Μια στενή παρέα οκτώ συμφοιτητών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, τέλη δεκαετίας εξήντα – αρχές εβδομήντα, δεν θα τους γνωρίσουμε τότε, θα τους γνωρίσουμε αργότερα, αρχές δεκαετίας του ογδόντα, τριανταπεντάρηδες πια, έχει πάρει ο καθένας τον δρόμο του και έχουν διασκορπιστεί σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ, όταν θα τους ξαναφέρει κοντά ένα τραγικό γεγονός, η αυτοκτονία του ενός. Θα συναντηθούν για την κηδεία και θα καταλήξουν να περάσουν ένα τριήμερο μαζί, στο οποίο θα ξαναθυμηθούν τα παλιά, θα επιθεωρήσουν την πορεία ζωής που έχουν πάρει σε σχέση με όσα πρέσβευαν στα φοιτητικά τους χρόνια και θα προσπαθήσουν να καταλάβουν γιατί αυτοκτόνησε ο φίλος τους που δεν άφησε ούτε ένα σημείωμα, όλα αυτά βεβαίως και ευτυχώς με πολύ λιγότερο βαρύγδουπο τρόπο απ’ ό,τι τα παρουσιάζω, με καθόλου βαρύγδουπο τρόπο, με τρόπο εντελώς ουσιαστικό και καίριο και χωρίς ίχνος ρυτίδας απ’ τον χρόνο. Ξανασυναντιέσαι το 2024 με τη «Μεγάλη Ανατριχίλα» του 1983 και ο μόνος που είναι κάποια χρόνια μεγαλύτερος κάθε φορά που τη βλέπει είσαι εσύ.
Μπορούμε να χωρίσουμε τους οκτώ φίλους σε τρεις κατηγορίες.
– Οι συμβιβασμένοι κι αφομοιωμένοι: O Τομ Μπέρεντζερ μπορεί να ήθελε να κάνει κάποια πιο ποιοτική καριέρα ως ηθοποιός, είναι όμως ένας σταρ της τηλεόρασης παίζοντας έναν σέξι και ιδιαίτερα αθλητικό ιδιωτικό ντετέκτιβ. Η Μέρι Κέι Πλέις, ξεκίνησε ως ιδεαλίστρια δικηγόρος που θα υπερασπιζόταν τους λιγότερο ευνοημένους της ζωής, μέχρι που κατάλαβε ότι κάποιοι από αυτούς δεν ανταποκρίνονταν στην ιδεατή εικόνα που είχε και αποφάσισε να αλλάξει ειδικότητα δικαίου, να ασχοληθεί με αγοραπωλησίες και εταιρίες που «το μόνο που βιάζουν είναι η γη» και να βγάλει καλά λεφτάκια. Ο Τζεφ Γκόλντμπλουμ μπορεί να είχε άλλες συγγραφικές ή έστω δημοσιογραφικές φιλοδοξίες, αλλά γράφει εύπεπτα, αβανταδόρικα και επιφανειακά άρθρα για δημοφιλές περιοδικό. Ο συμβιβασμός της Τζόμπεθ Γουίλιαμς είναι ευρύτερος, δεν έχει να κάνει τόσο με επαγγελματικές ή καλλιτεχνικές φιλοδοξίες (αν και έγραφε κι αυτή στο κολέγιο), έγινε μάνα, νοικοκυρά και σύζυγος σε ένα γάμο που της παρέχει ασφάλεια αλλά και πλήρη έλλειψη συγκινήσεων.
– Οι απροσάρμοστοι, οι μη κανονικά ενταγμένοι, οι λούζερς: Ο Γουίλιαμ Χαρτ σπούδασε ψυχολογία, εργάστηκε σε ραδιοφωνικό τοκ σόου ως ψυχολόγος για ένα διάστημα, αλλά τα έχει παρατήσει και ζει μέσα αφενός στα ναρκωτικά -τα οποία και καταναλώνει και μικροεμπορεύεται- και αφετέρου την αυτολύπηση για την ανικανότητα που του προκάλεσε η θητεία του στο Βιετνάμ. Ο Κέβιν Κόστνερ τα παράτησε ακόμα νωρίτερα, παράτησε τις σπουδές του στη Φυσική και ζούσε από μικροδουλειά σε μικροδουλειά, χωρίς καν τη δικαιολογία του Βιετνάμ. Είναι αυτός που αυτοκτόνησε. Είναι επίσης κι αυτός που δεν θα δούμε ποτέ στην οθόνη, καθώς ο Λόρενς Κάσνταν αποφάσισε ότι οι σκηνές που είχαν γυριστεί με εκείνον δεν κολλούσαν με το υπόλοιπο κλίμα της ταινίας.
