Δυο μεσήλικοι άντρες δίπλα – δίπλα σε ένα ταξί. Ο πελάτης και ο ταξιτζής, ο Θωμάς. Είναι νύχτα. Συζητούν για τις γιορτές των Χριστουγέννων που πλησιάζουν. Συζητούν για τις οικογένειές τους. Ο πελάτης έχει βγάλει το πρόσωπό του στο παράθυρο και τραγουδά με καημό ένα τραγούδι σε περίεργη γλώσσα. Τι γλώσσα είναι, τον ρωτά ο Θωμάς. Βλάχικα. Και για τι μιλάει το τραγούδι; Για έναν σύζυγο που αποδείχτηκε άχρηστος. Για έναν αποτυχημένο της ζωής. Ο πελάτης κάθε άλλο παρά αποτυχημένος είναι. Κι όμως. Κι όμως δεν κρίνονται όλα με όρους τυπικής επιτυχίας, οικονομικής επιτυχίας. Κι όμως η ζωή είναι εξίσωση πολυπαραγοντική. Και ποιος είναι πιο αρμόδιος να κάνει την αποτίμησή της, από ό,τι ο καθένας για τον εαυτό του;
Κι ο Θωμάς; Οικονομικά δεν σκίζει, τα βγάζει πάντως πέρα, οικογενειακά τώρα σκίζει (;) – δεν σκίζει (;), όπως το βλέπει κανείς, όποια κοσμοθεωρία περί σχέσεων κουβαλάει κι όποια οπτική, ρομαντική ή πραγματιστική. Ο γιος του πάει τρίτη λυκείου και εντάξει μοιάζουν σε γενικές γραμμές μαζί, όπως με τη γυναίκα του εντάξει μοιάζουν σε γενικές γραμμές μαζί. Ή δεν μοιάζουν και τόσο εντάξει· όπως τα βλέπει κανείς. Οικονομικά είπαμε, οικογενειακά είπαμε, από υγεία όλα κομπλέ, τι μένει; Α ναι. Τα προσωπικά – υπαρξιακά. Το τι έχει κάνει ως τώρα στη ζωή του, το τι κάνει αυτή τη στιγμή, το τι χαρακτήρα έχει η εργασία του, το τι κάνει πραγματικά οδηγώντας, το τι άλλο θα μπορούσε ίσως να έχει κάνει, το τι άλλο μπορεί ακόμα ενδεχομένως να κάνει. Έχει σπουδάσει φιλολογία, παλιά δούλευε σε έναν εκδοτικό, έκανε μεταφράσεις, έγραφε ποιήματα, τώρα λέει δουλεύει σε ταξί για να συλλέγει ιστορίες ανθρώπων, μπορεί μια μέρα να κάτσει να τις γράψει.
