Η έκθεση σύγχρονης τέχνης all aboard, σε επιμέλεια του Κώστα Πράπογλου, στο Express Facility του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» έχει ήδη ανοίξει τις πόρτες της. Με τη συμμετοχή 40 καλλιτεχνών από διαφορετικές γενιές και χώρες, αποτελεί το πρώτο εγχείρημα στην Ελλάδα – και ένα από τα ελάχιστα παγκοσμίως – όπου μια έκθεση μεγάλης κλίμακας φιλοξενείται μέσα σε αεροδρόμιο εν λειτουργία.

Η έκθεση all aboard, ένα τολμηρό καλλιτεχνικό εγχείρημα, δεν αφορά μόνο το ταξίδι, αλλά την πράξη της μετάβασης. Εκείνη η λεπτή στιγμή που δεν είσαι πια εκεί απ’ όπου έφυγες, αλλά δεν έχεις ακόμη φτάσει. Ανάμεσα σε εγκαταστάσεις, ήχους, φως και υλικά, το αεροδρόμιο μεταμορφώνεται σε καθρέφτη της εσωτερικής μας διαδρομής.

Κάθε έργο, μια μικρή στάση. Κάθε στάση, μια πιθανή επιστροφή. Στον πυρήνα της έκθεσης βρίσκονται οι έννοιες της ανάμνησης, της ταυτότητας. Οι καλλιτέχνες/ιδες εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένας αερολιμένας μπορεί να αντικατοπτρίζει την ανθρώπινη περιπλάνηση, αναδεικνύοντας αφηγήσεις μετατόπισης, αποχωρισμού και επανασύνδεσης. Έτσι είδα και εγώ την έκθεση. Σαν ένα ταξίδι. Και κάθε έργο μοιάζει με πύλη προς μια εσωτερική τοπογραφία. Ανάμεσα σε εγκαταστάσεις, φωτογραφίες, video installation, προσωπικές γεωγραφίες των καλλιτεχνών, κάθε τους έργο μια σκηνή, μια νοερή πτήση μικρής απόστασης: από την αναχώρηση στην επιστροφή που δεν είναι ποτέ ίδια.

Σκηνή πρώτη –  Η είσοδος

Η διαδρομή προς την έκθεση. Οι ήχοι των αεροσκαφών, ο βηματισμός των επισκεπτών, ο αέρας. Μπαίνουμε σ’ έναν χώρο που μοιάζει ολοζώντανος μα είναι ακίνητος, σαν ο χρόνος να έχει σταματήσει να μετρά, κρατώντας απλώς την ανάσα του. Οι πινακίδες ενημερώνουν με μεγάλα γράμματα: Αναχωρήσεις – Αφίξεις. Βλέποντας τες αναλογίζεσαι τις φορές που έχεις βρεθεί μπροστά τους, σκηνές αποχωρισμού μα και αντάμωσης, στιγμές που ο καθένας μας έχει βρεθεί ανάμεσα στα δύο, άλλοτε με ενθουσιασμό και άλλοτε διχασμένος για το ποιον δρόμο να ακολουθήσει. Όχι δεν έχουμε τίποτα να δηλώσουμε. Εισερχόμαστε με καθαρή συνείδηση στον χώρο.

Η φωνή του επιμελητή της έκθεσης Κώστα Πράπογλου ακούγεται στον χώρο πριν ακόμη αντικρίσουμε τα έργα. Μιλά για το Express General Facility, το μέρος που βρισκόμαστε, ένα κτίριο που άνοιξε το 2004, δούλεψε λίγο, εξυπηρέτησε τους φιλάθλους του Champions League, ύστερα τους Ολυμπιακούς, και μετά έκλεισε. Ένας χώρος εγκατάλειψης που τώρα, ύστερα από είκοσι χρόνια, ξανανοίγει για να φιλοξενήσει τέχνη. «Είναι ένας χώρος ουδέτερος», λέει. «Δεν μένεις εδώ πολύ. Είναι χώρος μετάβασης, αλλά και χώρος ψυχικού φορτίου. Πώς αντιδρά ο καθένας σ’ αυτό; Με χαρά; Με άγχος; Με προσμονή;»

