O Julien Gosselin, το τρομερό παιδί της ευρωπαϊκής θεατρικής σκηνής, πρώην αναπληρωτής διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο του Στρασβούργου σε ηλικία μόλις 27 ετών, και από τον φετινό Ιούλιο καλλιτεχνικός διευθυντής του θρυλικού Odéon-Théâtre de l’Europe στο Παρίσι θα παρουσιάσει τη νέα του δημιουργία «Το Παρελθόν» (Le Passé) του Λεονίντ Αντρέγεφ στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση που συμπεριέλαβε την παράστασή του-στην πρώτη της συνεργασία με τον διεθνή δημιουργό- στο φετινό επετειακό της πρόγραμμα. Το ελληνικό κοινό τον γνώρισε μέσα από τις τρεις παραστάσεις που παρουσίασε νεότατος στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: «2666» βασισμένο στο έργο του Ρομπέρτο Μπολάνιο (2016), «Τα στοιχειώδη σωματίδια» βασισμένο στο μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ (2017) και «1993» του Aurélien Bellanger (2018).

Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι το απόσταγμα μιας κοινής δημοσιογραφικής συζήτησης που οργανώθηκε από τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση εν όψει της επικείμενης πρεμιέρας της παράστασης. Το πολυτάλαντο καλλιτεχνικό ιδίωμα του Julien Gosselin αποκαλύφθηκε μπροστά μας: ριζοσπαστικό, ευαίσθητο, φλεγόμενο, ακραίο, συναρπαστικό.

Μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή ήταν η αναφορά του στο έργο του Mario Banushi, που θα παρουσιαστεί στο Odéon-Théâtre de l’Europe στο Παρίσι την άνοιξη του ’26 (το Mami 9 – 16 Απριλίου και το Goodbye Lindita 28 Μαρτίου – 5 Απριλίου 2026). Μάλιστα, στις 19 Οκτωβρίου μετά την κυριακάτικη (παράσταση) ματινέ θα γίνει συζήτηση με το κοινό μεταξύ Julien Gosselin και Mario Banushi για το Le Passé, ενώ ο διεθνής δημιουργός στις 18 Οκτωβρίου θα δώσει και masterclass συγγραφής και σκηνοθεσίας στη Μικρή Σκηνή της Στέγης.

Le Passé | photo: ©Simon Gosselin

Είναι μια φράση, ένα νόημα ή η ατμόσφαιρα του Αντρέγιεφ που σας κατέκλυσε και σας έκανε να ασχοληθείτε με τα γραπτά του; Υπάρχει κάποια συνδετική γραμμή μεταξύ των μικρών μυθιστορημάτων που ανεβάζετε στο ίδιο έργο στη σκηνή;

Θα πω εν συντομία πώς ήρθα σε επαφή με το έργο του. Ήθελα πολύ να κάνω μια παράσταση για το παρελθόν και η πρώτη εικόνα που είχα στο μυαλό μου ήταν μια παράσταση του Τσέχωφ. Mε όλους τους χαρακτήρες να πεθαίνουν κατά τη διάρκειά της. Κάτι σαν αυτό. Σαν να πεθαίνουν όλοι οι χαρακτήρες. Διάβαζα όλα τα ρωσικά έργα αυτής της περιόδου και κάποια στιγμή έψαχνα για μια μετάφραση του έργου «Τα παιδιά του ήλιου» του Γκόρκι, το οποίο θεωρούσα ότι είναι ένα θεατρικό έργο που μπορεί να σχετίζεται με το ερώτημα που με απασχολούσε. Το ερώτημα σε σχέση με το παρελθόν. Απευθύνθηκα  σε έναν φημισμένο μεταφραστή στη Γαλλία, ο οποίος είναι ο καλύτερος μεταφραστής. Το όνομά του είναι André Markowicz και είναι γνωστός στη Γαλλία για τις μεταφράσεις του Ντοστογιέφσκι, του Τσέχωφ… όλων. Και του εξήγησα την ιδέα μου και μου είπε: «Ξέρω έναν Ρώσο που κανείς δεν θέλει να ανεβάσει πια στη σκηνή. Αυτό είναι πραγματικά περίεργο και πολύ λυπηρό. Ίσως είναι αυτό που αναζητάς».