– Το ζευγάρι που πέτυχε χωρίς συμβιβασμούς: Η Γκλεν Κλόουζ είναι γιατρός και έχει παντρευτεί τον Κέβιν Κλάιν που είναι σούπερ επιτυχημένος επιχειρηματίας με 28 καταστήματα με αθλητικά είδη και στα πρόθυρα εξαγοράς της επιχείρησής του από κάποιον κολοσσό. Οι άλλοι ας έχουν τις τύψεις τους για τους συμβιβασμούς τους, ο Κέβιν Κλάιν που είναι στις επιχειρήσεις και άρα στο εξ ορισμού λιγότερο ιδεαλιστικό επαγγελματικό πεδίο, μοιάζει και να έχει ενστερνιστεί πλήρως το αμερικάνικο όνειρο και ακριβώς επειδή είναι επιχειρηματίας να δραστηριοποιείται σε έναν χώρο που δεν απαιτήθηκε να κάνει εκπτώσεις, γιατί εκεί όλα από την αρχή είναι πουλάω – αγοράζω.
Η ειρωνεία είναι πως στις ΗΠΑ, ή μάλλον στον καπιταλισμό, η μεγαλύτερη επιτυχία οδηγεί σχεδόν νομοτελειακά στην εξαγορά αυτού που έχεις φτιάξει στο σύνολό του, εξαγορά που είναι ταυτόχρονα και δικαίωση αποτιμητή σε χρήμα. Η δεύτερη σχετική ειρωνεία είναι ότι εκτός από την πλουσιοπάροχη ανταμοιβή εκείνου που έγινε εξαρχής επιχειρηματίας και συντονίστηκε πλήρως με τους κανόνες του παιχνιδιού, υπάρχει και η λιγότερο θεαματική πάντως όχι ασήμαντη ανταμοιβή της πρώτης κατηγορίας, των συμβιβασμένων. Έχουν αφομοιωθεί, έχουν γίνει σαν τα μούτρα ενός συστήματος που κάποτε πολεμούσαν σθεναρά κι εκείνο με τη σειρά του δεν τους έχει αφήσει οικονομικά παραπονεμένους.
Και υπάρχει φυσικά το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, υπάρχει φυσικά η πολιτικοποίηση των σίξτις και των σέβεντις και ο ρεϊγκανισμός και ο νεοφιλελευθερισμός των έιτις, δεν θα ισχυριστώ σε καμία περίπτωση ότι είναι αμελητέα αυτά στο κόντεξτ της ταινίας, αλλά εκτός της ευρύτερης ιδεολογικής μετάβασης στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι νομίζω βάσιμο ως αυτονόητο να υποστηρίξουμε ότι η μετάβαση από τον ιδεαλισμό στην πραγματικότητα κι από το είμαι θεωρητικά αντίθετος στον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα μέχρι το στην πορεία θα αρχίσω να λειτουργώ κι εγώ κονφορμιστικά στον σκοπό τους, είναι και αρκετά οικουμενική συνθήκη της μετάβασης από τον ιδεαλισμό της φοιτητικής νιότης στον πραγματισμό της εισόδου στον επαγγελματικό στίβο. Η παρέα ήταν πολιτικά ανήσυχη και λόγω εποχής και λόγω ηλικίας και θέσης. Μετά αναγκάστηκε να συγκρουστεί με την πραγματικότητα.
Και θα ήταν λάθος να πούμε ότι ο Κάσνταν λέει ευθέως ή έστω υπαινίσσεται, πως ο Χαρτ και ο Κόστνερ, τα δύο μέλη της παρέας που δεν προσαρμόστηκαν στους όρους αυτής της πραγματικότητας, που η σύγκρουση μαζί της τους πέταξε έξω, είναι οι πιο ρομαντικοί και οι πιο συνεπείς όλων. Η μη προσαρμογή τους δεν φαίνεται να γίνεται στο όνομα αξιών, μοιάζει περισσότερο με λουζεριά, η οποία στην περίπτωση του Χαρτ πάντως έχει ως ισχυρή δικαιολογία και εξήγηση ότι ήταν ο μόνος που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη σκληρότερη πλευρά της πραγματικότητας και του συστήματος με τη θητεία του στο Βιετνάμ και όσα εκείνη του προξένησε.
