Κι αν έχουμε γνωρίσει αντιπαθητικούς χαρακτήρες στον κινηματογράφο, τόσο αντιπαθητική σαν την Πάνσι όμως δύσκολα. Τόσο εντελώς αντιπαθητική, τόσο εντελώς ανυπόφορη, που στο πρώτο τουλάχιστον μέρος της ταινίας μπορείς να καταλογίσεις στον Μάικ Λι, ότι έχει φτιάξει περισσότερο μια καρικατούρα ή έστω ένα σύμβολο προκειμένου να μεταφέρει ένα μήνυμα, παρά έναν αληθινό άνθρωπο. Ότι αποκλείεται να είναι συγκεντρωμένο σε έναν άνθρωπο τόσο πολύ, τόσο αδιαπραγμάτευτο, τόσο πολυδιάστατο στράβωμα με τα πάντα.

Της Πάνσι της φταίνε τα πάντα και δεν της αρέσει τίποτα. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να της δίνει λίγη χαρά. Ούτε στον ύπνο της δεν μπορεί να βρει την παραμικρή παρηγοριά και ψυχική ξεκούραση· κοιμάται ακανόνιστες ώρες και πολλές φορές και μέσα στην ημέρα, ξυπνώντας πάντα με τρόμο, σε σοκ, πετάγεται, σαν να συνειδητοποιεί ότι αυτή η απάλευτα δύσκολη συνθήκη που ήταν ο ύπνος της, τώρα θα πρέπει να δώσει τη θέση της στην ακόμα πιο απάλευτα ενοχλητική συνθήκη που είναι η ζωή της.

Τι της έχει πάει τόσο λάθος στη ζωή; Η ίδια η ζωή. Δεν προκύπτει από πουθενά ότι είχε κάποιες φιλοδοξίες που δεν πραγματοποιήθηκαν, κάποια όνειρα για μια άλλη, ομορφότερη ζωή. Παντρεύτηκε από φόβο μην μείνει ολομόναχη. Από ένα αρνητικό και αμυντικό συναίσθημα και όχι από αγάπη ή έστω ταίριασμα και κάτι θετικό. Ο άντρας της δεν της κάνει, αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε ότι έχει κι αυτός τα μεγάλα του θέματα, πάλι δεν προκύπτει ότι θα της έκανε κάποιος άλλος διαφορετικός. Δεν της κάνουν γενικά οι άνθρωποι, δεν της κάνει γενικά η ύπαρξη.  

 

  

Κατά τα άλλα, ο άντρας της είναι υδραυλικός και ως γνωστόν οι υδραυλικοί πάντα έχουν τον τρόπο να μην έχουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Οικονομικά λοιπόν εντάξει είναι τα πράγματα. Από υγεία διαμαρτύρεται μεν, αλλά περισσότερο σε ψυχογενή αίτια μπορούν να αποδοθούν όσα λέει ότι την ενοχλούν, παρά σε κάτι οργανικό. Και εν πάση περιπτώσει δεν έχει κάτι σοβαρό. Το μόνο που μπορείς όντως να θεωρήσεις σημαντικό πρόβλημα είναι ότι ο εικοσιδυάχρονος, ιδιαίτερα ευτραφής, γιος της, είναι άνεργος και άεργος, περνά όλη τη μέρα σπίτι, κλεισμένος στο δωμάτιό του, με τα ακουστικά του στο αυτί, παίζοντας βιντεοπαιχνίδια, τρώγοντας, χωρίς καμία εμφανή διάθεση να ενεργοποιηθεί επαγγελματικά, κοινωνικά, προσωπικά, με μόνη δραστηριότητα το να πηγαίνει βόλτες να πάρει αέρα, που ακόμα κι αυτές την ενοχλούν και αποτελούν αφορμές να του την πει. 

