Μεξικό 1950, ο Γουίλιαμ Λι περιφέρει το σαρκίο του στα μπαρ του Μεξικού. Περιφέρει το σαρκίο του διψώντας και πίνοντας, ξαναδιψώντας και ξαναπίνοντας, ενώ η σάρκα του διψά εξίσου ή και περισσότερο ισχυρά για σάρκα. Έχοντας φύγει απ’ την πατρίδα του και ζώντας σε ξένη χώρα, απελευθερωμένος από έναν παλιό φορεμένο εαυτό και συμφιλιωμένος με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό (ή έχοντας, έστω, αποδεχτεί τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ακόμα κι αν δεν είναι εκατό τοις εκατό συμφιλιωμένος μαζί του), ο Λι μοιάζει να μην ασχολείται με οτιδήποτε άλλο παρά με την εθιστική του επιθυμία και την εθιστική του ανάγκη για άντρες, αλκοόλ και ουσίες, έχοντας και την οικονομική κατάσταση που του επιτρέπει, τόσο να ασχολείται μόνο με αυτά, όσο και να τα αγοράζει. 

Αυτή είναι η ζωή του. Αν δεν γνωρίζαμε πριν μπούμε στο σινεμά, ότι πίσω από τον Λι είναι ο Μπάροουζ, ότι βασικά ο Γούλιαμ Λι είναι ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, το κινηματογραφικό του ενδιαφέρον ως χαρακτήρα θα αναζητείτο. Ναι, δεν μοιάζει ιδιαίτερα συναρπαστικός τύπος ο Λι, πιο πολύ προς το μπανάλ φέρνει, έστω το παρακμιακό μπανάλ. Αλλά έτσι πάει μερικές φορές στους συγγραφείς, πρώτα απερίσπαστα τα ζουν κι ύστερα κάθονται και τα γράφουν, κι αν μη τι άλλο στην περίπτωσή του το κόλπο λειτούργησε. 

 

 

Το κυνήγι των πολλών ανδρών θα δώσει τη θέση του στο κυνήγι του ενός, του Γιουτζίν. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να ερωτευτεί; Απλά ερωτεύτηκε και αν δεν ήταν ο Γιουτζίν μπορεί να του συνέβαινε σε πέντε – δέκα – δεκαπέντε χρόνια; Ποιος ξέρει. Καθόλου μειωμένη δεν είναι η λαχτάρα του για σάρκα και σεξ, αλλά τώρα επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο, σε ένα σώμα, σε έναν άνθρωπο. Από τον οποίο επιπρόσθετα πλέον λαχταρά επαφή, επικοινωνία, αμοιβαιότητα.

Διαφέρουν όμως. Πολύ. Ανήκουν σε άλλες κατηγορίες. Μεταξύ τους υπάρχει ανισορροπία τεσσάρων ειδών. Πρώτη η ηλικιακή. Ο Γιουτζίν είναι πολύ νεότερός του, είναι νέος κι ο Λι μεσήλικος. Η διαφορά ηλικίας δημιουργεί δυναμικές. Απ’ τη μια του όποιου, ισχνού πάντως, μεντοριλικιού – καθοδήγησης, απ΄την άλλη του -άρρητου πλην βροντερού- δεν είναι και τόσο νορμάλ να είμαστε οι δυο μαζί, δεν ανήκω στα αλήθεια δίπλα σου εγώ.

 

 

Η δεύτερη έχει να κάνει με το ότι ο Γιουτζίν είναι πολύ λιγότερο κατασταλαγμένος για τη σεξουαλική του ταυτότητα. Και άρα εν προκειμένω είναι σαν να ενσαρκώνει μια εκδοχή του παρελθόντος του Λι. Βασικά είναι σαν να ενσαρκώνει μια εκδοχή του παρελθόντος -τουλάχιστον μέχρι πρότινος, πιθανότατα σε έναν βαθμό ακόμα και σήμερα- των περισσότερων queer ατόμων, ένα στάδιο άρνησης, απώθησης, πάλης, αυτομομφής: όχι, δεν είμαι queer. Απ’ την άλλη, ναι, ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι ο Γιουτζίν δεν είναι στα αλήθεια queer, ότι η βασική του προτίμηση είναι οι γυναίκες, ότι αυτή εδώ είναι μια πολύ περιστασιακή και πειραματική φάση της ζωής του; 

Όπως και να ΄χει, οι προηγούμενες δύο οδηγούν εν μέρει στην τρίτη, την πιο βαθιά, την πιο ριζική των ανισορροπιών και διαφορών: ο Λι είναι μαγεμένος μαζί του, έχει εμμονή μαζί του, τον θέλει διαρκώς, τόσο το σώμα του όσο και την καρδιά του. Ο Γιουτζίν είναι όμως αλλού, είναι αρκετά ως πάρα πολύ λιγότερο δοσμένος, το ζήτημα τον αφορά καθοριστικά λιγότερο.

Κι ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν υπάρχει σπανιότερη και μαζί ευτυχέστερη σύμπτωση στις σχέσεις από το να θέλουν και οι δύο το ίδιο, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι σε μια σχέση σχεδόν πάντα ο ένας θα θέλει περισσότερο από τον άλλο που θα είναι πιο κουλ, καθώς ούτε θα καίγονται ισομερώς ούτε θα είναι ισομερώς κουλ, κι αυτό μπορεί αποτελεί μια διαρκή πηγή ανασφαλειών και τριβών που θα οδηγούν με τη σειρά τους σε καταπίεση και στράβωμα του άλλου, είναι πάντως ένα πράγμα αυτό, αρκετά κανονικό και φυσιολογικό, και είναι κάτι πάρα πολύ διαφορετικό, μια άλλη πίστα και ποιότητα, το να είναι κανείς σε μια σχέση όπου ο άλλος δείχνει ότι σου κάνει χάρη, ότι και πολύς σου είναι, ότι περισσότερο ανέχεται παρά επιθυμεί, ότι πραγματικά δεν τον νοιάζει. 