Ξεκινώντας να διαβάζω τα έργα του, θα έλεγα ότι υπήρξαν δύο πράγματα που με συνέδεσαν αμέσως μαζί του: Το πρώτο είναι η ιστορική στιγμή της γραφής στη Ρωσία που συνδέεται με το φιλοσοφικό κίνημα του κοσμισμού, που το συναντάμε χρόνια αργότερα με έναν διαφορετικό τρόπο στις ταινίες του Ταρκόφσκι. Αυτή ήταν η ιδέα και βασίζεται στη δύναμη του να λες κάτι πραγματικά παράξενο: ότι οι ζωντανοί άνθρωποι θα φύγουν από τον πλανήτη Γη. Και τότε, όταν ο πλανήτης θα είναι απαλλαγμένος από αυτούς, οι νεκροί θα επιστρέψουν. Και αυτό είναι ένα είδος μυστικισμού που δεν υπάρχει, καθόλου στον Γκόρκι ή τον Τσέχωφ. Για εμένα ήταν πραγματικά ενδιαφέρουσα η ιδέα ότι όλα όσα βλέπουμε δεν είναι πάντα κοινωνιολογική, πραγματική ή μια κοσμική εμπειρία. Δεύτερον, ο Αντρέγιεφ βρίσκεται σε μία από τις μεταιχμιακές στιγμές της λογοτεχνίας, και πρέπει να πω ότι λατρεύω αυτού του είδους τις στιγμές. Ξέρετε, ανάμεσα, ας πούμε, σε δύο κινήματα, το είδος του νατουραλισμού που είναι ο νατουραλισμός του Τσέχωφ ή του Γκόρκι και επίσης στα μελλοντικά κινήματα που θα δούμε στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και τη Ρωσία, όπως ας πούμε, ο φουτουρισμός, ο σουρεαλισμός και όλα αυτά.

Και αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον είναι  η γραφή σε αυτή τη στιγμή αλλαγής, γεγονός που σημαίνει ότι τα γραπτά δεν είναι τέλεια. Βρίσκονται πάντα στο ενδιάμεσο. Είναι πάντοτε παράδοξα. Ξέρετε δεν με ενδιαφέρει μόνο να διηγούμαι ιστορίες. Στην πραγματικότητα, δεν με ενδιαφέρει, αλλά μου αρέσει πολύ να βλέπω τη χειρονομία της γραφής, να βλέπω τη φιλοδοξία και την αδυναμία της και να τις αναμεταδίδω στη σκηνή, ώστε το κοινό να μπορεί επίσης να παρατηρεί τις κινήσεις της λογοτεχνίας στο έργο μου. Έτσι, όταν ανακάλυψα τον Αντρέγιεφ, διάβασα τα πάντα. Λέω τα πάντα, αλλά δεν είναι όλα. Διάβασα  όλα όσα είχαν μεταφραστεί  στα αγγλικά ή τα γαλλικά. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί. Και σκέφτηκα, ότι ίσως επειδή κάνω αυτό που θέλω, μπορώ να βρίσκομαι -έστω και νοερά- στο περιβάλλον αυτού του συγγραφέα.

Κάθε παράσταση που ξεκινάω είναι ένα στοίχημα για μένα. Και πάντα είναι ένα στοίχημα όταν χρησιμοποιώ πολλά κείμενα ενός συγγραφέα επειδή μου αρέσουν, επειδή πιστεύω ότι δραματουργικά είναι ενδιαφέροντα. Πάντα στοιχηματίζω ότι με τη δύναμη της σκηνής θα επιτρέψουν τη δημιουργία συνδέσεων που όμως δεν είναι πρόδηλες. Κατά τη γνώμη μου αυτά τα έργα, δημιουργούν ένα είδος γαλαξία ήχων, προτάσεων, νοημάτων και αυτό μου αρέσει. Για παράδειγμα, στην παράσταση υπάρχει το κυρίως κείμενο που είναι αυτό της Εκατερίνα Ιβάνοβνα και είναι πιο κοντά στον νατουραλισμό -ακόμα και αυτό βέβαια είναι υπό συζήτηση-. Υπάρχουν όμως και μερικά μυθιστορήματα που υποβόσκει ένα συμβολιστικό στοιχείο που είναι εντελώς παράξενο. Έτσι, και για μένα, ξέρετε, δεν θέλω το κοινό να βιώσει ένα είδος επίπεδης εμπειρίας. Δεν θέλω το κοινό να δει μια μυθοπλασία από το Α έως το Ω χωρίς την αίσθηση χάους στην εμπειρία του έργου, θέλω οι παραστάσεις μου να είναι τόσο χαοτικές όσο και η ζωή. Είναι πάντα δύσκολο να αναλύσεις τις ζωές των ανθρώπων, ενώ στις αναλύσεις των παραστάσεων οι υπεραπλουστεύσεις περισσεύουν. Θα ήθελα το κοινό να μπορεί να ξεφύγει από αυτό. Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτηση, αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Le Passé | photo: ©Simon Gosselin

