Βρισκόμαστε στο 1939, ελάχιστους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που δεν θα ξεσπάσει ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά με την απειλή του να επικρέμαται καιρό πάνω απ’ τα κεφάλια του κόσμου, ωστόσο στον κόσμο του «Κανόνα του Παιχνιδιού» κανείς δεν φαίνεται να σκοτίζεται για το ενδεχόμενό του. Κάπου στη γαλλική επαρχία ένας αριστοκράτης καλεί στην έπαυλή του τους εκλεκτούς του καλεσμένους για κυνήγι, για παρουσίαση μικρών θεατρικών και μουσικοχορευτικών σκετς, για παρουσίαση των καινούριων αποκτημάτων της συλλογής του, για να περάσουν εν πάση περιπτώσει ένα ευχάριστο και ξέγνοιαστο διήμερο. Όχι εντελώς ξέγνοιαστο δηλαδή, αφού προβλήματα υπάρχουν, το ερωτικό παιχνίδι και τα συναισθηματικά βάσανα που το ακολουθούν ταλανίζουν τους οικοδεσπότες, τμήμα των καλεσμένων, αλλά και τμήμα του υπηρετικού προσωπικού. 

Βρισκόμαστε στο 2024, και 85 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, μια Δευτέρα βράδυ στα τέλη του Ιουλίου «O Κανόνας του Παιχνιδιού» προβάλλεται σε μια σχεδόν κατάμεστη θερινή αίθουσα στην Αθήνα. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσοι τον βλέπουν για πολλοστή φορά (έχοντας όμως ακόμα κι έτσι την πολύ σπάνια ευκαιρία να τον δουν σε μεγάλη οθόνη) και πόσοι για πρώτη, μπορώ όμως να υποθέσω ότι, αν όχι για όλους, πάντως για τους πολύ περισσότερους, η ανταμοιβή είναι μεγάλη. Η παρακολούθηση δεν έχει τίποτα το συγκαταβατικό, το «τηρουμένων των αναλογιών», του μουσειακού ενδιαφέροντος, οι θεατές δεν προσπαθούν να καταλάβουν γιατί «πρέπει» να τους αρέσει η ταινία επειδή μνημονεύεται τόσο συχνά και τόσο ψηλά στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, αντίθετα η ταινία επιδρά μέσα τους ως κάτι εντελώς φρέσκο, καινούργιο, καίριο. 

 

 

Η τόσο μεγάλη χρονική απόσταση ανάμεσα στη δημιουργία του έργου που προβάλλεται στην οθόνη και το παρόν των θεατών που το παρακολουθούν ακυρώνεται, καθώς η οθόνη γεμίζει με εικόνες που εκπέμπουν ζωντάνια, μια ζωντάνια που μοιάζει να έρχεται όχι από το μακρινό χθες αλλά από μια πρόταση για το αύριο. Γιατί σπανίζει, σπανίζει τόσο πολύ, αυτή η ζωντάνια από το σινεμά. Είναι σαν η συγκεκριμένη συνθήκη να μην αποτελεί ένα από τα βασικά ζητούμενα των ανθρώπων που κάνουν κινηματογράφο, να θεωρείται δεν ξέρω τι, ίσως πλαστή, ίσως παράταιρη, ίσως εκτός θέματος, ίσως εις βάρος της ατμόσφαιρας, ίσως εκτός του σφικτού σκηνοθετικού ελέγχου.

Είναι σαν «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» να απολαμβάνει της αναγνώρισης που απολαμβάνει ως εξαίρεση και όχι ως έργο που άνοιξε δρόμους, είναι σαν να πάρθηκαν άλλοι δρόμοι πιο εύκολοι, πιο τεμπέλικοι, λιγότερο ευφάνταστοι. Όπως ας πούμε η προσήλωση στο να διηγηθούμε μία ιστορία, η οποία να είναι το κέντρο των πάντων. Δεν εννοώ ότι απ’ τον «Κανόνα του Παιχνιδιού» απουσιάζει η αφήγηση μιας ιστορίας· ούτε φτερό στον άνεμο είναι, ούτε αποτελεί κάποιου είδους πρόσχημα. Κάθε άλλο. Αλλά έχει διαφορετική φύση. Η ιστορία δεν είναι το άλφα και το ωμέγα κι όσα συμβούν εντός της δεν θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον μας, η ιστορία είναι το πλαίσιο, ένα πλαίσιο το οποίο μπαίνει με τη σειρά του προς παρατήρηση και αναστοχασμό. Δεν είναι μονοδιάστατη. Είναι πολυπρισματική. Όχι μια μεμονωμένη ιστορία, αλλά μια μεγαλύτερη συνεκτική. Δε συμβαίνει ένα πράγμα σε έναν, άντε δύο, κεντρικούς ήρωες, συμβαίνουν πολλά σε πολλούς. Πολλά, αν και σε μεγάλο βαθμό παρόμοια, με μικρότερες ή μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ τους, που ενδεχομένως και να κάνουν όλη τη διαφορά. Πάντως σε πολλούς και ταυτόχρονα. Και καθένας απ’ τους πολλούς είναι σημαντικός, κανείς εδώ δεν είναι κομπάρσος, τα φώτα πέφτουν ισότιμα σε όλους. Κι έτσι κάθε τι που συμβαίνει σε κάποιον έχει πρωτεύουσα σημασία. Αλλά -κι εδώ είναι ένα από τα κλειδιά του «Κανόνα»- και έχει και ταυτόχρονα δεν έχει τόση σημασία. Σχετικοποιείται, όχι μόνο επειδή συμβαίνει και σε τόσους άλλους γύρω του, αλλά ενίοτε σχετικοποιείται κι από μόνο του, από αντιφατικές στάσεις ενός ήρωα ή μιας ηρωίδας, από ένα μια έτσι – μια αλλιώς, από ένα όπου φυσάει ο ερωτικός άνεμος, ή ακόμα κι από το πού συγκρούεται με την πραγματικότητα, τα δικά της όρια, τις δικές της ανατροπές.