Σκέφτομαι ότι τα αεροδρόμια μοιάζουν με τον νου, είναι πεδία διαρκούς μετακίνησης. Τίποτα δεν μένει για πολύ, όλα περνούν, απογειώνονται, επιστρέφουν. Η φωνή του συνεχίζει. Μιλά για τον ήχο της ανακοίνωσης μιας πύλης, για την αναμονή, για το άγχος να μην χάσεις την πτήση σου. «Είναι ένας τόπος συναισθηματικών εναλλαγών», λέει. Αυτή ακριβώς η φράση που συμπυκνώνει κάπως όλα αυτά που μας περιτριγυρίζουν μέσα στον χώρο.

Αν για λίγο κλείσεις τα μάτια οι ήχοι των μακρινών κινητήρων ανακατεύονται με βήματα, με φωνές, με την αγωνία και τον ενθουσιασμό της μετάβασης. Η τέχνη σε περιβάλλει. Οι εγκαταστάσεις, τοποθετημένες σαν στάσεις μεταφέρουν μηνύματα οικειότητας. Ένα έργο αντανακλά το φως, άλλο αιωρείται σαν αποσκευή που δεν βρήκε ποτέ προορισμό. Η αίσθηση είναι πως κάποιος ή κάτι μόλις πέρασε από εδώ κι αυτό το αποτύπωμα, ανεπαίσθητο αλλά παρόν, είναι που σε συνδέει με όλους τους ταξιδιώτες του κόσμου.

Σκηνή δεύτερη –  Memorabilia, Άννα Αμπαριώτου

Η αμφιβολία του ταξιδιού. Όλα όσα κουβαλάμε, ακόμη κι όταν νομίζουμε πως τα αφήσαμε πίσω. Η αδυναμία της πλήρους αποκόλλησης  από τόπους, από πρόσωπα, από τη μνήμη που μας έχει ήδη χαρτογραφήσει.

Μπροστά μου, ο «εγκέφαλος» της Αμπαριώτου, ένας εικαστικός μηχανισμός μνήμης που προσπαθεί να αναπνεύσει. Ένας ανοιχτός εγκέφαλος, κατασκευασμένος από ψυχρό μέταλλο, τυλιγμένος με χονδρό σκοινί, γεμάτος αναμνήσεις. Ενσωματωμένα μέσα του βρίσκονται αφρικανικά αντικείμενα, οικογενειακά κειμήλια που αποκτήθηκαν όταν οι συγγενείς της καλλιτέχνιδος επισκέφτηκαν την Αφρική. Ήρθαν ως δώρα, σημάδια μακρινών σχέσεων με εκείνους που ζούσαν και μετακινούνταν στην ήπειρο τη δεκαετία του 1960. Το σκοινί σφίγγει το μέταλλο, τα ενσωματωμένα αντικείμενα αντιστέκονται. Στη θέα του δεν μπορείς παρά να σκεφτείς πόσα πράγματα κουβαλάμε ασυναίσθητα; Πόσες μνήμες κατοικούν μέσα μας; Το Memorabilia μοιάζει με ένα τοτέμ που υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν ξεχνιέται ολοκληρωτικά.

Σκηνή Τρίτη – Ημερολόγιο ανέκφραστων λόγων, Ελένη Ζούνη

Πάντα με θυμάμαι με ένα μικρό σημειωματάριο και ένα μολυβάκι· γράφω βιαστικά, ανορθόγραφα, ασύντακτα. Λέξεις που για τους άλλους μοιάζουν ασύνδετες, μα για μένα είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσω την ισορροπία ανάμεσα σε όσα σκέφτομαι και όσα χάνονται. Σελίδες με λέξεις και σκέψεις μπερδεμένες. Οι σημειώσεις, ένας τρόπος αποτύπωσης, όχι για να θυμηθώ, αλλά για να μην ξεχάσω. Η Ζούνη με το Ημερολόγιο ανέκφραστων λόγων υφαίνει αυτό ακριβώς: τη στιγμή που η σκέψη δεν έχει πια λέξεις.

