Την περασμένη Κυριακή οι «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη χτύπησαν 50άρι στην τηλεθέαση, πολλά retweets και διεθνείς αναφορές. Λογικό, αφού το θέμα ήταν η άνοδος της Χρυσής Αυγής και μεγάλο μέρος της εκπομπής καταλάμβανε η συνέντευξη με τον αρχηγό της Νίκο Μιχαλολιάκο. Νικητής, ο Πέτρος Μάρκαρης που έκανε πολλούς να αναρωτιούνται πού κρύβονται οι διανοούμενοι με παρόμοιο υψηλό επίπεδο καλλιέργειας και λόγου. Λες και ο συγγραφέας του «Νυχτερινού δελτίου» και της «Άμυνας ζώνης» έκανε την παρθενική του εμφάνιση μόλις πριν από τρεις μέρες – και για όσους ανακάλυψαν τον… τροχό, δηλαδή τον κ. Μάρκαρη, την Κυριακή ας μπουν στον κόπο να αναζητήσουν τις συνεντεύξεις του μήπως και σταματήσουν να περιμένουν μοναχά από τον Στέλιο Ράμφο. Αν πάντως ο Μάρκαρης κέρδισε τις εντυπώσεις με τις κυκλωμένες απόψεις του, το ερώτημα είναι: «Πώς κατάφερε ο Θεοδωράκης να σταθεί απέναντι στον αρχηγό της Χρυσής Αυγής;». Ήταν μια καλή ή μια κακή συνέντευξη; Τι σημαίνει καλή και κακή συνέντευξη;

Ο Θεοδωράκης έχει φτιάξει μια μανιέρα στην πολυετή εκπομπή του. Είναι ψύχραιμος, διαβασμένος, στοχοπροσηλωμένος (αν και μοιάζει να παρουσιάζεται ως ελεύθερος σκοπευτής), αλλά πάνω απ’ όλα κρατάει απόσταση από τους συνεντευξιαζόμενους: Πετάει το δόλωμα της ερώτησης και τους αφήνει να εκτεθούν (όταν ο στόχος του είναι να τους εκθέσει) ή να εξομολογηθούν (όταν αποσκοπεί στις αποκαλύψεις). Έχει και έναν πονηρό σκοπό αυτή η αποστασιοποίηση με τις μεγάλες παύσεις και το επιμύθιο. Τη συγκίνηση του τηλεθεατή, όπως κι αν αυτή εννοείται. Στο τέλος είτε κλαις είτε εξοργίζεσαι. Αλλά ο Θεοδωράκης δεν έχει αλλάξει έκφραση στο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της μίας ώρας της εκπομπής.

Αυτή η προσέγγιση αποδείχτηκε δίκοπο μαχαίρι στη συνέντευξη με τον κ. Μιχαλολιάκο. Ενώ οι υπόλοιπες συνομιλίες, με τον Μάρκαρη, τον Σαββόπουλο και τον Κούλογλου, κύλησαν με αυτές τις σήμα-κατατεθέν παύσεις που λειτουργούσαν ως σύνθημα για να προβληματιστεί ο τηλεθεατής, τα πράγματα με τον Μιχαλολιάκο ήταν διαφορετικά. Ο Θεοδωράκης πίστεψε ότι το σύστημα «τσιγκλάω τον συνεντευξιαζόμενο και τον αφήνω να ξεμπροστιαστεί από μόνος του» θα δούλευε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είχε όμως στο μυαλό του μόνο ένα συγκεκριμένο κοινό, που έτσι κι αλλιώς ήταν εξαιρετικά αρνητικά διακείμενο στην ακροδεξιά ιδεολογία και περίμενε πώς και πώς κάθε λεκτικό και αντιδραστικό ολίσθημα του Μιχαλολιάκου για να ενισχύσει τα επιχειρήματά του. Προς τα εκεί μάλιστα το πήγαινε ο Θεοδωράκης, με ερωτήσεις (που για πρώτη ίσως φορά διέκοπταν τις απαντήσεις) αυτονόητες. Χαίρω πολύ. Επιβεβαιώθηκε, λοιπόν, ότι ο Μιχαλολιάκος και, κατ’ επέκταση, η Χρυσή Αυγή έχουν ακραίες απόψεις. Στο μεταξύ, 400.000 και πλέον άνθρωποι της έδωσαν την ψήφο τους νομίζοντας ότι έτσι «τη λένε» στο υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Ή, ακόμα χειρότερα, ότι το ιδεολογικό μένος εναντίον των μειονοτήτων είναι βίντεο στο YouTube και όχι πραγματικές βιαιοπραγίες.