Μέσα από μια αρκετά περίεργη συνθήκη και συγκυρία, ο Θωμάς θα γνωρίσει την Ελένη που έχει τα μισά του χρόνια και είναι σαν τα κρύα τα νερά, που λέει κι η παλιά πατριαρχική – σεξιστική – αντικειμενοποιητική έκφραση. Αν δεν υπήρχε η περίεργη συνθήκη και συγκυρία, δεν θα γινόταν οτιδήποτε μεταξύ τους. Και αυτό που γίνεται είναι κι αρκετά προφανές ότι νοηματοδοτείται και ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της περίεργης συνθήκης και συγκυρίας. Αλλά δεν είναι καθόλου προφανές για τον ίδιο τον Θωμά, ο οποίος θα φάει κόλλημα και θα αρχίσει να της βγάζει λογύδρια υπέρ της ασυγκράτητης δύναμης του κεραυνοβόλου έρωτα. Πείθει άραγε κανέναν; Βασικά πείθει τον ίδιο του τον εαυτό;
Τον πείθει μάλλον. Γιατί χρειάζεται κάτι να τον ξυπνήσει, να τον κινητοποιήσει, να τον ενθουσιάσει, να τον ταράξει, να τον βγάλει απ’ το τέλμα του. Που μοιάζει να είναι το τέλμα ενός ανθρώπου που δεν πέτυχε στη ζωή του, αλλά ίσως είναι ακόμα περισσότερο το τέλμα ενός ανθρώπου που μεγαλώνει. Όταν πέφτουν οι τίτλοι της αρχής του «Τελευταίου Ταξιτζή», θα δούμε φωτογραφίες του Θωμά όταν ήταν παιδί, όταν ήταν έφηβος, όταν ήταν πολύ νέος. Είναι φωτογραφίες από τις αντίστοιχες ηλικίες του Κώστα Κορωναίου που τον υποδύεται. Και όταν είσαι μεσήλικος και ξαναπέφτει το βλέμμα σου σε φωτογραφίες από την εποχή που ήσουν παιδί και νέος και είχες όλη τη ζωή μπροστά σου, αλλά και από την εποχή που η ζωή εκείνη τη στιγμή, στις φωτογραφίες, είναι η παιδική σου ηλικία ή η νιότη, συνειδητοποιείς ότι υπάρχει κάτι πολύ πιο δομικά και υπαρξιακά γκρίζο στον ορίζοντα, ανεξάρτητο από φιλοδοξίες και όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν. Όσο συμφιλιωμένος και να είσαι με το ότι έχεις μεγαλώσει, δεν παύει να υπάρχει εδώ κάτι όχι τρελά αισιόδοξο: τα χρόνια που ήσουν νέος είναι πίσω, μπροστά δεν θες να πολυσκέφτεσαι τι σε περιμένει.
Άρα νομίζω ότι το ζήτημα δεν είναι το πόσο βαλτωμένος είναι ο Θωμάς, όσο το ότι είναι στην ηλικία που είναι. Στα τριάντα του θα ήταν αλλιώς και μόνο από το γεγονός ότι θα ήταν τριάντα. Από εκεί και πέρα, ναι, αν κάνεις μια δουλειά που, εκτός από χρήματα για να ζεις, σε γεμίζει και σε κάνει να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, προφανώς και είναι πολύ σημαντικό, όπως και οι διαπροσωπικές σου σχέσεις είναι εξίσου σημαντικές. Αλλά τελικά ο Θωμάς δεν είναι κάποιος που η ζωή δεν του πήγε όπως θα ήθελε. Η ζωή του του πήγε σχετικά καλά. Σχετικά καλά, αλλά σίγουρα και όχι όπως θα ονειρευόταν.
Κι εδώ ακριβώς έρχονται τα ζωτικά ψεύδη, οι ψευδαισθήσεις και τα όνειρα για να καλύπτουν τα κενά. Χρειάζεται να κρατιέσαι από κάπου. Χρειάζεται να ελπίζεις κάπου. Στο ότι μια μέρα μπορεί και να γράψεις για τις ιστορίες που έζησες στο ταξί σου. Δεν βγαίνει αλλιώς. Δεν μπορεί η συνθήκη να είναι μόνο η επιβίωση. Κι αυτό είναι μάλλον και το κατά βάθος φανερό μυστικό: δεν ονειρευόμαστε προκειμένου να μπορέσουμε να πάμε κάπου αλλού, ονειρευόμαστε προκειμένου να μπορούμε να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε τον δρόμο μας. Γιατί ο δρόμος μας δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο με γυμνό ρεαλισμό και γυμνή πραγματικότητα. Χρειαζόμαστε κάτι να μας ταξιδεύει, κάτι που να βρίσκεται στο κεφάλι μας και μόνο. Και κανείς άνθρωπος δεν ζει στην αντικειμενική πραγματικότητα και μόνο, όλοι ζούμε σε αυτό το μείγμα της αντικειμενικής πραγματικότητας με όσα εμείς ονειρευόμαστε, με την προσωρινή διάσταση που αποδίδουμε στην παρούσα φάση μας, με σούπερ λυτρωτικές προβολές της στο μέλλον.