Οι χαράξεις της θυμίζουν τη δική μου βιασύνη να συγκρατήσω το εφήμερο. Πλησιάζω και διαβάζω τις δικές της σημειώσεις. Ώρες, στάσεις, άνθρωποι, γεγονότα, συναντήσεις.  Η γραφή όπως και το ταξίδι είναι συχνά ένας τρόπος να επιβεβαιώνεις πως ακόμη υπάρχεις.

Σκηνή τέταρτηRites of Passage: A Talismanic Tunic, Ειρήνη Γκόνου

Σε κάθε ταξίδι υπάρχει μια στιγμή όπου η διαδρομή παύει να είναι εξωτερική. Όλα αρχίζουν να συμβαίνουν μέσα σου. Το σώμα αρχίζει να θυμάται πράγματα που το μυαλό έχει ξεχάσει. Μικροί σκόρπιοι αρχέγονοι σπόροι μέσα σου μεταμορφώνονται σε κάτι νέο.

Η εγκατάσταση Rites of Passage: A Talismanic Tunic (2025) της Ειρήνης Γκόνου, ένα ένδυμα-χιτώνας, μεγάλης κλίμακας, μοιάζει να αναπνέει. Το έργο συνομιλεί με τελετουργικές πρακτικές από διάφορους πολιτισμούς και τόπους όπου η γέννηση, η ενηλικίωση, η ένταξη στο συλλογικό και η αποχώρηση από τον κόσμο σηματοδοτούνται μέσα από υλικά που προστατεύουν και μεταμορφώνουν. Σπόροι calabash της Δυτικής Αφρικής, φύλλα φοίνικα από τη Νότια Ασία, καλάμι από τις τελετές του Σίντο και τις παραδόσεις του Νείλου· όλα εγγράφονται στο ύφασμα, σχηματίζοντας έναν εσωτερικό χάρτη προσανατολισμού.

Στο πάτωμα, η λέξη «κουκούλι» σχηματισμένη με ωμόπλινθους σε κουφική γραφή (ένας από τους παλαιότερους τύπους αραβικής καλλιγραφίας – ονομάζεται έτσι από την πόλη Κούφα στο σημερινό Ιράκ, βασισμένος γεωμετρικές, ευθύγραμμες μορφές), ένας μυστικός ψίθυρος αναγέννησης.

Σκηνή πέμπτη – Μετάβαση, Λίνα Πηγαδιώτη

Κοιτάζω δεξιά. Μια εγκατάσταση που παίζει με το φως του αεροδιαδρόμου, το μοναδικό σημείο με οπτική επαφή προς την απογείωση. Καθρέφτες, διάφανα πάνελ, μια κατασκευή που σε καλεί να μπεις μέσα της. Το φως διαθλάται, και βλέπεις όχι μόνο έξω, αλλά και τον εαυτό σου μέσα στο φως. Η εγκατάσταση Μετάβαση (2025) της Λίνας Πηγαδιώτη αποκαλύπτει έναν αστερισμό χρονικού αποπροσανατολισμού. Περιστρεφόμενες επιφάνειες ενεργοποιούνται ως αισθητηριακά ερεθίσματα, ανατρέποντας στατική αντίληψη του χώρου. Όλα μοιάζουν ρευστά.

Κερωμένα νήματα, ανάγλυφες μονοτυπίες, αρχειακά τεκμήρια, χαρτιά φθαρμένα από χρήση, μικρά σύμβολα μνήμης – όλα μαζί συνθέτουν ένα πλέγμα βιωμένων λεπτομερειών. Και όλα σε κίνηση κάθε φορά που τα πλησιάζεις. Είναι σαν να περπατάς ανάμεσα σε στιγμές σου, να προσπαθείς να ισορροπήσεις το βλέμμα ανάμεσα σε ασταθείς εικόνες από το παρελθόν σου. Ένα ασταθές πλέγμα στιγμών σου. Ό,τι βλέπεις μετακινείται, ό,τι θυμάσαι αναπνέει. Η μνήμη πάλλεται σαν υλικό που αλλάζει σχήμα, κι εσύ, μέσα της, βρίσκεις για λίγο τη μορφή σου. Ό,τι βλέπεις επιστρέφει σε σένα, και το φως -όπως το ταξίδι- δεν έχει ποτέ μία κατεύθυνση. Μια σκηνή αυτογνωσίας και «εσωπαρατήρησης».

