τύπος που είναι ντυμένος νυχτεριδάνθρωπος, δυσκολεύεσαι να πεις ότι έχουμε μπει στην ατμόσφαιρα ενός φιλμ νουάρ, τύποι που είναι ντυμένοι νυχτεριδάνθρωποι ανήκουν σε άλλα είδη ταινιών. Μπορεί ξανά να είναι θέμα ηλικίας, μπορεί άνθρωποι κάτω από τα σαράντα ή τα τριάντα να βρίσκουν στον νέο Μπάτμαν φοβερά και τρομερά καινοτόμα πράγματα, εγώ λυπάμαι, είδα μια ακόμη ταινία Μπάτμαν, όχι κακή, αλλά μια ακόμη ταινία Μπάτμαν. Έχω ήδη δει πολλές. Φοβάμαι ότι θα δω κι άλλες. Μακάρι κάποιες απ’ αυτές να με βγάλουν απ’ την μπουμεριά μου και να με κάνουν να κατεβάσω το φρύδι μου.