Tα τελευταία χρόνια ανακαλύπτω την jazz μουσική. Oύσα ενθουσιασμένη από την ποιότητα και την αρτιότητα της εγχώριας σκηνής η ενημέρωση στην ενότητα της πλατφόρμας streaming «Νέες Κυκλοφορίες για Εσένα» για το “Cosmogonie” του Srdjan Ivanovic ήρθε σχεδόν σαν ένα έξτρα στοχαστικό μουσικό sountrack. Ο δίσκος “Cosmogonie” αρχικά με κέντρισε από τον τίτλο. Η φαντασία μου έφτιαχνε έναστρους ουρανούς με απόκοσμους ήχους, ωστόσο είναι μια jazz σουίτα, με πολύ ανθρώπινο ήχο που σε βάζει σε ένα ταξίδι πολύ ιδιαίτερο και προσωποποιημένο για τον κάθε ακροατή. Η ροή του είναι σχεδιασμένη για να να ακούγεται ως ενιαίο έργο και ουσιαστικά είναι ένα ενιαίο ταξίδι που θα αφιερώσεις στον εαυτό σου για 48 λεπτά. Το άλμπουμ αποτελείται από δεκατρία κομμάτια, εμπνευσμένα και ονομασμένα από την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου, όπως αυτή αφηγείται στην αρχαία ελληνική μυθολογία και αν έχεις και μια φαντασία λίγο πιο ανεπτυγμένη ίσως ο μύθος αποκτήσει μια προσωρινή υπόσταση. Το κεντρικό θέμα του “Cosmogonie” είναι καθολικό και διαχρονικό: η δημιουργία του κόσμου. Και μέσα από αυτή τη σκέψη προέκυψε μια άλλη ιδέα: μήπως η πιο σημαντική ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ίδια η δημιουργία του κόσμου, αλλά οι αφηγήσεις που επινόησε για να την ερμηνεύσει; Έτσι λοιπόν συναντήσαμε τον Srdjan Ivanovic, τον συνθέτη του άλμπουμ.

Ο Srdjan Ivanovic, γεννήθηκε στο Σαράγεβο, διέφυγε από τον πόλεμο στη Βοσνία ως παιδί και έφτασε στην Ελλάδα. Τα έντονα γεγονότα της εποχής, ο αντίκτυπός τους στη ζωή του και το γεγονός ότι περιβάλλεται από μουσική τον σημαδεύουν και καταλήγει τελικά να βρει διέξοδο μέσα από τα τύμπανα και την τζαζ. Ήδη στα 16 και 17 του χρόνια, πριν φύγει για σπουδές στην Ολλανδία παίζει σε διάφορα σχήματα με μουσικούς όπως ο Γιώτης Κιουρτσόγλου, ο Γιώργος Παλαμιώτης, ο David Lynch, ο Δημήτρης Τσάκας. Λίγο πριν την επίσημη παρουσίαση του “Cosmogonie” την Δευτέρα 18 Μαΐου στο Half Note, μιλήσαμε με τον Srdjian Ivanovic για την αρχαία ελληνική μυθολογία, τις εικόνες του τότε και του τώρα και φυσικά για τα τύμπανα.

Η έμπνευση πίσω από τον δίσκο είναι η αρχαία ελληνική μυθολογία. Τι σε κέντρισε σε αυτή περισσότερο από μια θρησκεία ή ένα φιλοσοφικό ρεύμα;

Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον στην αρχαία ελληνική μυθολογία είναι ότι οι θεότητες δεν είναι αλάνθαστα και άγια όντα, αλλά αντίθετα έχουν ανθρώπινη συμπεριφορά: αγάπη, μίσος, υπερηφάνεια, ζήλια κτλ. Η περιγραφή της ύπαρξης του κόσμου είναι αφορμή για να «υμνήσουμε» τον άνθρωπο με έναν πολύ όμορφο τρόπο. Αν το σκεφτούμε, αυτό που κάνουμε στη μουσική είναι το ίδιο: με διάφορες αφορμές εκφράζουμε τα ανθρώπινα συναισθήματα. Πέραν αυτού, η αρχαία ελληνική μυθολογία είναι γνωστή σε πάρα πολύ κόσμο, τουλάχιστον στην Ευρώπη, και η μυθολογία της ύπαρξης είναι ίσως η πιο οικουμενική ιστορία της ανθρωπότητας. Ήθελα να πάρω ως οδηγό μια ιστορία όσο πιο ανθρώπινη και οικουμενική.