«Ζούμε σε θραύσματα,
μα κάποτε τα θραύσματα ευθυγραμμίζονται
κι έτσι θυμόμαστε ποιοι είμαστε.»
– Τζον Μπέρνσαϊντ

Σκηνή έκτη –  Αντάμωση Ερωτόκριτου και Αρετούσας, Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Σε μια εποχή όπου οι συναντήσεις μεταφράζονται σε ειδοποιήσεις και οι εικόνες σε pixels, μια σκηνή τρυφερής εγγύτητας επανέρχεται στο προσκήνιο. Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1932) – λαϊκό έργο στην τεχνική, υπαρξιακό στο βάθος – αποτυπώνει την πιο γήινη στιγμή της αγάπης: την αναγνώριση. Ο Θεόφιλος, το 1932, ζωγραφίζει την αποκάλυψη του έρωτα· τη στιγμή που εκείνος επιστρέφει, μεταμφιεσμένος, για να βρει αν η αγάπη άντεξε. «Δεν τον κοιτάζει», λέει ο επιμελητής. «Τον μυρίζει». Αυτό το σχόλιο, σχεδόν τρυφερά κυνικό, είναι ό,τι πιο αληθινό έχω ακούσει για την αναγνώριση. Σήμερα η μεταμφίεση δεν είναι ρούχο, είναι avatar, είναι προφίλ. Μπαίνουμε στα δίκτυα, κρυβόμαστε πίσω από οθόνες, μέχρι να έρθει η στιγμή της αντάμωσης, αν έρθει ποτέ. Και τότε, η ψυχή «μυρίζει» τον άλλον πριν τον δει. Η ανάγκη για επαφή συνυπάρχει με την ανάγκη για απόκρυψη. Το σύγχρονο προσωπείο μας, το avatar είναι ένας μηχανισμός άμυνας. Στο αεροδρόμιο, έναν τόπο συνάντησης και αποχωρισμού, το έργο λειτουργεί σαν φάντασμα μιας άλλης εγγύτητας. Η Αρετούσα μυρίζει, αισθάνεται, αναγνωρίζει. Η αντάμωση γίνεται πράξη καθαρής μνήμης.

Σκηνή έβδομη – Χωρίς Σύνορα (2025), Αλεξάνδρα Αθανασιάδη

Ξύλινες πόρτες και παράθυρα που μοιάζουν να έχουν ξεριζωμένα και ορφανά. Η εγκατάσταση της Αθανασιάδη στέκει σαν ένας προθάλαμος ψυχών που δεν αποφάσισαν ακόμη αν φεύγουν ή αν μένουν. Τα αντικείμενα έχουν χάσει τη χρηστικότητά τους, κι όμως κάτι από τη λειτουργία τους επιμένει – μια υπόσχεση ανοίγματος, περάσματος;

Πλησιάζεις και νομίζεις πως ακούς ήχους: το τρίξιμο του ξύλου, το φύσημα του ανέμου πίσω από ένα παλιό παραθυρόφυλλο. Οι επιφάνειες φέρουν πάνω τους την πατίνα του χρόνου, αποτυπώματα από χέρια, εποχές, ζωές. Οι πόρτες δεν οδηγούν πουθενά· οι διάδρομοι δεν έχουν τέλος. Κι όμως, υπάρχει κάτι λυτρωτικό στην ακινησία τους.

Εκεί, ανάμεσα σε φθαρμένα κουφώματα και στο φως που αλλάζει, νιώθεις να περνάς μέσα από ένα κατώφλι άτοπο, δεν ανήκει σε κάποια γεωγραφία. Σε μια νέα κατάσταση “χωρίς σύνορα”. Ένα άμορφο τοπίο και εσύ ένας άχρονος ταξιδιώτης που περνάς ανάμεσα από τις χαραμάδες.

