Μετά τον προ ολίγων ετών θρίαμβό του ,με τον «Χειρότερο Άνθρωπο στον Κόσμο», ο  Γιοακίμ Τρίερ επανέρχεται δριμύτερος με τη «Συναισθηματική Αξία», η οποία ξεκίνησε κερδίζοντας το Μεγάλο Βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών και δεν είναι καθόλου απίθανο να έχει τους επόμενους μήνες ισχυρή παρουσία στη σεζόν των υπόλοιπων σημαντικών βραβείων. 

Ο πατέρας έφυγε από το σπίτι όταν οι δυο αδελφές ήταν μικρές μεν, αλλά όχι τόσο μικρές ώστε να μη ζήσουν στο πετσί τους όλο το βασανιστικό διάστημα που προηγήθηκε, όλο το διάστημα των «θορύβων», δηλαδή των τσακωμών στο σπίτι, όλο το τραύμα του χωρισμού και πολύ χειρότερα όλο το τραύμα της περίπου εξαφάνισής του από τις ζωές τους στη συνέχεια. Τις εγκατέλειψε και αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στην καριέρα του ως σκηνοθέτης του κινηματογράφου. 

Τώρα η μεγαλύτερη αδελφή, η Νόρα, είναι πολύ επιτυχημένη ηθοποιός, πρωταγωνίστρια στο Εθνικό Θέατρο του Όσλο σε όλα τα κλασικά έργα, έχοντας επίσης στο βιογραφικό της μια πρόσφατη πολύ επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά. Η μικρότερη, η Άγκνες, είναι ιστορικός, η δική της επιτυχία δεν έχει να κάνει με το ότι εκείνη έχει ένα παιδάκι και ένα σύντροφο, ενώ η αδελφή της είναι μόνη, αλλά με το ότι, σε αντίθεση με την αδελφή της, μοιάζει να είναι καλά και να μην έχει μέσα της κάτι να την βασανίζει. Σε αντίθεση επίσης με τη Νόρα, μοιάζει να έχει συγχωρέσει σε μεγάλο βαθμό τον πατέρα τους και να μην εξακολουθεί να κατακυριεύεται από αρνητικότητα και θυμό για εκείνον.

Εκείνον που επανεμφανίζεται για τα καλά στη ζωή τους με διπλή αφορμή. Πρώτον πέθανε μόλις η μητέρα τους και ήρθε για τα τυπικά, δεύτερον έχει έτοιμο ένα νέο σενάριο, με το οποίο θέλει να επιστρέψει στην μυθοπλασία μετά από δεκαπέντε χρόνια, θεωρώντας μάλιστα ότι έχει στα χέρια του κάτι πολύ δυνατό. Και θέλει να το γυρίσει στο σπίτι από το οποίο έφυγε όταν τα κορίτσια ήταν μικρά. Στο σπίτι από το οποίο για πρώτη φορά είχε φύγει στα εννιά του, όταν η μητέρα του είχε αυτοκτονήσει σε ένα δωμάτιό του. Και θέλει να γυρίσει στους ίδιους χώρους μια ταινία με θέμα μια μητέρα που αυτοκτονεί. Και θέλει να πρωταγωνιστήσει η Νόρα. Μάλιστα της λέει ότι το έγραψε για εκείνη. Επιπρόσθετα δεν τον χαλάει κι ότι λόγω της επιτυχίας της η χρηματοδότηση θα βρεθεί. Γιατί όσο μεγαλώνει (κι έχει πατήσει τα εβδομήντα πια) η χρηματοδότηση δυσκολεύει, τα τελευταία χρόνια είχε στραφεί μάλλον περισσότερο από ανάγκη στο ντοκιμαντέρ, καλλιτεχνικά όμως εξακολουθεί να θεωρείται σημαντικός δημιουργός, ενώ ετοιμάζεται και μια ρετροσπεκτίβα για το έργο του στο φεστιβάλ της Ντοβίλ.