Και κάπως έτσι, αυτό που βρίσκεται στο κεφάλι μας τροποποιώντας μέσα του την πραγματικότητά μας, είναι κι αυτό που μας κρατά καθηλωμένους σε αυτήν, αφού αρνούμενοι να δούμε τα πράγματα κατάματα τα τραβάμε στο διηνεκές και μέχρι να τελειώσει ο χρόνος μας και να είναι πάρα πολύ αργά. Και ίσως στην περίπτωση εκείνης της μειοψηφίας που κατορθώνει να βγει από το συγκεκριμένο τριπάκι και να ασχοληθεί σοβαρότερα με τα όνειρά της (ανεξαρτήτως αποτελέσματος και τελικής έκβασης), δεν έχουμε να κάνουμε καν με όνειρα, ίσως δηλαδή εξαρχής έχουμε να κάνουμε μα κάτι πολύ πιο απτό, με μια ανάγκη αληθινή, με μια ανάγκη που θέλει να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα και όχι να αποτελέσει ναρκωτική ουσία διαφυγής από την πραγματικότητα.
Πάντως, όσο αυτό που έχεις στο κεφάλι σου αφορά εσένα μόνο, έχουμε να κάνουμε με μια φαντασίωση ακίνδυνη για τους τρίτους. Όταν όμως αυτό που έχεις στο κεφάλι σου αρχίσει να αφορά και έναν άλλο άνθρωπο, που τον ερωτεύτηκες ή οτιδήποτε άλλο, τότε αρχίζουν και τα δύσκολα, αρχίζουν να μπαίνουν και τα όρια, αρχίζουν και οι παραβιάσεις των ορίων. Το τι φαντασιώνεσαι σε σχέση με τον άλλο. Το τι θεωρείς ότι δικαιούσαι σε σχέση με τον άλλο. Το τι διεκδικείς από τον άλλο, όχι όμως αδιαφορώντας καταρχάς για τα θέλω του, όχι για να πεις αυτό θέλω εγώ και μόνο και δεν με αφορά η δική σου επιθυμία, αλλά γιατί βγάζεις στο μυαλό σου θεωρίες περί δικαίου και αμοιβαιότητας της επιθυμίας. Όχι, δεν είσαι μόνο εσύ το θέμα, είναι κι ο άλλος. Κι ο άλλος δικαιούται. Δικαιούται ένα αληθινό μαζί, το μαζί με σένα. Δικαιούται να αφεθεί κι αυτός στον έρωτα. Δικαιούται και ο άλλος να βιώσει πόσο μεγαλειώδης εμπειρία είναι ο αληθινός έρωτας.
Το βασικό κλειδί για να καταλάβουμε τον Τράβις στον «Ταξιτζή» ήταν ότι δεν είχε εαυτό, ότι παραήταν κενός, ότι όλα τα υπόλοιπα έπονταν. Ο Τράβις οδηγούσε το ταξί του υπερβολικά άδειος, ο Θωμάς οδηγεί το δικό του ταξί ίσως έχοντας μεγάλη ιδέα για το πόσο γεμάτος είναι, πάντως άδειος δεν είναι σίγουρα. Απλά κάπως παραιτημένος. Μέχρι να κινητοποιηθεί. Ένα κολάρο στο λαιμό του που αμέσως μετά εξαφανίζεται, ίσως για να δώσει τη θέση του σε ένα ζευγάρι γυαλιά, ίσως για να δώσει τη θέση του σε ένα άλλο βλέμμα, μακριά από την προφύλαξη και τον φόβο. «Ο Τελευταίος Ταξιτζής» ξεκινά με πολύ έντονο, πολύ πλούσιο και μαζί πολύ ελπιδοφόρο τρόπο, δίνοντας σου την αίσθηση ότι μπορεί να ανοίξει προς ένα σωρό διαφορετικές κατευθύνσεις.