«Γιατί είμαι αέρας που περνά
Μέσα στης πόλης τα στενά
Και κάνει τα κλειστά παράθυρα να τρίζουν
Γιατί είμαι αύρα εσπερινή
Πνοή καθάρια ζωντανή
Που κάνει τα γερμένα φύλλα να θροΐζουν» –
Δημήτρης Παναγόπουλος

Σκηνή Όγδοη – Θυμήσου: δεν φεύγεις, πας!, Δήμητρα Σκανδάλη

Υπάρχουν ταξίδια που δεν αρχίζουν ποτέ και όμως δεν τελειώνουν. Είναι εκείνα που δεν έχουν προορισμό, παρά μόνο μια αργή καθοδική κίνηση, προς το μέσα, προς το βαθύτερο.

Η site-specific εγκατάσταση της Δήμητρας Σκανδάλη Θυμήσου: δεν φεύγεις, πας! συγκροτεί έναν ψυχικό βυθό, έναν τόπο ενσάρκωσης της μνήμης μέσα από το σώμα. Φύκια από τον Ειρηνικό, μαραμένα άνθη, επιχαλκωμένα ίχνη οργανικής ζωής, όλα συνθέτουν ένα σκηνικό φαντασίας.

Συναισθήματα που επιστρέφουν από το υποσυνείδητο. Μια γυναικεία μορφή βυθίζεται στη φωτογραφία: είναι η ψυχή του ταξιδιώτη, ο θεατής σε ελεύθερη πτώση μέσα στο άγνωστο του εαυτού. Η εγκατάσταση μοιάζει με αρχιπέλαγος, όπου το φυτικό και το ανθρώπινο συνυπάρχουν σε μια ρευστή ισορροπία. Στο έργο της δεν φεύγεις, απλώς πας πιο βαθιά μέσα σου.

«Δεν θα πάψουμε να εξερευνούμε,
κι όταν φτάσουμε στο τέλος όλης αυτής της εξερεύνησης,
θα επιστρέψουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε
και θα γνωρίσουμε αυτόν τον τόπο για πρώτη φορά.»
– Τ. Σ. Έλιοτ, Little Gidding

Σκηνή ένατη – Scala Paradisi, Κλαίρη Τσαλουχίδη – Χατζημηνά

Κάθε ταξίδι χρειάζεται παύση. Έναν τόπο όπου το σώμα μπορεί να μείνει ακίνητο και η ψυχή να συνεχίσει. Μια στιγμή ανάμεσα. Μια λευκή σκάλα αιωρείται στο κενό, χωρίς στήριγμα. Στη βάση της, μια φωτεινή σπείρα χαράζει τον Ύμνο της Αγάπης του Αποστόλου Παύλου (13ο κεφάλαιο της Α επιστολής προς Κορινθίους: «Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον… πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει»). Οι λέξεις σαν ρεύμα σε χτυπάνε.

Η Τσαλουχίδη μιλά για το ανθρώπινο θαύμα του να αγαπάς χωρίς αντάλλαγμα. Η σκάλα παραμένει in limbo, ανάμεσα σε γη και ουρανό, ένα σύμβολο της εσωτερικής ανόδου. Η αγάπη, δεν έχει κατεύθυνση· μόνο διάρκεια. Η αναφορά στην Κλίμακα του Ιωάννη (Climax ή Scala Paradisi) και στη Σκάλα του Ιακώβ λειτουργεί εδώ ως σύμβολο της εσωτερικής ανύψωσης, της ανθρώπινης προσπάθειας να ξεπεράσει τα όριά της, να κινηθεί από το γήινο προς το άυλο. Περισσότερο από μια θεολογική ιδέα, γίνεται ψυχικό αρχέτυπο, ένας νοητός άξονας που συνδέει την ύλη με το πνεύμα, το φθαρτό με το άπειρο.

Και κάπως έτσι τελειώνει το ταξίδι, με μια επίμονη αντήχηση μέσα στο σώμα: το πέρασμα που σε έκανε να θυμηθείς πως υπάρχεις.

Info έκθεσης:

all aboard | Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή: 12.00 – 19.00EXPRESS FACILITY, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών | Είσοδος δωρεάν με επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας ή άδειας οδήγησης ή διαβατηρίου