Η μικρότερη αδελφή της από την άλλη είναι τόσο διαφορετική, σαν να είναι το ακριβώς αντίθετό της, λες και γεννήθηκε από άλλους γονείς, λες και μεγάλωσε κάπου αλλού. Κι οι δυο δικές της κόρες είναι ολοζώντανες, χαρούμενες, μέσα στη φυσική ντοπαμίνη της νιότης, περνάνε καλά οι δυο τους, περνάνε καλά οι τρεις τους με τη μαμά τους, γελάνε, πειράζονται και αγαπιούνται, χωρίς συστολές και φίλτρα. Στην περίπτωσή τους, δυο αδελφές που μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι, φαίνεται ότι έχουν παρόμοια προσέγγιση προς της ζωή. Στην περίπτωση της μαμάς τους και της θείας τους της Πάνσι όμως, μόνο αυτό δεν συνέβη. Πόσο συχνά κάνουμε αυτό το λάθος, πόσο συχνά δηλαδή νομίζουμε ότι επειδή δυο αδέλφια μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, μεγάλωσαν και με τον ίδιο τρόπο; Είναι λίαν πιθανό να μεγάλωσαν και με αρκετά ως πολύ διαφορετικό, ίσως αν όχι τόσο με βάση όσα τους έλεγαν οι γονείς τους, όσο με βάση όσα τους έδειχναν, με βάση τη στάση και ενδεχομένως και τα συναισθήματα που είχαν απέναντί τους. Από εκεί και πέρα δίνει η ίδια η ταινία επαρκείς νύξεις για το τι στο μεγάλωμα της Πάνσι θα μπορούσε να την έχει κάνει όπως την έκανε; Περιγράφει μεν μια διαφορά στις συνθήκες ανατροφής των δύο αδελφών, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι μια διαφορά την οποία ο Μάικ Λι προσπαθεί να αναγάγει σε εξήγηση.

Αν λοιπόν δεν είναι ζήτημα ανατροφής, τι θα μπορούσε να είναι; Ζήτημα φύσης; Μια ξένη κριτική αποφαίνεται πως πρόκειται για την πιο αυθεντική κινηματογραφική αναπαράσταση της μεταιχμιακής διαταραχής προσωπικότητας. Δεν είμαι ειδικός. Μπορεί και να είναι. Μπορεί και όχι, μπορεί η διάγνωση της Πάνσι να είναι άλλη, κι αν δεν πάσχει από κατάθλιψη με την ιατρικώς αποδεκτή έννοια του όρου, σίγουρα πάσχει από καταθλιψάρα. Ωστόσο όπως εγώ δεν είμαι ειδικός, νομίζω εξίσου δεν ενδιαφέρεται να τους υποκαταστήσει ο Μάικ Λι, αντιμετωπίζοντας την ηρωίδα του ψυχιατρικοποιημένα. Θέλω να πω, ακόμα και αν δεχτούμε ότι με μια διάγνωση, με φάρμακα, με χρόνια ψυχοθεραπεία, η Πάνσι θα μπορούσε να είναι δραστικά καλύτερα, δεν είναι αυτό το πόιντ της ταινίας. Γιατί πράγματι, παρακολουθώντας μεν τις «Πικρές Αλήθειες», δεν γίνεται να μην σκεφτείς ότι η συγκεκριμένη γυναίκα χρειάζεται κάποιου είδους βοήθεια, αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που γυρίστηκε για να πει: «Παιδιά, είναι θεμελιώδης η ψυχική υγεία, μην φοβηθείτε να αντιμετωπίσετε ό,τι έχετε, απευθυνθείτε σε ειδικούς». 

 

 

Στην πλούσια καριέρα του, ο Μάικ Λι βουτάει ξανά και ξανά στους ψυχισμούς των ανθρώπων, δείχνοντάς μας όχι σπάνια ανθρώπους που βρίσκονται σε ψυχικά άκρα, είτε βασανιστικά σκοτεινά είτε αξιοζήλευτα φωτεινά. Η τέχνη, ο κινηματογράφος, ο Μάικ Λι με ανθρώπους ασχολείται, αντιμετωπίζοντάς τους ως ανθρώπους και πρωταγωνιστές των ιστοριών τους και της ζωής τους. Οι ψυχιατρικές αντιμετωπίσεις είναι για άλλα πεδία, όσο για τις ψυχοθεραπευτικές, μακάρι μέχρι το 8.500 μετά Χριστόν να λύσει και ο τελευταίος άνθρωπος τα ζητήματά του ψυχοθεραπευτικά, ώστε να πάψει να ταλανίζεται και ο ίδιος και οι άλλοι δίπλα του. Μέχρι τότε όμως η τέχνη θα εξακολουθεί να έχει υλικό για ανθρώπινες ιστορίες, από εκεί και πέρα ας μην τη χρειαστούμε άλλο κι ας ζήσουμε επιτέλους σε έναν ψυχικό και υπαρξιακό παράδεισο. Μέχρι τότε άλλωστε θα έχει επικρατήσει και ο κομμουνισμός και η παγκόσμια διαρκής ειρήνη, οπότε και από πλευράς υλικών συνθηκών ο παράδεισος θα είναι παρών.