Η ζωντανή κινηματογράφηση έχει γίνει χαρακτηριστικό γνώρισμα του έργου σας. Στο Le Passé, τι είδους αφηγηματική δύναμη διαθέτει η κάμερα; Καταγράφει τη ζωή ή την αποδομεί; Και πώς ο κινηματογράφος συνομιλεί με τη θεατρική αλήθεια στο όραμά σας;

Θα είμαι ειλικρινής, μπορώ να δώσω χιλιάδες διαφορετικές απαντήσεις και στην πραγματικότητα το κάνω συνέχεια. Έτσι, σήμερα το πρωί θα έχετε την πρωινή μου απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Δεν πιστεύω ότι η χρήση της κάμερας εμφυσά πνοή στη ζωή της σκηνής. Δεν το πιστεύω. Νομίζω ότι το κοινό, όταν βλέπει τη χρήση του κινηματογράφου στη σκηνή, ακόμη και χωρίς να το γνωρίζει, είναι σαν να υπάρχει μια μικρή, αδιόρατη ρωγμή μεταξύ της στιγμής της σκηνικής δράσης και της στιγμής που βλέπουμε στην οθόνη, η οποία διαρκεί για μικροδευτερόλεπτα. Αλλά τη νιώθουμε. Και είναι ανόητο αυτό που λένε συνέχεια οι σκηνοθέτες, αλλά συχνά και οι δημοσιογράφοι, ότι μερικές φορές η χρήση της κάμερας είναι κάτι που δημιουργεί περισσότερη ζωή ή που μας φέρνει πιο κοντά ή οτιδήποτε άλλο. Κατά τη γνώμη μου, μερικές φορές δημιουργεί μια μικρή αποστασιοποίηση.

Η παράσταση αυτή εμπεριέχει ένα ερώτημα που με απασχολεί: και αφορά τη θεατρική τέχνη του σήμερα σε αντιδιαστολή με τη θεατρική τέχνη του παρελθόντος. Η κάμερα χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει ένα είδος διαστολής του χρόνου στην κινηματογραφική εικόνα που συντείνει στη δημιουργία μιας ισχυρής θεατρικής στιγμής.

Επίσης, πιστεύω ότι δεν επιλέγουμε μια τέχνη -στην περίπτωσή μου, το θέατρο-, μόνο και μόνο επειδή αγαπάμε αυτήν την τέχνη. Νομίζω ότι επιλέγουμε μια τέχνη για να την εξερευνήσουμε, επειδή μας αφορά υπαρξιακά. Δεν είμαι σίγουρος ότι γίνεται κάποιος  ζωγράφος επειδή αγαπά τη ζωγραφική. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι το θέμα. Εγώ έχω ένα εγγενές ζήτημα με το θέατρο. Δεν λέω ότι δεν μου αρέσει. Δεν λέω ότι δεν αφιερώνω τη ζωή μου σε αυτό. Αλλά διαρκώς διερωτώμαι τι είναι το θέατρο; Γιατί το κάνουμε; Πώς το κάνουμε; Τι σημαίνει να κάνεις ένα σώμα να βρίσκεται στη σκηνή; Τι σημαίνει αυτή η βαθιά ιδιωτική και αδύνατη αντιπαράθεση με το σώμα κάποιου άλλου; Τι σημαίνει να κρύβεις το σώμα; Στη συγκεκριμένη παράσταση αυτές τις ερωτήσεις τις απαντώ με την κάμερα.

Ένα άλλο πράγμα που μπορώ να σας πω, είναι ότι πιθανόν εκείνη τη στιγμή που έκανα αυτή την παράσταση, ήταν πολύ δύσκολο για μένα να αντιμετωπίσω την απλή παρουσία των ηθοποιών μπροστά μου. Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά για κάποιον που κάνει θέατρο, το να έρχεται αντιμέτωπος συνεχώς με την ακραία βίαιη παρουσία ενός σώματος μπροστά του, μερικές φορές τον δυσκολεύει και πιθανόν σε αυτή τη στιγμή της ζωής μου, πάλευα με αυτό. Μερικές φορές, ξέρετε, οι επιλογές μας συνδέονται με ένα είδος, ας πούμε, βιογραφικής στιγμής ή αγώνα στον οποίο βρισκόμαστε.