Κάπου στα μισά του όμως, αρχίζεις και ανησυχείς ότι θα πάρει μια εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση, που θα τον περιορίσει εκ των πραγμάτων. Στο μυαλό θα έρθει το “Suntan”, το οποίο εξαιρετικό ήταν μεν από μόνο του, αλλά θα προτιμούσες να μην παρακολουθείς κάτι τόσο παρεμφερές σε θεματική. Ευτυχώς η ανησυχία δεν κρατά πάρα πολύ. Ευτυχώς φτάνοντας «στην παραμονή της παραμονής», το τελευταίο τρίτο της ταινίας και απρόβλεπτα εξελίσσεται και ύφος αλλάζει εν μέρει, παίρνοντας μαζί της τον θεατή σε ένα μικρό ταξίδι, του οποίου η αφετηρία μπορεί να μοιάζει πολύ γνωστή, αλλά η πορεία του και η κατάληξή του ξαφνιάζουν ευχάριστα. Ο Στέργιος Πάσχος βρίσκει τρόπο να δραπετεύσει από τον περιορισμό στον οποίο φαινόταν να είχε κλειστεί, βρίσκει διεξόδους, ανατρέπει το τραπέζι που είχε στήσει, όσο πλησιάζουμε στα τελευταία λεπτά ανοίγει το βλέμμα του και το δικό μας σε κάτι πολύ πιο γόνιμο και περιεκτικό από την εμμονή ενός ήρωα.
Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το «Άφτερλωβ», η συναισθηματική ένταση είναι και πάλι παρούσα, η σωματικότητα είναι και πάλι παρούσα, το βύθισμα στους ήρωες είναι και πάλι παρόν, η πρωτεύουσα θέση των ηθοποιών είναι πάλι παρούσα, ο Κώστας Κορωναίος κέρδισε το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 64ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήταν υποψήφιος στα βραβεία ΙΡΙΣ 2024 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, εξίσου δίκαια υποψήφιες στα ΙΡΙΣ ήταν η Κλέλια Ανδριολάτου για πρώτου γυναικείου και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου για δεύτερου, ο Έκτορας Λιάτσος και ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης κλείνουν μια πεντάδα εξαιρετικών ερμηνειών.
Μετά το ζευγάρι του «Άφτερλωβ», ο Πάσχος στρέφει το βλέμμα του σε άλλα τρία: του Θωμά με τη γυναίκα του, της Ελένης με τον φίλο της και του Θωμά με την Ελένη. Τα δύο προϋπάρχοντα και υπαρκτά, το τρίτο μια φαντασίωση, μια επιθυμία, μια προσδοκία ζευγαριού, που απειλεί εκ των πραγμάτων την ύπαρξη των άλλων δύο. Το ζευγάρι του «Άφτερλωβ» είχε τελειώσει και προσπαθούσε να καταλάβει το γιατί. Αν και τι θα επιβιώσει στον «Τελευταίο Ταξιτζή» και με ποιους όρους, η απάντηση στην οθόνη. Και αμέσως μετά στο μυαλό και την καρδιά των θεατών.
«Ο Τελευταίος Ταξιτζής» είναι μια μικρή σε μέγεθος και μπάτζετ ταινία, όχι φτιαγμένη για το μεγάλο κοινό, φτιαγμένη γιατί έτσι την ήθελε και τη φαντάστηκε ο δημιουργός της, είναι όμως ταυτόχρονα μια ταινία που αν τη συναντήσει το μεγάλο κοινό, θεωρώ ότι στην πολύ μεγάλη του πλειοψηφία θα μπει μέσα της, θα συνδεθεί κατάσαρκα μαζί της και θα πάρει μαζί της κάτι από τους ήρωές της και τις επιλογές τους. Και τελικά δεν είναι ένας ο ήρωάς της. Είναι τέσσερις, για να μην πω πέντε.