Το λύσαμε κι αυτό, ας πάμε παρακάτω. Την ενόχληση που προκαλεί στους πάντες η ηρωίδα, για μεγάλο διάστημα μου την προκαλούσε και η ίδια η ταινία. Όσο όμως αρχίζει σταδιακά να ανοίγει το φόκους του Μάικ Λι, βλέπεις ότι οι «Πικρές Αλήθειες» φυσικά και έχουν μια κεντρική ηρωίδα, αλλά δεν θέλουν να μιλήσουν μόνο για εκείνη. Δεν είναι προσχηματική ή απλά συμπληρωματική η παρουσία των άλλων ανθρώπων δίπλα της. Από τη μια, τα υπόλοιπα δύο μέλη της οικογένειάς της, ο άντρας της και ο γιος της: δεν έχουμε να κάνουμε με μία μεγάλη δυστυχία, αλλά με τρεις. Μια οικογένεια από την οποία απουσιάζει εντελώς κάθε έννοια ζεστασιάς. Τρεις κλεισμένες στον εαυτό τους μονάδες που συμβιώνουν κάτω από την ίδια στέγη σε περιβάλλον ψυχικής κακοποίησης. Από την άλλη, η αντιπαραβολή με την οικογένεια της αδελφής της. Η οικογένεια μπορεί να είναι πηγή δυστυχίας και μιζέριας. Αλλά μπορεί να είναι και πηγή αγάπης, σύνδεσης, νοήματος και χαράς. Όπως ακριβώς και η ζωή.

 

 

Η Μαριάν Ζαν-Μπατίστ είναι σαρωτική. Καταβυθίζεται εντελώς την ηρωίδα της, με έναν τρόπο κάθε άλλο παρά πρωτοφανή στο σινεμά του Μάικ Λι. Είναι κυρίαρχη αλλά δεν είναι μόνη. Η Μισέλ Όστιν που υποδύεται την αδελφή της στέκεται επάξια στο πλάι της. Ο Nτέιβιντ Γουέμπερ που υποδύεται τον σύζυγο, καλείται να παίξει έναν ρόλο πιο μονοκόμματο και μηδενικά αβανταδόρικο, αλλά έστω και με τα ελάχιστα, έστω και στο τέλος, δείχνει ότι και η δική του καταβύθιση δεν είναι αμελητέα. 

Εκτίμησα ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο ο Λι οδηγεί τα πράγματα προς το φινάλε τους. Είναι δίκαια αμείλικτος εκεί που νομίζει ότι πρέπει να είναι (δίκαια, αλλά κάθε άλλο παρά χαιρέκακα και εκδικητικά, αντιθέτως σπαρακτικά), μεροληπτώντας και επιφυλάσσοντας μια χαραμάδα φωτός πάλι εκεί που νομίζει, ακόμα κι αν θα μπορούσε να του καταλογιστεί ότι πρόκειται για μια εξέλιξη αυθαίρετη και όχι τόσο αληθοφανή. Αλλά όσο αληθινοί κι αν είναι οι ήρωες, δεν παύουν να είναι βγαλμένοι από το μυαλό του συγγραφέα τους. Δικαιούται να τους λυπηθεί, δικαιούται να τους χαϊδέψει, δικαιούται να τους προσφέρει μια στιγμή τρυφερότητας. Ακόμα όμως και η στιγμή που αφήνει λίγο φως να μπει, ακόμα και το ότι δεν τελειώνει με αυτήν, όπως θα έκανε ας πούμε οποιοσδήποτε Αμερικάνος κινηματογραφιστής, μέινστριμ ή μη, είναι ενδεικτική των προθέσεών του για τις «Πικρές Αλήθειες». Δεν θα κάνει πίσω. Δεν είναι μια ταινία για το φως, αλλά για την έλλειψή του. Είναι μια ταινία για το γεγονός ότι η μεγαλύτερη κόλαση δεν είναι οι άλλοι, αλλά ο ίδιος σου ο εαυτός. Εσύ. 

Κακό στους άλλους ανθρώπους μπορείς να κάνεις συνειδητά ή όχι, για ένα σωρό διαφορετικές αιτίες και κίνητρα. Κάνοντάς το, συνήθως ικανοποιείς κάποια δική σου ανάγκη ή επιθυμία, η οποία κάτι σου προσφέρει, κάπως σε αποζημιώνει. Αν όμως τους κάνεις κακό επειδή ζεις μέσα στη μιζέρια και τους τη μεταδίδεις διαρκώς, τότε δεν πρόκειται καν για ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, όπου το κέρδος του ενός ισούται με την απώλεια του άλλου, τότε πρόκειται για μια συνθήκη, όπου είσαι το πρώτο θύμα της μιζέριας που μεταδίδεις κι όπου απλά παίρνεις μαζί σου και άλλα θύματα, χωρίς να κερδίζεις τίποτα από αυτήν.