Είναι η πρώτη φορά που της ζητά να παίξει σε ταινία του. Δεν ισχύει το ίδιο για την Άγκνες. Την είχε χρησιμοποιήσει ως παιδάκι σε μια παλιά του. Η Άγκνες θυμάται πως όσο διαρκούσαν οι πρόβες και τα γυρίσματα ήταν το κέντρο του κόσμου του πατέρα της. Μετά έπαψε να ασχολείται μαζί της, βρήκε επόμενα κέντρα του κόσμου στα επόμενα πρότζεκτ του. Η Άγκνες έχει λοιπόν τουλάχιστον εξίσου βάσιμους λόγους με τη Νόρα να είναι απέναντί του μέσα στην απόρριψη, επιστρέφοντας την ματαίωση που έχει βιώσει. Αλλά το έχει πάρει αρκετά ως εντελώς αλλιώς. Δυο αδελφές, μεγαλωμένες στις ίδιες περίπου συνθήκες, όσο κι αν στα μεγάλα ζόρια της παιδικής ηλικίας η Νόρα έπαιξε ένα φροντιστικό ρόλο στη λίγο μικρότερη αδελφή της. Τι φταίει λοιπόν τόσο πολύ στη Νόρα;  Από που προέρχεται όλη αυτή η θλίψη της; Γιατί δεν χωράει στα ρούχα της και στον εαυτό της όταν είναι να βγει στη σκηνή; Γιατί δεν μπορεί να βρει χαρά στη ζωή της, γιατί δεν μπορεί να βρει χαρά στη ζωή; Η ίδια η ταινία θα αναρωτηθεί ρητά (εμμέσως αλλά όσο πιο σαφώς γίνεται): είναι η θλίψη το κλειδί για να εξηγήσει τα πάντα γύρω από εκείνην ή μήπως πρόκειται για το σύμπτωμα μιας άλλης, βαθύτερης αιτίας; 

Ίσως η Άγκνες το παίρνει αλλιώς ακριβώς λόγω της Νόρα. Ίσως βλέποντας την Νόρα να ρέπει προς την βαριά κατάθλιψη, εκείνη ρέπει προς το φως. Ίσως, όπως υπάρχει ο ψυχισμός κι οι διαγνώσεις, να υπάρχουν και οι αποφάσεις μας. Ίσως βλέποντας κοντινούς μας ανθρώπους να καλύπτουν τον ένα ρόλο, πηγαίνουμε ασυνείδητα στον αντίθετό του και αρχίζουμε να τον υποδυόμαστε, μέχρι που γινόμαστε ο ρόλος. Εγώ είμαι εκείνη που είμαι καλά, που πατάω στα πόδια μου τόσο γερά, ώστε μπορώ και να συγχωρώ τον πατέρα μου και να στέκομαι στην αδελφή μου, ακόμα και να τολμώ να κοιτάξω κατά πρόσωπο όσα φρικτά υπέστη η γιαγιά μου λόγω της αντιναζιστικής της δράσης, κοιτώντας παράλληλα ένα λίαν σκοτεινό πρόσωπο της ιστορίας του τόπου μου.  Ίσως σε μια ταινία που ασχολείται τόσο πολύ με τη σχέση τέχνης και ζωής, να μπορούσε να είναι κι αυτή μια ερμηνεία. Αλλά δική μας ερμηνεία, όχι της ίδιας της ταινίας που μας κλείνει το μάτι προς τα εκεί, καθώς δεν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους απαντήσεις και εξηγήσεις, για κανέναν από τους πρωταγωνιστές της.