 

 

Οι τρεις ανισορροπίες θα εξισορροπηθούν όμως με μια τέταρτη, εκείνη που πάντοτε έπαιζε ρόλο στη ζωή και κατεξοχήν στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Λι έχει χρήματα, ο Γιουτζίν ζει με πίστωση, χρωστάει. Κι έτσι η μεταξύ τους σχέση μεταβάλλεται, αποκτά στοιχεία μιας κάποιας εν τη ευρεία έννοια συναλλαγής, με συντεταγμένες, με όρους, με όρια. Ακόμα κι έτσι, δεν παύει να βασανίζει τον Λι λιγότερο: ποιος είπε ότι ο καθορισμός όρων και ορίων μπορεί να είναι πάντοτε λυτρωτικός; Εκείνος που επιθυμεί – επιθυμεί, εκείνος που διψά – διψά.

Οι παραισθήσεις και το τριπ από ουσίες αποτελούν προνομιακό πεδίο κινηματογράφησης, επιτρέποντας στους σκηνοθέτες να παίξουν με τα συστατικά της πραγματικότητας, να τα αλλοιώσουν και να τα παρουσιάσουν διαθλασμένα. Απαλλαγμένοι από στενά χαλινάρια και κανόνες, απολαμβάνουν μια δημιουργική ελευθερία, την οποία συνήθως και αξιοποιούν δεόντως. Στο “Queer” οι σκηνές που μας προσφέρει ο Λούκα Γκουαντανίνο όταν οι ήρωές του πάρουν αγιαχουάσκα είναι από τις καλύτερες σκηνές επίδρασης ουσιών που έχω δει ποτέ, έχοντας μια σπάνια υπαρξιακή ποιητικότητα και μια αναμφίβολη κινηματογραφική δύναμη, ανεβάζοντας την ταινία κατακόρυφα, διασώζοντας τελικά στα μάτια μου την ταινία και δίνοντάς της θετικό πρόσημο, ένα πρόσημο το οποίο, αν αυτές έλειπαν ή αν ήταν λιγότερο επιδραστικές, θα ήταν αρνητικό ή στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερο. 

Κάτι έλειπε ως τότε, πολλά βασικά έλειπαν, αλλά οι συγκεκριμένες σκηνές, όσο λίγο χρονικά κι αν διαρκούν, καταφέρνουν εντελώς παραδόξως να γειώσουν την ταινία και να την κάνουν να πατήσει με μεγάλη σιγουριά στα πόδια της, καθώς της προσδίδουν τον εντελώς δικό της χαρακτήρα και έναν ισχυρό λόγο ύπαρξης. Η παραίσθηση μπορεί να αφορά συγκεκριμένα τον Λι και τον Γιουτζίν, μπορεί ακόμα πιο συγκεκριμένα να αφορά ταυτοτικά ζητήματα του Γιουτζίν, ταυτόχρονα όμως συμπυκνώνει μια κοινή, οικουμενική παραίσθηση, ένα κοινό, οικουμενικό ζητούμενο, έναν πόθο και μαζί έναν τρόμο: τον πόθο και μαζί τον τρόμο να γίνεσαι ένα με τον άνθρωπό σου, να ξεπερνάτε εσωτερικούς και εξωτερικούς φραγμούς, εμπόδια, ανασχέσεις, να εξακολουθείτε προφανώς να είστε δύο διαφορετικές οντότητες, αλλά έχοντας πλέον εισχωρήσει σχεδόν υπερβατικά η μία μέσα στην άλλη, ψυχή τε και σώματι, μέσω του σώματος και στην ψυχή.

 

 

Όλη η φωτεινότητα, η ακμή και ο συγχρονισμός του ζευγαριού στο «Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου», δίνουν στο “Queer” τη θέση τους στα αντίθετά τους, κάνοντας τις δύο ταινίες του Γκουαντανίνο να μπορούν να λειτουργούν και συμπληρωματικά η μία στην άλλη. Η πολυπλοκότητα των «Αντιπάλων» απουσιάζει εμφατικά στο “Queer”, μολονότι το σενάριο το υπογράφει ξανά o Τζάστιν Κουρίτσκες, αλλά προφανώς εδώ τον περιορίζει πολύ το πρωτογενές υλικό, η ομώνυμη νουβέλα του Μπάροουζ. Aκόμα κι έτσι πάντως, ανάμεσα σε άλλα, παραμένει κατασκευαστικά προβληματικό το πόσο άγαρμπα ας πούμε θα μπει κάποια στιγμή το ζήτημα της εξάρτησης του Λι από την ηρωίνη και πόσο εξίσου άγαρμπα θα ξεχαστεί.

Σε μια ερμηνεία καριέρας, o Ντάνιελ Κρεγκ θα αποτελούσε από μόνος του αρκετά ισχυρό κίνητρο για να επιλέξει να δει κανείς το “Queer”. Χρωστά πολλά στον τρόπο που τον κινηματογραφεί ο Γκουαντανίνο, ο Γκουαντανίνο του χρωστά πολλά για όσα ο Κρεγκ, με ενίοτε σπαρακτική αλλά ποτέ κραυγαλέα τρυφερότητα και ευθραστότητα, εκπέμπει και μεταδίδει.