Οι συνθέσεις μπορούν να λειτουργήσουν και αυτόνομα αλλά την δύναμή τους την αποδεικνύουν στην ολότητα της ακρόασης. Σκέφτομαι κάπως έτσι συμβαίνει και με εμάς τους ανθρώπους;

Ναι, ακριβώς. Πιστεύω ότι όταν αφιερωνόμαστε σε έναν ανώτερο σκοπό και συνεργαζόμαστε, είμαστε πιο δυνατοί από ό,τι όταν ενεργούμε μεμονωμένα. Ελπίζω βέβαια ο σκοπός αυτός να είναι προς το συμφέρον όλων…

Πριν από έναν χρόνο, όταν πρωτοπαίξαμε αυτό το υλικό, ήθελα να προσφέρουμε στους ακροατές που έρχονται στα live μια βιωματική εμπειρία, όπου θα ξεχάσουν τον χρόνο, ιδανικά και τον τόπο, και το μουσικό στυλ, ή ακόμα και ποιον ακούνε. Και πραγματικά αυτό έγινε· δεν ξέρω σε ποιο σημείο, αλλά το κοινό από την πρώτη συναυλία ήταν μαζί μας στο ταξίδι.

Στον δίσκο είναι διαφορετικά· ο τρόπος που ακούμε δεν είναι ο ίδιος. Γι’ αυτό και τα κομμάτια είναι σε ξεχωριστά tracks, αλλά φυσικά το ιδανικό θα ήταν να ακουστεί από την αρχή μέχρι το τέλος.

Στην Ελλάδα βρήκες ένα διπλό καταφύγιο. Πως ήταν τα πρώτα χρόνια; Πως ξεκίνησαν όλα εδώ; Αν και διαβάζω πως περιβαλλόσουν ήδη από τη μουσική….

Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα: καινούργια χώρα, καινούργια οικογένεια (στην Αθήνα έμενα με τον πατέρα μου και την Ελληνίδα σύζυγό του, ενώ στο Σαράγεβο με τη μητέρα μου), καινούργια γλώσσα, σχολεία κτλ. Είχα όμως πολύ κόσμο γύρω μου πρόθυμο να με συμπεριλάβει και να βοηθήσει, ευτυχώς.

Η μουσική ήταν πάντα γύρω μου μέσω του πατέρα μου. Στο μουσικό γυμνάσιο-λύκειο της Παλλήνης ανακάλυψα τα τύμπανα και άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά με τη μουσική.

Πώς φαίνονται οι εικόνες παιδιών σε εμπόλεμες ζώνες του σήμερα, στα μάτια ενός ενήλικα που ως παιδί έχει υπάρξει σε αντίστοιχες του χθες;

Περιέργως, νομίζω πως κάποιος που έχει ζήσει κάτι τέτοιο ίσως να έχει και λιγότερη συμπόνια, αφού το έχει δει και ο ίδιος και ίσως να έχει «καεί» συναισθηματικά. Εγώ ουσιαστικά είχα την τύχη να μη μείνω για πολύ στην εμπόλεμη ζώνη (αν και για μερικές εβδομάδες έζησα τους βομβαρδισμούς — κοιμόμασταν σε καταφύγια, χωρίς στρώματα, τα οποία βάζαμε στα παράθυρα), αλλά την ατυχία να μη δω τη μητέρα μου από τα 8 έως τα 14 μου. Ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο και τα παιδιά υποφέρουν περισσότερο, αλλά συχνά δεν μπορούν να το δείξουν.

Στα 16 σου φεύγεις για σπουδές στην Ολλανδία και εκεί τι γίνεται; Πώς επέλεξες τα τύμπανα ως το «ηγετικό» μέσον έκφρασης;

Στα 18… Τα τύμπανα τα επέλεξα ακούγοντας έναν «μεγάλο» την πρώτη μου χρονιά στο μουσικό γυμνάσιο στην Παλλήνη. Ερωτεύτηκα αυτόν τον ήχο και γράφτηκα σε ένα ωδείο στην Αγία Παρασκευή, όπου είχα την τύχη να διδάσκει ο Γιώργος Πολυχρονάκος, φανταστικός ντράμερ και παιδαγωγός.