Ένα από τα πολλά δώρα του υποδειγματικού σεναρίου του Λόρενς Κάσνταν και της Mπάρμπαρα Μπένεντεκ είναι ότι δεν αφήνει να γίνει καρικατούρα κανείς, όχι μόνο εντός της παρέας, αλλά και εκτός της. Ο Ρίτσαρντ, ο άντρας που θα προσφέρει ασφάλεια και σιγουριά και σταθερότητα στην Τζόμπεθ Γουίλιαμς, αυτό που της έλειπε όταν μεγάλωνε, ο σύζυγος που εκείνη ξέρει ότι δεν θα την απατήσει ποτέ επειδή φοβάται τον έρπη (το AIDS ήταν ακόμα οριακά έξω από το στρέιτ ραντάρ), δεν παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος ευχαριστημένος με τη ζωή του. Αυτό δεν θα έλεγε το στερεότυπο; Ότι έχει τη δουλίτσα του, τα ωραία του παιδάκια, την ωραία του τη γυναικούλα, έχει ό,τι θα ήθελε ποτέ να θέλει, αυτός ο άχρωμος και φοβικός. Αλλά ο Ρίτσαρντ απολαμβάνει τις αϋπνίες του (τις οποίες η γυναίκα του δεν έχει πάρει καν χαμπάρι) γιατί τότε τουλάχιστον μπορεί να έχει λίγες στιγμές ησυχίας σπίτι του, χωρίς τα παιδιά, τις απόλυτες προτεραιότητές τους και τα θέλω τους στα πόδια του. Δεν τα βρίσκει όλα ιδανικά στο σπίτι του. Ούτε στη δουλειά του του αρέσει που είναι υποχρεωμένος να γλείφει τον κάθε παπάρα από τον οποίο εξαρτάται, αλλά το κάνει. Ο Ρίτσαρντ δεν είναι κάποιος που είναι καλά επειδή είναι λιγότερο ανήσυχο πνεύμα από την παρέα, ο Ρίτσαρντ, όπως μας εξηγεί αφοπλιστικά, είναι κάποιος που κανείς δεν του είπε ποτέ ότι η ζωή θα είναι διασκεδαστική. Και ζει αναλόγως.
Κι αυτή είναι η βασική του διαφορά από τους ήρωες της παρέας. Εκείνοι ήθελαν και εξακολουθούν να θέλουν η ζωή τους να είναι διασκεδαστική. Κι όταν δεν είναι ματαιώνονται. Κι η διασκέδαση στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στις αρχές του εβδομήντα, ειδικά αν ήσουν φοιτητής σε καλό Πανεπιστήμιο, ήταν υπό μία έννοια γεμάτη πολιτικοποίηση και συλλογικότητα και ιδεολογίες και συγκρούσεις. Καθόλου επικριτικά δεν το λέω, δεν λέω ότι τότε υποκρίνονταν κάτι. Αυθεντικά πίστευαν ό,τι πίστευαν, αυθεντικά έκαναν ό,τι έκαναν, αλλά εξεγείρεται και αντιδρά όποιος θεωρεί ότι η ζωή μπορεί να είναι καλύτερη για όλους, δικαιότερη για όλους, διασκεδαστικότερη για όλους. Και συγκρουόμενος το ζούσε, το διασκέδαζε. Άλλοι οι όροι της διασκέδασης στη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα κι άλλοι του ογδόντα, κυρίως όμως άλλοι οι όροι της διασκέδασης όταν είσαι λίγο πριν και λίγο μετά τα είκοσι, άλλοι όταν είσαι στα μισά της δεκαετίας των τριάντα.
Η σκηνή στο σούπερ μάρκετ με το γεμάτο καρότσι και τις τρεις γεύσεις οικογενειακού παγωτού που αγοράζουν, μπορεί να είναι και πολλά άλλα πράγματα μαζί, είναι πάντως μια σκηνή που οι ήρωες και δικαιούνται και μπορούν και όντως ικανοποιούν την επιθυμία τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Δίπλα στα παγωτά, όλα αυτά τα ναρκωτικά μοιάζουν να είναι η μόνη αμετάβλητη σταθερά από τα χρόνια της φοιτητικής αμφισβήτησης. Εκ των υστέρων μπορεί να πει κανείς πως η αυθεντική γενιά των μπούμερς στις ΗΠΑ μια χαρά τα είχε όλα. Και την επαναστασούλα της και τους συμβιβασμούς της και τη ζωάρα της.
Το σενάριο είναι τόσο πλούσιο που μπορεί κανείς να αναλύει ώρες τον κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά. Ο Μπέρεντζερ είναι ο πιο εκδηλωτικός συναισθηματικά ήρωας, αλλά το (αληθινό) συναίσθημά του δεν είναι αρκετό ώστε να τον αποτρέπει να βαριέται την οικογενειακή ζωή με παιδιά. Ο Γκόλντμπλουμ απ’ την άλλη, λέει πως όλοι οι άνθρωποι κάτι επιδιώκουμε να πετύχουμε κάθε φορά και ότι τελικά όλη αυτή η γλίτσα που βγάζει μπορεί και να τον κάνει και πιο έντιμο και πιο αξιοπρεπή, γιατί δεν κρύβεται από κανέναν, είναι διάφανος. Ο Κλάιν και η Κλόουζ έχουν τόσο περίσσευμα ψυχικό και ο καθένας μόνος του αλλά και ως ζευγάρι που θέλουν να σώζουν τους πάντες. Ο Χαρτ απ’ την άλλη αμφισβητεί εντόνως αν όντως μπορούμε να σώσουμε ποτέ κανέναν. Μήπως το να είσαι ραδιοφωνικός ψυχοθεραπευτής είναι πιο επιλήψιμο απ’ το να είσαι μικροέμπορος ναρκωτικών; Ως ποιον βαθμό μπορούμε να καταλάβουμε τον άλλο, να τον προσπελάσουμε, να τον συμβουλεύσουμε; Κι ίσως κι ο Κόστνερ, που την παραμονή της αυτοκτονίας του έκανε υπέροχο σεξ και που γενικά την τελευταία περίοδο έμοιαζε σε καλή φάση ζωής, δεν άφησε σημείωμα επειδή δεν έκοψε τις φλέβες του από απελπισία – απελπισία, αλλά από κάτι πιο παροδικό, πιο επείγον, λιγότερο απελπισμένο παρά το αμετάκλητο του αποτελέσματός του.