Le Passé | photo: ©Simon Gosselin
Le Passé | photo: ©Simon Gosselin

Περιγράφετε το έργο σας, ως έναν αποχαιρετισμό στο παρελθόν και -λαμβάνοντας υπόψη- ότι περνάμε μια τεράστια κρίση ιδεολογικής, πολιτικής, ανθρωπιστικής, κοινωνικής κρίσης στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, πιστεύετε ότι η τρέχουσα κατάσταση στην οποία ζούμε είναι ήδη μια εικόνα του παρελθόντος;

Δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Αυτό όμως που σίγουρα μπορώ να αντιληφθώ είναι ο βαθμός ηλιθιότητας και χυδαιότητας στον δημόσιο λόγο σε παγκόσμιο επίπεδο από συγκεκριμένους ηγέτες, καθώς και το εύρος της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Αντιλαμβάνομαι όμως την ικανότητά τους στην επινόηση ενός πλαστού μυθεύματος που προσπαθούν να την επιβάλλουν ως επικείμενη πραγματικότητα, που κατά κάποιον τρόπο την πιστεύουμε όλοι! Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό γινόταν σε τέτοια έκταση και με αυτόν τον τρόπο στο παρελθόν.

Οφείλω να πω ότι για μένα η χρήση της μυθοπλασίας είναι ένα τεράστιο ερώτημα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο θέατρο- και τους καταλαβαίνω- που λένε ότι χρειαζόμαστε τη μυθοπλασία. Επειδή η μυθοπλασία μπορεί να μας πει ποιοι είμαστε, πού βρισκόμαστε, επειδή μας βοηθάει να ζήσουμε. Εγώ, ωστόσο, δεν είμαι σίγουρος. ότι χρειαζόμαστε τόσο πολύ τη μυθοπλασία. Οι άνθρωποι βρισκόμαστε συνεχώς περικυκλωμένοι από μυθοπλασίες. Πέρα όμως από τη μυθοπλασία, στην πολιτική της διάσταση που κουβεντιάσαμε νωρίτερα, κατακλύζει και την καθημερινότητα: οι άνθρωποι πηγαίνουν σπίτι, ανοίγουν το Netflix και κατακλύζονται από τη μυθοπλασία. Οι άνθρωποι πάντα και παντού προσπαθούν να βρουν τη μυθοπλασία.

Και δεν είμαι σίγουρος για το ποια είναι η απάντηση για αυτή την τέχνη που υπηρετώ, η οποία είναι επίσης μια τέχνη έξω από το φιλελεύθερο σύστημα, μια τέχνη που πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη και ισχυρή. Δεν είμαι σίγουρος ότι η απάντηση βρίσκεται πάντα στη μυθοπλασία. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό που πρέπει να προσπαθήσουμε είναι να αποδομήσουμε. Να βρούμε έναν άλλο τρόπο να δημιουργήσουμε μια μυθοπλαστική σύνδεση με το κοινό και να μην απαντάμε συνεχώς με τα ίδια εργαλεία που υπάρχουν τώρα παντού στην κοινωνία. Πιστεύουμε ότι η απάντηση είναι η μυθοπλασία. Αυτή η λέξη είναι πάντα στο στόμα του Ντόναλντ Τραμπ και των ομοιών του. Εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι εκεί βρίσκεται η απάντηση. Όμως, το θέατρο μπορεί να παραμείνει ο τόπος του ανοίκειου, κάτι που δεν φανταζόσουν ότι υπάρχει. Από άποψη δομής, αισθητικής, που θα πρέπει να αντιμετωπίσεις κάτι άγνωστο ή κάτι με το οποίο παλεύεις και αυτό για μένα είναι πολύ πιο σημαντικό σήμερα στην ηλίθια κοινωνία στην οποία βρισκόμαστε που αναπαράγει τις μυθοπλασίες συνεχώς.