Είναι σαν να συνυπάρχουν δύο ιστορίες στη «Συναισθηματική Αξία». Η ιστορία η γραμμένη με λέξεις στο σενάριο του Γιοακίμ Τρίερ και του σταθερού συνεργάτη του Έσκιλ Βογκτ και η μη λεκτική, αυτή που βρίσκεται συνεχώς στα βλέμματα των πρωταγωνιστών, αυτή που μας διηγούνται τα βλέμματά τους. Μια δεύτερη παράλληλη ταινία, την οποία άλλοτε πρέπει να αποκρυπτογραφήσεις (π.χ, στο πλάνο αντίδρασης του Στέλαν Σκάρσγκαρντ όταν κάνει πρόβες η Έλ Φάνινγκ), άλλοτε δεν αποτελεί κάποιο μυστήριο (π.χ στο βλέμμα της Ρενάτε Ρέινσβε, όταν η Ελ Φάνινγκ αναρωτιέται για τον ψυχισμό της ηρωίδας που καλείται να υποδυθεί), είναι όμως τόσο εύγλωττη και τόσο καταλυτική, μιλώντας με έναν τρόπο με τον οποίο δεν μπορούν να μιλήσουν οι λέξεις. Οι λέξεις είναι κοινόχρηστες, τις ίδιες χρησιμοποιούμε όλοι, τα βλέμματά όμως είναι ξεχωριστά, ανήκουν στον καθένα μας και την καθεμιά μας, έχουν αποχρώσεις, ποιότητες και συνθετότητες, που δεν μπορούν εξ αντικειμένου να χωρέσουν οι λέξεις. Όλες οι σπουδαίες ταινίες κερδίζουν σε δεύτερη και σε τρίτη θέαση, με την «Συναισθηματική Αξία» όμως είναι εγγυημένο ότι, σε κάθε καινούργια παρακολούθησή της, τα βλέμματα των ηθοποιών θα σου προσφέρουν κάτι καινούργιο να δεις, κάτι ακόμα βαθύτερο να εντρυφήσεις. 

Είχαμε αναφερθεί πριν δυο μήνες στη συνέντευξη του Στέλαν Σκάρσγκαρντ στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, λέγοντας ότι «επανερχόταν στη σημασία που έχουν για τον κινηματογραφικό ηθοποιό το βλέμμα, τα μάτια, το πρόσωπο, τα οποία αποτελούν τα βασικά του εργαλεία, αλλά και τη σημασία που έχει το πώς αυτά φωτίζονται από τους σκηνοθέτες και τους διευθυντές φωτογραφίας». Θα το πει με άλλα λόγια τώρα και στον ρόλο του στη ταινία, αναφερόμενος στην τηλεοπτική σειρά στην οποία έπαιζε η κόρη του, ισχυριζόμενος ότι δεν αντέχει την τηλεόραση γιατί εκείνος δίνει σημασία στα πλάνα, γιατί δεν μπορεί να δει τα πρόσωπα, δεν μπορεί να δει τα βλέμματα. Η «Συναισθηματική Αξία» λοιπόν γεμίζει συνεχώς την οθόνη της (και όσο εξελίσσεται γεμίζει ολοένα και περισσότερο) με κοντινά πλάνα σε πρόσωπα και  βλέμματα. Είναι μια ταινία προσώπων και βλεμμάτων και όσων τα βλέμματα λένε. Η εξαιρετική διεύθυνση φωτογραφίας του Kάσπερ Τούξεν τα φωτίζει άλλοτε πεντακάθαρα, άλλοτε παίζοντας με το φως, τις σκιές και το σκοτάδι.

Ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, είναι μινιμαλιστικά και διακριτικά συγκλονιστικός, τα βλέμματά του στην ταινία πρέπει να διδάσκονται στις σχολές ηθοποιίας. Δίπλα του, στο ρόλο της Νόρα, η Ρενάτε Ρέινσβε (πρωταγωνίστρια και του «Χειρότερου Ανθρώπου στον Κόσμο»), κάνει κάτι μεταμορφωτικό στο πρόσωπό της, το οποίο προϊούσας της ιστορίας έχει ως αποτέλεσμα το σταδιακό σβήσιμο κάθε έκφρασης του, καθρεφτίζοντας εντελώς ξεβολευτικά για τον θεατή το ψυχικό σβήσιμο του χαρακτήρα της. Δεν είναι όμως μόνο οι δυο τους. Δεν είναι όμως μόνο δίπλα τους η Ίνγκα Ιμπσντότερ Λίλεας στο ρόλο της Άγκνες και η Ελ Φάνινγκ στο ρόλο της αμερικανίδας σταρ, που βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, συμπληρώνοντας την τετράδα των βασικών πρωταγωνιστών. Είναι και όλοι οι δεύτεροι ρόλοι, όσο μικρής διάρκειας κι αν είναι, από τον διευθυντή φωτογραφίας (και μόνο η μικρή σκηνή μαζί του να υπήρχε στην ταινία κι όλη η υπόλοιπη να ήταν για πέταμα, πάλι θα άξιζε η ταινία), ως τον παραγωγό, ως τη γυναίκα που πρόκειται να υποδυθεί την μαμά της Ελ Φάνινγκ στην ταινία μέσα στην ταινία. Ακόμα και το παιδάκι που δεν κάνει «τζαζ χεράκια», κοιτά στο τέλος την «μαμά» του, με το ακριβέστερο βλέμμα του κόσμου. Ο Γιοακίμ Τρίερ είναι ένας καταπληκτικός σκηνοθέτης ηθοποιών και η «Συναισθηματική Αξία» μια ταινία πολύ μεγάλων ερμηνειών. 

Σε μια σκηνή ο παραγωγός θα πει στον σκηνοθέτη ότι έχει ξαναθίξει παρόμοια ζητήματα σε προηγούμενες ταινίες του, αλλά τώρα είναι έτοιμος να το κάνει πολύ πιο έντονα. Στον «Χειρότερο Άνθρωπο του Κόσμου» υπήρχε σε πιο πίσω θέση η σχέση του πατέρα με την κόρη και είχαμε αναφερθεί αναλυτικά στους τρόπους (αλλά και τις δικαιολογίες) με τους οποίους εκδηλωνόταν η άρνησή του να παρακολουθήσει την πορεία της και τα επιτεύγματά της, αλλά και η άρνησή του να είναι παρών, να τη βλέπει κλπ.  

Στη «Συναισθηματική Αξία» όλα είναι πιο κεντρικά. Και δεν αφορούν μόνο το μακρινό παρελθόν. Το τραύμα της Νόρα δεν αφορά μόνο την παιδική ηλικία. Ο πατέρας της δεν τη βλέπει στο θέατρο, δεν τη βλέπει στην τηλεόραση, το θέατρο αφορά ιστορίες περασμένων αιώνων, η τηλεόραση δεν ξέρει να κινηματογραφεί, δικαιολογίες, αδιαφορία, εγωκεντρισμός. Αλλά ταυτόχρονα και τεχνοκεντρισμός, εργοκεντρισμός. Ο κάκιστος πατέρας είναι μεγάλος καλλιτέχνης. Ο πατέρας μπορεί να νοιαστεί και να συναισθανθεί βαθιά τους δικούς του ανθρώπους μόνο μέσω της τέχνης του. Εκεί μπορεί να έρθει όσο πιο κοντά γίνεται στην αλήθειά τους (και το μυστήριο της), να την εξερευνήσει, να συντονιστεί μαζί της, να την αποδώσει, να τη φωτίσει, να της δώσει φωνή. Να μιλήσει έτσι για τους ανθρώπους του, όπως ίσως δεν θα μπορούσε κανείς άλλος, αλλά ταυτόχρονα και για κάθε άλλον άνθρωπο που βρίσκεται στην ίδια ψυχική επικράτεια. Για να μπορέσει να νοιαστεί για σένα ως συγκεκριμένο άνθρωπο πρέπει να του κινήσεις το ενδιαφέρον στο πλαίσιο των ανθρώπων γενικά. Δεν γράφει για σένα και δεν σε σκηνοθετεί μην πονώντας για σένα: φυσικά και πονάει, αλλά μόνο έτσι μπορεί να πονέσει για σένα, μόνο μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής.

Όταν τελειώσει η ταινία θα τελειώσει ξανά μαζί σου. Αλλά η ταινία θα μείνει. Και για εκείνον και για σένα και για τους σαν εσένα και για όλους μας.