Ο Κέβιν Κλάιν πλένει στην μπανιέρα τον γιο του, που είναι στην πραγματικότητα ο γιος του Λόρενς Κάσνταν, κι εκεί υπάρχει κάτι απ’ τον παράδεισο, ναι. Μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Κι ο παράδεισος να διακοπεί. Ο καθένας απ’ τους ήρωες μόνος του αλλά τελικά και κυρίως όλοι μαζί ως σύνολο. Η έννοια της παρέας και όλα όσα ενσωματώνει. Οι δυναμικές της, οι αλληλεπιδράσεις της, οι καταπιεσμένες ή εκδηλωμένες επιθυμίες ανάμεσα στα μέλη της.
Η «Μεγάλη Ανατριχίλα» είναι γεμάτη τραγούδια απ’ τα νιάτα των ηρώων της, αλλά για μένα θα είναι πάντα τα δύο πρώτα της τραγούδια εκείνα που θα κουμπώνουν πάνω της, όπως ελάχιστες φορές έχει κολλήσει τραγούδι πάνω σε ταινία. “I Heard it through the Grapevine” και “Υου can’t always get what you want”.
Ο Λόρενς Κάσνταν παρέδωσε τη δεκαετία του ’80 τρεις εντελώς σημαντικές ταινίες, τρεις από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, την «Έξαψη», τη «Μεγάλη Ανατριχίλα», τους «Αταίριαστους Εραστές», υπήρχε μια εποχή που ο Γουίλιαμ Χαρτ ήταν ο καλύτερος ηθοποιός του κόσμου και μέσα σε ένα all star -όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων- καστ το δείχνει κι εδώ, αλλά πώς να μη βάλουμε και την Γκλεν Κλόουζ δίπλα του, κι αν το αρχίσουμε έτσι, δεν θα είναι αδικία να αφήσουμε τους άλλους; Θα αφήσω έξω μόνο τη Μεγκ Τίλι γιατί δεν είναι της παρέας, θα αφήσω έξω τον ηθοποιό που παίζει τον Ρίτσαρντ, γιατί επίσης δεν είναι της παρέας. Κι επειδή δεν είναι κανείς δεν βλέπει στα αλήθεια τον Ρίτσαρντ καθώς αλείφει τη μαγιονέζα του στα ψωμάκια του μέσα στη νύχτα, πίνοντας ταυτόχρονα το γάλα του. Και κανείς δεν μιλά ποτέ για τον Ρίτσαρντ. Ενώ θα έπρεπε.
Ίσως εκείνο που όντως θα θέλαμε θα ήταν δικαιότερες κοινωνίες. Βut you can’t always get what you want. Αλλά εκείνο που χρειαζόμαστε είναι βαθύτερο. Κι αν είμαστε τυχεροί, we get what we need: κοινωνίες στις οποίες εμείς είμαστε υλικά καλά. Τα άλλα τα βολεύουμε. Ή και όχι. Χτυπάει το τηλέφωνο για να αναγγείλει μια αυτοκτονία. Απ’ την άλλη ο Κόστνερ ήταν κι ο μόνος που υλικά δεν ήταν από μόνος του καλά, ήταν κι ο μόνος που εξαρτιόταν απ’ την καλοσύνη των φίλων, που δεν ήταν και μόνο φίλοι εδώ που τα λέμε, ήταν κι άλλα πράγματα, τι μπλέξιμο, τι μπλέξιμο που είναι καμιά φορά η ζωή. Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Μπορεί κι ο Ρίτσαρντ, χρόνια μετά την ταινία, να έκοψε τις δικές του φλέβες πάνω από φέτες αλειμμένες μαγιονέζα, όχι από ματαίωση προσδοκιών, αλλά από επαλήθευση της αφήγησης ότι η ζωή δεν είναι διασκεδαστική.