 

  

 

Κι όλο αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι ο Ρενουάρ το παρουσιάζει χωρίς καμία ηθικολογία, μα με κέφι και μαζί με μελαγχολία, με κάποια ειρωνεία αλλά μαζί και με τρυφερότητα, με βλέμμα αμφίσημο και όχι καταγγελτικό, με ευαισθησία για τους ήρωές του που ακόμα κι αν λειτουργούν καρικατουρίστικα δεν τους αντιμετωπίζει ως καρικατούρες. Κι αν λέγονται πολλά «Σ’ αγαπώ», από τη μια προφανώς και σε πειστικότητα χάνουν και θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν, απ’ την άλλη όμως ενδεχομένως να είναι μόνο μια ρομαντικοποιημένη εκδοχή του ρομαντισμού αυτή η οποία πλήττεται, ενδεχομένως το ζήτημα δεν είναι το πόσο ψεύτικα είναι τα «Σ’ αγαπώ» αλλά πόσο αληθινά, πόσο αληθινά και ψεύτικα μαζί, πόσο πάντα κάτι σημαίνουν, πόσο πως ποτέ δεν γίνεται να μη σημαίνουν απολύτως τίποτα.

Το σινεμά θα μπορούσε να είναι αυτός ο μεγάλος χορός των ανθρώπων, που παρακολουθούμε στη ταινία του Ρενουάρ. Που μπαίνουν και βγαίνουν απ’ τα πλάνα, σε διαρκή αλληλεπίδραση, σε διαρκή αναζήτηση, σε διαρκή κίνηση. Ο τρόπος που κινούνται, που χορογραφούνται, αυτό το μικτό αποτέλεσμα που είναι το σινεμά, που δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτή καθαυτή η πραγματικότητα, είναι κάτι δημιουργημένο, κάτι επινοημένο, κάτι σκηνοθετημένο, αλλά την ίδια ώρα έχει μέσα του και στοιχεία της πραγματικής ζωής, αφού εντός των πλάνων κινούνται αληθινοί άνθρωποι, αυτά είναι τα σώματά τους εκείνη την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, αυτές οι φωνές τους, αυτές οι κινήσεις τους, αυτές οι πρωτοβουλίες τους και οι όποιοι αυτοσχεδιασμοί τους, κρατούν αληθινά ποτήρια, φορούν αληθινά κουστούμια, κινούνται μέσα σε ένα αληθινό σπίτι ή σε ένα αληθινό δάσος, αποτελώντας όλα μαζί, συναρθρωμένα μέσω του μοντάζ σε μια ροή συνεχών εικόνων, μέρος μιας ιστορίας που βρίσκεται σε κίνηση, οικοδεσπότες, καλεσμένοι και υπηρέτες υπηρετώντας μαζί ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά ταυτόχρονα ζώντας ως φυσικά σώματα εντός του συγκεκριμένου οράματος, 

Το συγκεκριμένο μέσο, η συγκεκριμένη τέχνη και πολύ περισσότερο η συγκεκριμένη ταινία εγκιβωτίζει ζωή. Τη σκηνοθετεί αλλά και ταυτόχρονα την καταγράφει, την αποτυπώνει. Και είναι πολύ ενδιαφέρον ότι και ίδια η ταινία μετά την αρχική κάκιστη υποδοχή που είχε, κόπηκε, τεμαχίστηκε, πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να αποκατασταθεί και πρακτικά να αναστηθεί, είναι και το δικό της σώμα που επέστρεψε στη ζωή για να αρχίσει να βρίσκει τότε την καταξίωση. Τότε και έκτοτε ως και τώρα και μάλλον ως και για πάρα πολύ μετά το τώρα. 