Στην Ολλανδία βρέθηκα σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχαν πάρα πολλοί καλοί -νέοι σαν εμένα- μουσικοί, σε κάθε όργανο. Στην Ελλάδα νόμιζα ότι ήμουν «το ταλέντο» – εκεί είδα ότι υπήρχαν πάρα πολλά τέτοια ταλέντα, σε όλα τα όργανα… Οι συμμαθητές μου από τότε έχουν γίνει φίλοι και μουσικοί συνεργάτες, όπως ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος ή ο Mihail Ivanov από το Blazin’ Quartet.

Το “CRONOS & REA” είναι ένα καθαρόαιμο nu jazz κομμάτι. Το ύφος του είναι πολύ ηλεκτρικό και καταλαβαίνω πως κάποια στιγμή ίσως πέρασες από την “rock era” σου. Πώς κατέληξες με ένα jazz κουαρτέτο και όχι σε μια rock μπάντα ή ακόμα σε ένα disco -pop περιβάλλον;

Ναι, η ροκ ήταν η πρώτη μουσική που με μάγεψε: Queen, Jethro Tull, Dire Straits, αλλά και αργότερα πολλά άλλα. Στο Λύκειο έπαιζα με μια ροκ μπάντα. Μουσικά έχω ανοιχτούς ορίζοντες — με ενδιαφέρουν όλα. Ο δίσκος «ΞΕΝΟΣ», που βγήκε το 2023, είναι ουσιαστικά ένας ροκ δίσκος παιγμένος από τζαζ μουσικούς, με πολλά παραδοσιακά στοιχεία. Αλλά αυτό που μου αρέσει στη μουσική είναι το αυθόρμητο, ο αυτοσχεδιασμός και η σύνδεση στη στιγμή με την μπάντα και με το κοινό. Στην τζαζ το έχουμε αυτό· στη disco-pop, δύσκολα…

Ακούγοντας και προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές διακρίνω όπως και στο “Cosmogonie” ένα ανάλαφρο ύφος και μια ελπίδα ακόμα και στις πιο down tempo στιγμές σου. Η δική σου «φιλοσοφία» για το τώρα, το σήμερα για όσα φέρνει ο χρόνος, ποια είναι;

Έχω μία πίστη στην ανθρωπότητα, παρ’ ό,τι κατά περιόδους είναι δύσκολο να την έχει κανείς. Πιστεύω ότι θα καταλάβουμε τι είναι πραγματικά καλό για όλους μας και θα κινηθούμε προς αυτό. Έχω την πεποίθηση επίσης ότι τα ωραία στη ζωή είναι μπροστά μας — οι δύο προηγούμενοι δίσκοι του Blazin’ Quartet είχαν αυτό το θέμα. Το “La mer, la pierre, la terre, l’oiseau” ήταν εμπνευσμένο από κάτι που λέει ο Ζορμπάς στο βιβλίο «Αλέξης Ζορμπάς»: τι θαύμα είναι τα πράγματα γύρω του — η θάλασσα, οι πέτρες, η γη, τα πουλιά…
Ο τίτλος του δίσκου “Sleeping Beauty” είναι επίσης εμπνευσμένος από την ιδέα ότι όλα γύρω μας είναι όμορφα, αρκεί να ξυπνήσουμε σε αυτή την ομορφιά.

Χρησιμοποίησες τη λέξη «εμβύθιση» για να περιγράψεις την ανάγκη όλων μας πια για απερίσπαστη ακρόαση. Ποιος ήταν ο τελευταίος δίσκος που άκουσε στο repeat και απερίσπαστα;

Ο δίσκος που τελευταία ακούω σε repeat είναι ο “Mingus” της Joni Mitchell — από τους αγαπημένους μου δίσκους: ποιητικός, δυναμικός, τα έχει όλα και δεν δείχνει καθόλου την ηλικία του (1975).