Le Passé | photo: ©Simon Gosselin

Γιατί προτιμάτε στις θεατρικές σας δημιουργίες να δουλεύετε με λογοτεχνικά κείμενα;

Γιατί ασχολούμαι με τα λογοτεχνικά κείμενα; Στην πραγματικότητα δεν έχω απάντηση. Ίσως η πρώτη μου παρόρμηση είναι να κάνω θέατρο με το να έρθω αντιμέτωπος με κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμένα. Ίσως  το κοινό πιστεύει ότι κάνω μια θαρραλέα διασκευή ενός δύσκολου συγγραφέα. Όμως για εμένα αυτή η αναμέτρηση δεν δημιουργεί μόνο έναν συνδετικό κρίκο, αλλά μου εμφυσά τον ασίγαστο πόθο να κάνω παραστάσεις. Είναι η παράξενη συνθήκη τού να ζεις για 2-3 χρόνια με τα λόγια κάποιου άλλου. Ακόμα κι αν μερικές φορές είναι επώδυνο, ακόμα και αν είναι κάτι που δεν έχει τέλος. Αυτό που κάθε βράδυ με κάνει να καταστρέφομαι εντελώς ή να κλαίω. Είναι κάτι που το έχω ανάγκη. Δεν ξέρω. Ενδεχομένως να μην είναι επιλογή μου. Ίσως προέρχομαι από ένα είδος… γαμημένης παράδοσης σε κάποιο επίπεδο. Μερικές φορές το όμορφο με το θέατρο είναι να βλέπω το τέλος των παραστάσεων και των ανθρώπων, γιατί στο τέλος μένουν μόνο ένα ή δύο στοιχεία. Κάποιες φορές απομένει ένα σκηνικό, σαν ένα τοπίο χωρίς τίποτα, μερικές φορές μένουν μόνο οι τελευταίες λέξεις, μερικές φορές μένει μόνο ένα σώμα… Και αυτό το πολύ απλό όπως το να ακούω τις λέξεις ή να τις βλέπω να προβάλλονται σε έναν χώρο, θα έλεγα ότι είναι όλη μου η ζωή και για αυτό είναι τόσο δύσκολο να απαντήσω σε αυτό.

Le Passé | photo: ©Simon Gosselin

Έχετε πει: «Ότι ο λόγος που διασκευάζουμε τα κλασικά κείμενα δεν είναι η διαχρονικότητά τους ,αλλά η απόστασή τους από εμάς». Βρήκα αυτή σας τη θέση εξαιρετικά εύστοχη και ειλικρινή, θα σας παρακαλούσα, αν θέλετε να μας την αναλύσετε.

Η Γαλλία περικλείει μέσα στη διάρκεια των ετών διαφορετικές πολιτισμικές ποιότητες, έτσι μας προσφέρει την ευκαιρία να έχουμε ουσιαστική σύνδεση με  την κουλτούρα και την πολιτιστική μας κληρονομιά. Για χρόνια όμως, ήταν πραγματικά δύσκολο για τους νέους δημιουργούς, τους δημιουργούς που εργάζονταν πάνω σε σύγχρονα θέματα ή νέες εκδόσεις βιβλίων να τους δοθεί μια θέση στις σημαντικές σκηνές της  χώρας. Τα τελευταία δέκα χρόνια όμως αυτό έχει αλλάξει. Ωστόσο ακόμα επιβιώνει αυτή η αίσθηση που  μοιράζεται μεγάλος αριθμός ανθρώπων βγαίνοντας από παραστάσεις έργων του Σαίξπηρ ή του Ρακίνα ή του Μολιέρου, έλεγαν π.χ: «Ω! ο Σαίξπηρ ή ο Μολιέρος  μας άγγιξε, ίσως περισσότερο από τους σημερινούς συγγραφείς». Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρος ότι πραγματικά ισχύει αυτό. Δεν είμαι σίγουρος δηλαδή, ότι πηγαίνουμε πραγματικά στο θέατρο σήμερα για να θαυμάσουμε την ιδιοφυία του Σαίξπηρ-που είναι αδιαμφισβήτητη. Κατά τη γνώμη μου, νομίζω ότι όταν πηγαίνουμε να δούμε έναν συγγραφέα από το παρελθόν, πηγαίνουμε και για να δούμε την απόσταση που μας χωρίζει από αυτό το παρελθόν. Πηγαίνουμε επίσης για να δούμε το αποτύπωμα του θανάτου, της απουσίας και της νοσταλγίας στη σκηνή, επειδή η σκηνή δεν υπάρχει μόνο για να παρατηρήσουμε τη ζωντανή εμπειρία, είναι επίσης εδώ για να παρατηρήσουμε το πεπερασμένο. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος.

