Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Σεσίλ Μπίτον ήταν απλώς ένας φωτογράφος. Ήταν ένας καλλιτέχνης που συνόψιζε σε αυτή την ιδιότητα κάποιες που οι ομότεχνοί του θα έδιναν και τα δυο τους χέρια για να τις αποκτήσουν. Δημοσιογράφος, καλλιτέχνης, σκηνογράφος και ενδυματολόγος, ιστορικός και ηθοποιός. Αν παρατηρήσει κάποιος το έργο του θα δει αυτές τις ιδιότητες να ξεδιπλώνονται, να απλώνονται στα αρνητικά, να ξεχωρίζουν στις σκιές και να κρυφοφαίνονται στις λωρίδες φωτός.
Για έξι ολόκληρες δεκαετίες ο Σεσίλ Μπίτον είχε και μια άλλη ιδιότητα: αυτή του πρωταγωνιστή της ιστορίας όχι μόνο της δικής του αλλά και των ιστοριών των άλλων. Η δύναμή του ήταν απερίγραπτη και μπορεί η κομψότητά του να μη την φανέρωνε αλλά αποτυπώθηκε για πάντα σε μια μικρή ρυτίδα της Βασίλισσας Ελισάβετ, όταν κρατά τον πρίγκιπα Άντριου, την ασύλληπτη ομορφιά του Γκάρι Κούπερ τη γοητεία της Γκρέτα Γκάρμπο, το τρομακτικό πορτρέτο της Ήντιθ Σίτγουελ, τα μοντέλα μέσα στα ερείπια του Λονδίνου.
Ο Σεσίλ Μπίτον κρατούσε ημερολόγια και οι απόψεις του για τους σταρς που φωτογράφισε ήταν άγρια ειλικρινείς. Έχοντας περάσει περισσότερο από πέντε δεκαετίες δίπλα στους γοητευτικούς, πλούσιους και διάσημους της εποχής του δε δίστασε να πει για τον Μικ Τζάγκερ ότι «θα μπορούσε να είναι ευνούχος», για την Γκρέις Κέλι πως η δεξιά πλευρά του προσώπου της ήταν σαν μοσχαροκεφαλή, ενώ η απέχθειά του για το ζεύγος Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ ήταν απόλυτη. Θεωρούσε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ χυδαία και αδέξια και ένιωθε ντροπή για το ζευγάρι που είχε όλα όσα δεν του άρεσαν. «Ντρέπομαι για τους Μπάρτον, για τη χυδαιότητα, τις συνήθειες και το κακό τους γούστο», είχε γράψει, ενώ για την περίπτωση της Μέριλιν Μονρόε ήταν προφητικός: Του θύμιζε μια σειρήνα αλλά και ένα κορίτσι που ενθουσιασμένο χτυπάει τα χέρια του στον καναπέ, αλλά η ιστορία του θα τελειώσει μέσα σε δάκρυα.
Ο Σεσίλ Μπίτον είχε ένστικτο σε όλα. Στη μόδα και στα ρούχα. Μεγάλωσε παίζοντας τον φωτογράφο με τις αδερφές του, ντύνοντάς τες και βάζοντάς τες να δημιουργούν περίτεχνα σύνολα. Το πρώιμο έργο του είναι γεμάτο θεατρικά στοιχεία. Κρεβάτια από τριαντάφυλλα, ρολά χαρτιού, φτερά από παγώνια, πούλιες και πουά.
Το ταλέντο του για σκηνικά και κοστούμια τον οδήγησε σε μια καριέρα στο θέατρο. Κέρδισε ένα βραβείο Οσκαρ για τα belle époque κουστούμια του για την ταινία Gigi (1958) και ακόμη δυο για τη σκηνογραφία και τα κοστούμια της ταινίας My Fair Lady (1964).