Υπό κανονικές συνθήκες, ο στόχος μιας συνέντευξης δεν είναι να γεμίσει δημοσιογραφικό χώρο και τηλεοπτικό χρόνο. Επίσης, μια συνέντευξη δεν πρέπει να εξυπηρετεί την προβολή του υποκειμένου της, αλλά τη δημόσια έκθεση των έργων του. Αυτό μπορεί να είναι καταστροφικό για τον συνεντευξιαζόμενο, αν σκεφτούμε ότι τα περισσότερα δημόσια πρόσωπα είναι φούσκες. Άρα, το μέλημα του δημοσιογράφου είναι να προσέλθει με σκεπτικισμό και να φέρει σε δύσκολη θέση το συνομιλητή του, χωρίς όμως κακή προαίρεση. Αυτό δεν είναι επιθετικότητα. Είναι μια ευκαιρία για το συνεντευξιαζόμενο να παρουσιάσει το έργο ή τις απόψεις του και να μας πείσει ότι αξίζουν. Ότι οι προθέσεις του είναι ειλικρινείς. Ξεκινώντας απ’ αυτές τις προϋποθέσεις, σχεδόν όλες οι συνεντεύξεις στα ελληνικά media είναι άχρηστες. Οι μισές είναι προϊόν δημοσίων σχέσεων και οι άλλες μισές είναι προϊόν ισχύος του τύπου «εγώ έχω τη δυνατότητα να προσκαλέσω αυτό το πρόσωπο και εκείνο να τρέξει». Ακούω καμιά φορά τον Χατζηνικολάου να συνομιλεί στο ραδιόφωνο με πολιτικούς. Είναι χαρακτηριστικό πόσο άτσαλα προσπαθεί να τους στριμώξει. Όταν θέλει να απευθύνει μια δύσκολη ερώτηση, ξεκινάει ως εξής: «Ξέρετε, όμως, ο κόσμος που συναντώ είναι οργισμένος και θα ήθελε να έχει μια απάντηση…». Αφήστε τον κόσμο στην οργή του και κάντε τη δουλειά σας όπως πρέπει. Ρωτήστε με στοιχεία. Φέρτε τους συνομιλητές σας ενώπιον των λόγων, των έργων και των ευθυνών τους. Το πολύ πολύ να τσαντιστούν και να μην ξανάρθουν, κάτι το οποίο είναι βέβαιο πως δεν πρόκειται να συμβεί, αφού ακόμα κι αν κλείσουν όλα τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες, οι πολιτικοί είναι τόσο ερωτευμένοι με τη φωνή τους ώστε θα έβγαιναν ακόμα και στα πάρκα αλά speaker’s corner για να μιλήσουν. Το πρόβλημα του Χατζηνικολάου και του κάθε Χατζηνικολάου είναι ότι λειτουργούν ως ηθοποιοί κι όχι ως δημοσιογράφοι. Οργίζονται έχοντας στο νου τους να είναι αρεστοί στον κόσμο και χαϊδεύουν έχοντας στο νου τους τις δημόσιες σχέσεις τους (στην καλύτερη περίπτωση). Το αποτέλεσμα είναι ότι ποτέ δε βγαίνει κάτι χρήσιμο από τις συνεντεύξεις. Μόνο ένας θόρυβος που διαλύεται σε μερικά λεπτά. Κι ένα επιτελείο πολιτικών επικοινωνιολόγων που παίρνει λίγη δουλειά στο σπίτι αναλύοντας αν όλα πήγαν καλά.

Το πρόβλημα ωστόσο των συνεντεύξεων δεν εντοπίζεται μόνο στις πολιτικές. Οι καλλιτεχνικές είναι επίσης καταστροφικές. Μοντέλα, τραγουδιστές και ηθοποιοί εμφανίζονται κατά παραγγελία για να προωθήσουν τη δουλειά τους. Κι αν έχουν απέναντί τους μια Φαίη Σκορδά, το αναμενόμενο είναι ότι θα μιλήσουν για τα παιδιά τους. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχουν να μιλήσουν για πολλά πράγματα, αφού ούτε να σχηματίσουν ολοκληρωμένες προτάσεις μπορούν ούτε αξιοσημείωτο έργο να παρουσιάσουν. Στρίμωγμα σε αυτού του είδους τις συνεντεύξεις θεωρείται το: «Για πες μας, είναι αλήθεια ότι βγαίνεις με τον/την τάδε;». Αυτή η ερώτηση λαμβάνει τη στάνταρ απάντηση: «Δεν θέλω να μιλάω για τα προσωπικά μου, αλλά το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι βρίσκομαι σε πολύ καλή φάση της ζωής μου». Υπάρχουν, βέβαια, και πιο σοβαρές περιπτώσεις αναγνωρισμένων δημιουργών, που ωστόσο αντιμετωπίζονται με σοβαροφανή τρόπο. Τρανταχτό παράδειγμα η εκπομπή της Εύης Κυριακοπούλου «Η ζωή είναι αλλού». Προσχεδιασμένες ερωτήσεις, άγχος της παρουσιάστριας να μην αφήσει καμία απέξω, κάτι που εκδηλώνεται με τραγικές διακοπές των απαντήσεων, πόζες «κοιτάζω κατάματα για να διεισδύσω στην ψυχή του συνομιλητή μου». Μια χαμένη ευκαιρία που πιστεύει ότι σώζεται από το βάρος και την αποκλειστικότητα του ονόματος του προσκεκλημένου. Δεν αρκεί, λοιπόν, να εξασφαλίζεις το πιο καυτό όνομα της στιγμής. Πρέπει να ξέρεις και τι να κάνεις με αυτό.

Ο Θεοδωράκης στήθηκε μπροστά στο μαίανδρο με πέντε-δέκα εύκολες ερωτήσεις που οποιοσδήποτε θα ήθελε να απευθύνει στον Μιχαλολιάκο. Και ο δεύτερος έδωσε αναμενόμενες και στρογγυλεμένες απαντήσεις (χωρίς βέβαια να προδίδει τις απόψεις), αφού προφανώς γνωρίζει και πώς παίζεται το επικοινωνιακό παιχνίδι και σε ποια πεδία εστιάζεται η διαφωνία των πολυάριθμων και ιδιαίτερα εχθρικών αντιπάλων του. Αν ο Θεοδωράκης είχε την ετοιμότητα ενός ψυχοθεραπευτή (γιατί με τον ίδιο τρόπο θα έπρεπε να λειτουργεί ένας δημοσιογράφος), θα άρπαζε μια πολύτιμη λεπτομέρεια: Κάθε φορά που ο ερωτώμενος αισθανόταν άβολα, έπιανε την κούπα του και τη μετακινούσε. Θα ήταν μια πολύ χρήσιμη παρατήρηση εκ μέρους του δημοσιογράφου, ώστε το αποτέλεσμα να ήταν κάτι παραπάνω από διεκπεραίωση.