 

 

Απ’ το ξεκίνημά του «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» σε παίρνει απ’ τα μούτρα, εικονοποιώντας μια κουλτούρα μιντιακής φρενίτιδας. Να το ραδιόφωνο, να η ανάγκη άμεσης μετάδοσης των νέων, να τα όλα τώρα σε απευθείας σύνδεση, ο πομπός και οι δέκτες, να επίσης και το αεροπλάνο με το μεγάλο του επίτευγμα. Είμαστε τεχνολογικά πια κάπου αλλού. Η τεχνολογία θα μπορούσε να μας πάει μόνο μπροστά. Αλλά μόνη της η τεχνολογία δεν αρκεί για να γίνει η ζωή καλύτερη, τα πιο μαύρα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου είναι προ των πυλών. Έτσι, επιστρέφοντας σε όσα λέγαμε παραπάνω, στον «Κανόνα του Παιχνιδιού» η ιστορία δεν είναι μόνο όσα βλέπουμε. Είναι και όσα δεν βλέπουμε. Είναι ότι εν έτει 1939 βλέπουμε να διαδραματίζονται αυτά και όχι άλλα. Υπ’ αυτήν την έννοια «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» είναι κι ένα είδος ντοκιμαντέρ, ο Ρενουάρ φτιάχνει ένα ντοκιμαντέρ της πραγματικότητας όπως όντως είναι, έστω για μια προνομιούχα τάξη: μακάρια και τραλαλά. 

Όποιες κι αν ήταν οι αντιδράσεις όταν πρωτοπροβλήθηκε, το κρίσιμο κατά τη γνώμη μου δεν είναι η αποτύπωση κάποιας κατάπτωσης των ηθών της μπουρζουαζίας. Δεν ξέρω καν αν είναι η εκ των υστέρων ανάδειξη αιτιών, ότι δηλαδή μια από τις αιτίες που μας οδήγησαν στον όλεθρο ήταν ότι υπήρχαν κοσμάρες. Το κρίσιμο -πάλι κατά τη γνώμη μου- είναι το πώς ακριβώς συγκροτούνται οι κοσμάρες. Το αληθινό σκάνδαλο είναι αυτό που τις συγκροτεί, αυτό που τις νομιμοποιεί, οι μηχανισμοί που δημιουργούν το ιδεολογικό περίβλημα και την πρακτική δυνατότητα ώστε κάθε κοσμάρα να λειτουργεί μέσα στη φούσκα της. Η κοσμάρα που επιτρέπει όλες σου οι ανησυχίες να είναι οι ερωτικές, με τον Παγκόσμιο Πόλεμο να ετοιμάζεται να σου χτυπήσει την πόρτα. Η φούσκα: αυτό είναι το φυσιολογικό, αυτή είναι η τάξη των πραγμάτων, αυτή είναι η δική μας τάξη κι αυτή η δική σας, των υπηρετών, που μοιάζετε να τη θεωρείτε κι εσείς με τη σειρά σας κανονική και αυτονόητη ή έστω αναπόδραστη. Αυτή επίσης είναι η ανθρώπινη τάξη, αυτή που επιλέγει να σκοτώνει φασιανούς και κουνέλια γιατί μπορεί και γιατί διασκεδάζει με αυτό, ένα σπορ των ευγενών και των πλουσίων, μια ευγενής άμιλλα, κάτι για να περνάει η ώρα. 

 

 

Το πρόβλημα δεν είναι τα ερωτικά παιχνίδια εντός της φούσκας, οι απιστίες, οι αυταπάτες, τα σκιρτήματα, η λαγνεία. Το πρόβλημα δεν είναι η καλοπέραση και η ζωάρα εντός της φούσκας. Το πρόβλημα είναι ότι οι συγκεκριμένες κοσμάρες στηρίζονται στην ύπαρξη του υπολοίπου κόσμου για να συντηρούν το δικό τους στάτους κβο και ότι δεν γίνεται να λειτουργούν ως νησίδες αποκομμένης πραγματικότητας. Το πρόβλημα είναι ότι και σήμερα φυσικά εξακολουθούν να υπάρχουν οι αντίστοιχες. Κι ότι εξίσου φυσικά αυτό δεν θα έπρεπε να θεωρείται φυσικό. Ότι ο κόσμος παραμένει ένας, εντελώς συνδεδεμένος μεταξύ του και αλληλοεπηρεαζόμενος. Και ενίοτε συγκρούεται και οι άνθρωποι σκοτώνουν στα ίδια ευρωπαϊκά δάση ανθρώπους σαν κουνέλια και φασιανούς. Πριν το σπίτι δίπλα από το Άουσβιτς, το σπίτι της ένοχης γνώσης της «Ζώνης Ενδιαφέροντος», υπήρχε η έπαυλη της μακάριας αμεριμνησίας στον «Κανόνα του Παιχνιδιού».