Ένας δεσμώτης και γητευτής της ομορφιάς
Η ομορφιά ήταν το απόλυτο, το άπιαστο, το ζητούμενο σε όλο το έργο του Σεσίλ Μπίτον. Γόνος εύπορης οικογένειας, ανατράφηκε μέσα στο κλίμα της εδουαρδιανής εποχής με το όνειρο της διασημότητας που του εξασφάλιζε η κοινωνική του θέση, της φήμης, της λαμπερής ζωής και της φιληδονίας, μια τάξης που διασκέδαζε ξέφρενα στη δεκαετία του ’20 για να ξορκίσει τον φόβο και το αίμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτός ο κύκλος των γόνων της υψηλής κοινωνίας του Λονδίνου της δεκαετίας του ’20, οι περίφημοι Bright Young Things, βρίσκονται στο επίκεντρο της έκθεσης Cecil Beaton’s Bright Young Things στη National Portrait Gallery που λόγω της πανδημίας του κορονοϊού είναι προσωρινά κλειστή.
Η έκθεση διερευνά έναν κόσμο υπερβολικής λάμψης και ματαιοδοξίας, μια εποχή δημιουργική, εκπληκτικά εκκεντρική, λαμπερή που άφησε το ισχυρό της αποτύπωμα στην πολιτιστική ζωή της Βρετανίας, συνδυάζοντας την υψηλή κοινωνία και την avant-garde, τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς, τους σοσιαλιστές και τους συντηρητικούς.
Ο Μπίτον δεν περιόρισε τη δημιουργικότητά του και το δημιουργικό του πάθος στο να φωτογραφίζει αυτό που έβλεπε. Δημιουργούσε έναν ολόκληρο κόσμο, μέσα στον οποίο τολμούσε να είναι διαφορετικός και απρόβλεπτος. Το σπίτι του δεν μπορούσε να αποδεχθεί το αγόρι που έπαιζε με τα καλλυντικά της μητέρας του και αργότερα, στο Κέμπριτζ, πόζαρε σαν ανδρόγυνο με πέρλες και λεοπάρ ρούχα, ένας γεννημένος σταρ που δεν άφησε αυτό τον ρόλο ακόμα και όταν βρισκόταν πίσω από το φακό του.
Η αυτοπεποίθηση δεν τον οδήγησε ποτέ σε λάθος μονοπάτι παρά μία φορά: όταν το 1938 στη Vogue, μια φωτογραφία του περιείχε ένα προσβλητικό χαρακτηρισμό για τους Εβραίους. Το περιοδικό απέσυρε από την κυκλοφορία κακήν κακώς περισσότερα από 100.000 αντίτυπα και η καριέρα του φαινόταν να έχει καταστραφεί. Λίγο πριν το 1940, ο Μπίτον φωτογραφίζει τη βασίλισσα Ελισάβετ, την οποία και λάτρεψε αληθινά.
Στον πόλεμο ο Μπίτον φωτογράφισε για το βρετανικό υπουργείο Πληροφοριών τη φρίκη του πολέμου αλλά και την ελπίδα μέσα στα ερείπια. Με το φακό του χάρισε στο περιοδικό Life ένα από τα πιο εμβληματικά εξώφυλλα με ένα τρίχρονο κορίτσι, θύμα του Blitz, του άγριου βομβαρδισμού της Μεγάλης Βρετανίας από τους Γερμανούς να κοιτάζει με τρόμο και έκπληξη τον φακό.
Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Μπίτον είχε τον κόσμο στα χέρια του. Είναι πολύ παράξενο που δεν πίστεψε ποτέ στον εαυτό του, ήταν πάντα τρομαγμένος και αγαπούσε πάντα έναν εραστή άπιαστο ή ακόμα χειρότερα την Γκρέτα Γκάρμπο. Ακόμα και στις βαθιά μελαγχολικές φωτογραφίες του φαίνεται η αγάπη του για τη ζωή. Ακόμα και στα αριστουργήματά του, στο καθαρό φόντο στα απαλά πρόσωπα των άλλων υπάρχει ένα δικό του κομμάτι που δεν είναι λαμπερό, δεν είναι ξένοιαστο, είναι βαθιά κρυμμένο. Αυτό που τον τρόμαζε πάντα, αυτό που δεν μπόρεσε να ξορκίσει ποτέ: Τη θλίψη της ζωής.