Αλλά πέρα ​​από αυτό, νομίζω ότι μερικές φορές πηγαίνουμε εκεί για να ακούσουμε «νεκρές» γλώσσες, να δούμε απαρχαιωμένες, «νεκρές» θεατρικές χειρονομίες, «νεκρά» κοστούμια. Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «νεκρό», δεν το λέω με ανόητο ή κακό τρόπο. Πηγαίνουμε εκεί και για ένα είδος… ας πούμε, πατρογονικής εμπειρίας και αυτό το λέω με μια μικρή δόση ειρωνείας. Έτσι, σχετικά με αυτή μου τη φράση, δεν υποστηρίζω ότι ο Σαίξπηρ ή ο Ρακίνας δεν έχουν κανένα νόημα σήμερα ή καμία σημασία. Το αντίθετο. Απλώς λέω ότι υπάρχει ένα είδος ψέματος που υποστηρίζει ότι εξακολουθούν να λένε τα πάντα για την εποχή μας. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό είναι αλήθεια. Λοιπόν, ναι, την είπα αυτή τη φράση, αλλά ακόμα και τώρα με βάζει σε σκέψεις αυτό που είπα.

Julien Gosselin | photo: ©Axelle de Russe

Είστε ταυτόχρονα ένας δημιουργός του θεάτρου και ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός μεγάλου οργανισμού. Πώς διαχειρίζεστε την τέχνη και την επιτυχία, πώς μπορείτε την ίδια στιγμή να προκαλείτε και να προστατεύετε το κοινό;

Υπάρχει τεράστια διαφορά στη σχέση μου με το κοινό ως σκηνοθέτης από ό,τι στη σχέση μου με το κοινό ως καλλιτεχνικός διευθυντής.  Ως σκηνοθέτης, ως καλλιτέχνης, δεν εργάζομαι για το κοινό. Δεν με αφορά το κοινό. Κάνω αυτό που είμαι ταγμένος να κάνω. Μιλήσαμε για λογοτεχνία. Όταν δουλεύω -ίσως είναι ανόητο να το λέω αυτό- αλλά αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως συγγραφέα που δεν τον ενδιαφέρει να ευχαριστήσει τους αναγνώστες του. Καταλαβαίνετε; Με κατακλύζει η ανάγκη να ασχοληθώ με κάτι που είναι σημαντικό για μένα. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής ενός θεατρικού οργανισμού, όμως, με αφορά. Με ενδιαφέρει να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις ώστε το κοινό να απολαμβάνει το θέατρο. Να μπορούν να βλέπουν Θέατρο οι νέοι άνθρωποι. Δεν θέλω όμως, να συνδεθεί με τη δουλειά μου ως σκηνοθέτη. Δεν επιθυμώ να γίνω πλούσιος. Δεν επιθυμώ να αποκτήσω δύναμη μέσα από αυτή τη θέση. Μου είναι αρκετό να είμαι καλλιτέχνης. Έχω την ανταμοιβή που θέλω. Δεν χρειάζομαι κάτι περισσότερο. Δεν είμαι εδώ για να προστατεύσω το όραμα ενός πολιτισμού. Δεν είμαι εδώ για να προστατεύσω την παράδοση. Δεν είμαι εδώ για να προστατεύσω τους θεσμούς, και κυρίως δεν είμαι εδώ για να προστατεύσω το κράτος. Είμαι εδώ, όμως, για να φέρω στο κοινό αυτό που νομίζω ότι είναι το πιο ενδιαφέρον, πιο σημαντικό, πιο απρόσμενο. Είμαι εδώ για να ακουστούν νέες φωνές, για να αποκαλυφθεί μέσα από το θέατρο ένας νέος τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο.

Είμαι εδώ για τον Μάριο Μπανούσι, για να πω ότι αυτός ο νέος δημιουργός προσπαθεί να κάνει ένα θέατρο που δεν έχουμε ξαναδεί. Είμαι εδώ για να φέρω σε επαφή το γαλλικό κοινό με την τέχνη του. Αυτό είναι το δικό μου καθήκον. Να κάνω το κοινό να δει τη δουλειά του. Είμαι εδώ για να διαφυλάξω το οικοδόμημα του Odéon Théâtre de l’Europe. Για να δημιουργήσω συνθήκες δικαιοσύνης για τους εργαζομένους και τους καλλιτέχνες. Για να δημιουργήσω ένα χώρο ανοικτό και οικείο στο κοινό… Είμαι εδώ για να κρατήσω το θέατρο ζωντανό…

Le Passé | photo: ©Simon Gosselin

Info παράστασης:

Το Παρελθόν | Κεντρική Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση